Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Ο François Mitterrand και το ζήτημα επανένωσης της Γερμανίας: από την αβεβαιότητα και την κρίση εμπιστοσύνης στη θεσμική επικύρωση (1989-90)

Γράφει ο Δημήτρης Θεοδώρου

Η νύχτα της 9ης Νοεμβρίου του 1989 δεν ήταν απλώς το προοίμιο της κατάρρευσης ενός τείχους που διχοτομούσε ένα έθνος· διέλυσε τις ψευδαισθήσεις για το ποιο θα ήταν το στρατηγικό μέλλον της Ευρώπης (Henke, 2014, σ. 1-2). Αποκαθήλωσε τη δύναμη ενός καθεστώτος που είχε καταστεί εμβληματική έκφραση της ευρωπαϊκής διαίρεσης από τον Αύγουστο του 1961. Η επανεμφάνιση μιας ενωμένης Γερμανίας στον χάρτη, θα συντάραζε τον ρου της μεταπολεμικής ιστορίας της Ευρώπης. Ειδικότερα, η κατάρρευση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (στο εξής: ΛΔΓ)  και η πιθανότητα επανένωσης του γερμανικού κράτους με 80.000.000 πολίτες, επανέφερε κατ’ επείγον το γερμανικό ζήτημα στους κύκλους της γαλλικής πολιτικής και διπλωματίας (Cohen, 1998, σ.1-5). Το κύριο διακύβευμα ήταν «πώς η χώρα θα εντασσόταν πλήρως και με ασφάλεια στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα το οποίο διαμορφωνόταν ακόμα στη σκιά των τραυμάτων που είχε γεννήσει ο 20ός αιώνας;».

Η πολιτική δράση του François Mitterrand κατά την εποχή των διεργασιών για τη γερμανική επανένωση (1989-90) χαρακτηρίζεται από αντίρροπες τάσεις στην ιστορική μνήμη. Η εσωτερική σύγκρουση από την οποία φαίνεται να διακατεχόταν ο γάλλος πρόεδρος εδράζεται, αφενός, στην ικανοποίησή του για τις εξελίξεις στη ΛΔΓ και αφεέρου, στον φόβο του για τον επαναπροσδιορισμό των ευρωπαϊκών ισορροπιών ισχύος και τις πιθανές επιπτώσεις για τη θέση και το κύρος της Γαλλίας (Cohen, 1998, σ. 9-10). Μάλιστα, ήταν ζωτικής σημασίας να αναχαιτίσει όλες τις πιθανές συνιστώσες που θα οδηγούσαν σε αρνητικά γεωπολιτικά αποτελέσματα, όπως το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης της εξουσίας του Gorbachev (Cohen, 1998, σ. 13-4). Η αποδοχή της μη αναστρέψιμης πραγματικότητας, τον ώθησε να ενορχηστρώσει μία πολιτική που θα μετουσιωνόταν στην επέκταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κάτι που τελικά θα επιτυγχανόταν με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992 (Maes, 2025, σ. 8, 26-31˙ Védrine, 1996, σ. 457-79).

Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του, ο γάλλος πρόεδρος αμύνθηκε των αρνητικών κριτικών ως προς την πολιτική διαχείριση αυτής της κρίσιμης ιστορικά περιόδου. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από το έργο του «Περί Γερμανίας, περί Γαλλίας», απέρριψε τις αιτιάσεις για παρακώλυση της επανένωσης (Cohen, 1998, σ. 11). Ακόμα, υπέδειξε τον γερμανικό τύπο ως υπεύθυνο για την προώθηση της εν λόγω άποψης, διατυπώνοντας πως αυτή οφειλόταν στον ιστορικό αντίκτυπο που είχε η έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Mitterrand, 1996, σ. 59, 107). Ο Hubert Védrine, ο οποίος υπήρξε στενός του συνεργάτης, έχει υποστηρίξει πως μία από τις αβλεψίες του ήταν το επικοινωνιακό πλαίσιο στο οποίο εφαρμόστηκε η στρατηγική του (Cohen, 1998, σ. 12). Είναι πιθανό πως ο Mitterrand δεν επέδειξε τη κατάλληλη προσοχή στη συμβολική σημασία των γεγονότων, καθώς δεν είχε μεταφέρει στον λαό του μία σαφή εικόνα της πολιτικής του.

Εμβαθύνοντας στο χρονικό των γεγονότων, ένα έτος πριν τη θεσμική επικύρωση της επανένωσης, η δημόσια στάση του γάλλου προέδρου πριν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου υπήρξε ενδεικτική. Ήδη από το καλοκαίρι του 1989, είχε προχωρήσει σε δηλώσεις με τις οποίες αναγνώριζε το δικαίωμα των Γερμανών στην ενότητα, υπό τον απαράβατο όρο πως θα συντελούταν με ειρηνικά και δημοκρατικά μέσα (Cohen, 1998, σ. 12-13). Στη συνέχεια, έξι ημέρες πριν την πτώση του Τείχους, ευρισκόμενος στη Βόννη, σε μία από τις πιο εμβληματικές δηλώσεις του, διασαφήνισε πως δεν φοβάται την επανένωση, αναδεικνύοντας τις προθέσεις της γαλλικής κυβέρνησης σε μια ιδανική στιγμή (Attali, 1995 ˙ Sarotte, 2014, σ. 56).

Στις 28 Νοεμβρίου του ιδίου έτους θα σημειωνόταν το σπουδαιότερο σημείο καμπής για τις σχέσεις Παρισιού-Βόννης, καθώς ο Kohl, ο τότε Καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας,  ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά το «Σχέδιο των Δέκα Σημείων» (Kohl, 2000, σ. 173 ˙ Pautsch et al., 2020, 1653-61 ˙ Soutou, 2019, σ. 90 ˙ Teltschik, 1991, σ. 55 ˙ Graf, 2019, σ. 31). Το συγκεκριμένο πρόγραμμα εισηγούταν μια κλιμακούμενη διαδικασία για την επανένωση, που προέβλεπε την παροχή άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας και τη διαμόρφωση συνομοσπονδιακών δομών για τον εκδημοκρατισμό της Ανατολικής Γερμανίας με τη διασφάλιση ελεύθερων και αδιάβλητων εκλογών και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας (Cazzola, 2017, σ. 5-7˙ Anderson, 1999, σ. 27-8˙ Kohl, 1989). Το περιεχόμενό του προκάλεσε την κατάπληξη εντός του Μεγάρου των Ηλυσίων, με τον Mitterrand να δηλώνει πως: «Δεν μου είπε τίποτα! Τίποτα! Δεν θα το ξεχάσω ποτέ!» (Attali, 1995). Η ήδη φορτισμένη κατάσταση δυναμιτίστηκε από την απουσία αναφοράς και παροχής εγγυήσεων για τα μελλοντικά σύνορα της ενωμένης Γερμανίας και συγκεκριμένα για το απαραβίαστο της γραμμής Oder-Neisse με την Πολωνία. Ήταν καίριας σημασίας, επίσης, η παράλειψη οποιασδήποτε μνείας στους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις ΗΠΑ, την ΕΣΣΔ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, οι οποίοι είχαν νομικές αξιώσεις επί του γερμανικού εδάφους μετά τη συμφωνία του Πότσδαμ το 1945 (Cohen, 1998, σ. 14).

Η δυσαρέσκεια του Mitterrand εκφράστηκε με αλλαγές στη ρητορική που ασπάζονταν η γαλλική πλευρά. Ειδικότερα, ο Kohl έπαψε να παρουσιάζεται ως ένας αξιόπιστος εταίρος και άρχισε να αποδίδεται ως ασταθής και έρμαιο της ατμόσφαιρας που είχε δημιουργήσει το εκλογικό κλίμα στη χώρα του. Αργότερα, παρότι έγινε ευρύτερα γνωστό πως ούτε ο γερμανός υπουργός εξωτερικών, Hans-Dietrich Genscher, είχε γνώση των σχεδίων του προϊσταμένου του (Cohen, 1998, σ. 14-5 · Kohl, 2000, σ. 178-9), δεν επήλθε αποκλιμάκωση στις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, καθώς, αφενός, η αμοιβαία καχυποψία ωθούσε τον Kohl να δυσπιστεί για τις πράξεις του γάλλου ομολόγου του και αφετέρου, οι πράξεις αυτές καθίσταντο τροχοπέδη για τα γερμανικά σχέδια (Teltschik, 1991, σ. 47). Παράλληλα, η απογοήτευση του Mitterrand για τον νέο απρόβλεπτο χρονικό ορίζοντα της επανένωσης, καθόρισε τον χαρακτήρα των επόμενων διπλωματικών προσεγγίσεων (Kotowicz, 2015, σ. 2-3).

Η στάση του Kohl μπορεί να ερμηνευθεί ως μια συνειδητή προσπάθεια ενίσχυσης της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης προς το πρόσωπό του, άποψη που συμμερίζονταν και οι συνεργάτες του γάλλου προέδρου. Η ερμηνεία αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα των εξελίξεων της 19ης Νοεμβρίου, κατά το δείπνο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, όπου ο Mitterrand δεν κατόρθωσε να επιβάλει την ατζέντα του για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Kohl φαίνεται πως είχε υιοθετήσει στάση αναμονής, επηρεασμένος από τις ραγδαίες εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα του, θέτοντας ως άμεση προτεραιότητα την εθνική επανένωση έναντι των ευρύτερων ευρωπαϊκών επιδιώξεων (Kohl, 2000, σ. 154-155· Cohen, 1998, σ. 15-17). Μάλιστα, έχει τεκμηριωθεί ότι ακόμη και μετά την ανακοίνωση των Δέκα Σημείων, ο ίδιος εξακολουθούσε να θεωρεί την επανένωση ως μια διαδικασία που θα επιτυγχανόταν μακροπρόθεσμα (Bozo, 2008, σ. 397-398).

Το ταξίδι του Mitterrand στο Κίεβο στις 6 Δεκεμβρίου για να συναντηθεί με τον Γενικό Γραμματέα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν το επόμενο συμβάν που προκάλεσε ανησυχία στη γερμανική πλευρά, εφόσον δεν θα ήταν απίθανο το ενδεχόμενο σύναψης μιας γαλλοσοβιετικής συμμαχίας. Ενώ οι Γερμανοί έβλεπαν μία κίνηση για την ανάσχεση της γερμανικής ισχύος, ο Mitterrand φαίνεται πως αφουγκραζόταν τις ανησυχίες του Gorbachev πως η γερμανική επανένωση θα μπορούσε να προκαλέσει την έκρηξη στρατιωτικού πραξικοπήματος στη Μόσχα, ή ακόμα και την έναρξη μίας πολεμικής σύγκρουσης (Védrine, 1996, σ. 442 · Zelikow, & Rice, 1995, σ. 245). Ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης ήθελε και αιτήθηκε τη χορήγηση χρόνου από τον γάλλο ομόλογό του, ώστε να μην ακυρωθεί η πρόοδος που είχαν επιφέρει οι έως τότε πολιτικές του. Παρά την συγκατάβαση του Mitterrand, ο Gorbachev σύντομα θα άλλαζε τη στάση του δεχόμενος γερμανικά κεφάλαια, ώστε να εγκρίνει μελλοντικά την είσοδο της ενωμένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, στον απόηχο αυτής της εξέλιξης, ο Mitterrand δήλωσε πως αφέθηκε εκτεθειμένος και πως ο συνομιλητής του ενέδωσε στην προσφορά μερικών δισεκατομμυρίων μάρκων, ακυρώνοντας την συνεισφορά του σε διπλωματικό επίπεδο για τη διατήρηση της σταθερότητας στο ανατολικό μπλοκ (Tiersky, 1995, σ. 17).

Το αποκορύφωμα της έντασης εντοπίζεται στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στις 8-9 Δεκεμβρίου, στο Στρασβούργο, όπου και διεξήχθη μία διπλωματική μάχη (Kohl, 2000, σ. 200-205), με στόχο την καθολική αποδοχή των αποφάσεων που θα προέκυπταν (Kohl, 2000, σ. 207˙ Maes, 2025, σ. 21). Ο Kohl απαίτησε την παροχή της ρητής δέσμευσης των εταίρων του υπέρ της επανένωσης, την οποία χρειαζόταν πάση θυσία ως αντιστάθμισμα του συμβιβασμού του να εγκαταλείψει το πανίσχυρο μάρκο υπέρ της προοπτικής του μελλοντικού κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Η τελική μορφή του κειμένου, στο οποίο κατέληξε το Συμβούλιο, φανερώνει την προσαρμογή στις απαιτήσεις όλων των κύριων εμπλεκόμενων μερών (European Council, 1989). Η επανένωση της Γερμανίας συνδέθηκε με την ειρηνική αυτοδιάθεση, τον ακλόνητο σεβασμό στις διεθνείς συνθήκες και το σημαντικότερο όλων, με την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στο παρασκήνιο, όμως, των επίσημων δεσμεύσεων, δεν είχε επιτευχθεί η απαραίτητη σύγκλιση των ηγετών. Όπως έχουν καταδείξει μαρτυρίες, οι αντιλήψεις του Mitterrand για τη γεωπολιτική πραγματικότητα είχαν μεταβληθεί υπό την ασφυκτική πίεση των εν εξελίξει γεγονότων. Κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας του με την Thatcher, η οποία ήταν εκ των μεγαλύτερων πολέμιων της επανένωσης (Thatcher, 1993 ˙ Larres, 2015, σ. 355-7), φέρεται να υιοθέτησε μία ρητορική που παρέπεμπε στις ισορροπίες ισχύος που επικρατούσαν κατά τις παραμονές των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Ο γάλλος πρόεδρος είχε απευθύνει έκκληση στην Thatcher για την από κοινού σύνθεση μίας αγγλογαλλικής πρωτοβουλίας, με πιθανή τη σοβιετική συμμετοχή, που θα ανέκοπτε την επικίνδυνη ανάπτυξη της δυναμικής της γερμανικής ισχύος. Αυτή η μεταστροφή, η οποία σύντομα αξιολογήθηκε ως μη ρεαλιστική, επεξεργαζόταν τη σύναψη των παραδοσιακών αμυντικών συνασπισμών, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί το 1913 και το 1938 (Thatcher, 1993˙ Larres, 2015, σ. 373-374). Σε αυτή τη στρατηγική στροφή αποδεικνύεται με τον πιο εμφανή τρόπο ότι η γερμανική επανένωση δεν υπήρξε ποτέ ένα αντικείμενο προκαθορισμένων πολιτικών μέτρων, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολύπλευρης ώσμωσης.

Η επίσκεψη του Mitterrand στη ΛΔΓ, μεταξύ 20-22 Δεκεμβρίου, έχει αποτυπωθεί ως ένα από τα ουσιωδέστερα σφάλματά του κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Pautsch et al., 2020, σ. 1837-1839). Τις ημέρες εκείνες, οι δρόμοι της Λειψίας και της Δρέσδης ήταν πλημμυρισμένοι από Γερμανούς που διαδήλωναν με ένα κοινό σύνθημα στα χείλη τους: «Γερμανία, ενωμένη πατρίδα». Η εν λόγω ένδειξη θερμής υποστήριξης του γερμανικού λαού στην επανένωση δεν θεωρήθηκε ως αποφασιστικής σημασίας. Η δράση των γαλλικών πολιτικών παραγόντων ασκούταν στο πλαίσιο της πεποίθησης πως η γερμανική επανένωση δεν θα ήταν ούτε αναπόφευκτη ούτε απαραίτητα άμεση (Tiersky, 1995, σ. 16-7). Κατά συνέπεια, ο Mitterrand έκανε τη μοιραία επιλογή να στηρίξει την αυτονομία της ΛΔΓ επικαλούμενος τη διακριτή ταυτότητα του λαού της Ανατολικής Γερμανίας και εξαίροντας τη συμβολή αυτού στον ευρωπαϊκό πολιτισμό (Cohen, 1998, σ. 19-20).

Ακολούθως, η στήριξή του στον Hans Modrow, ο οποίος υπήρξε ο τελευταίος κομμουνιστής ηγέτης της ΛΔΓ, κατέδειξε τη στρατηγική του αμηχανία. Η εν λόγω τακτική αποσκοπούσε εξαρχής στην πιο ενεργή εμπλοκή της Γαλλίας στις ενδογερμανικές σχέσεις (McCarthy, 1992, σ. 93-94). Ωστόσο, προέβη και σε ακόμη χειρότερους χειρισμούς, υπογράφοντας μία συμφωνία πενταετούς οικονομικής στήριξης με ένα κράτος που θα κατέρρεε σε λιγότερο από έναν χρόνο (Cohen, 1998, σ. 20). Αυτές ήταν, ίσως, οι πιο χαρακτηριστικές αποφάσεις που εξέθεσαν σε σημαντικό βαθμό τη γαλλική διπλωματία, αποσπώντας την έντονη κριτική του γερμανικού τύπου. Αντιθέτως, την ίδια περίοδο, ο Kohl διασφάλιζε μέρα με τη μέρα τη σταθερότητα και τη στήριξη στη διαδικασία της επανένωσης (Schabert, 2021, σ. 324).

Με την έλευση του 1990, η Γαλλία εξακολουθούσε, εντούτοις, να έχει τον ρόλο σημαντικής εγγυήτριας δύναμης στην πορεία της επανένωσης και κατ’ επέκταση της οργάνωσης του νέου πολιτικού χάρτη της Γηραιάς Ηπείρου. Στις 4 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση μεταξύ Mitterrand και Kohl, στην εξωτική κατοικία του πρώτου στη Λατς, στην οποία συμφώνησαν πως η γερμανική επανένωση ήταν μία αναπόφευκτη πραγματικότητα την οποία όφειλαν να διαχειριστούν από κοινού, ανανεώνοντας τις δεσμεύσεις τους (Archives Nationales, 1990 ˙ Küsters & Hofmann, 1998, σ. 684-689 ˙ Schabert, 2021, σ. 347-349).

Μέχρι τον Απρίλιο του 1990 οι υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις, εξαιτίας της ετοιμόρροπης ΛΔΓ και της ασθμαίνουσας Σοβιετικής Ένωσης, συναινούσαν ότι η επανένωση θα ήταν διεθνώς αποδεκτή (Archives Nationales, 1990 ˙ Schabert, 2021, σ. 359-363). Ο Mitterrand κατάφερε, εν τέλει, να κάμψει την αντίσταση του Gorbachev πως μία νατοϊκή Γερμανία θα ήταν λιγότερο επίφοβη από μία αυτόνομη Γερμανία (Archives Nationales, 1990 · Schabert, 2021, σ. 363-369). Στο μεσοδιάστημα, η συσσωρευμένη ασκούμενη πίεση από τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Πολωνία έπεισε τον Kohl να υποχωρήσει άμεσα στις διαπραγματεύσεις για το θέμα των συνόρων, όπως αυτό θα οριζόταν στη τελική συμφωνία, προς αποφυγή μελλοντικών εθνικιστικών αναθεωρητισμών (Kohl, 2000, σ. 300-302, 312, 321-327 ˙ Kohl, 1990 ˙ Archives Nationales, 1990 ˙ Schabert, 2021, σ. 369-377 ˙ Küsters & Hofmann, 1998, σ. 842-352, 943-947).

Καταλυτικής σημασίας ήταν η συμβολή της Γαλλίας και στη «Συμφωνία για την Τελική Ρύθμιση όσον αφορά τη Γερμανία» (Schabert, 2021, σ. 383-400 ˙ Soutou, 2019, σ. 92), τονίζοντας διαρκώς και σε όλα τα επίπεδα πως το θέμα της γερμανικής επανένωσης δεν ήταν αποκλειστικά γερμανική υπόθεση. Αντίθετα, κατάφερε να το αναδείξει ως ένα θέμα διεθνούς δικαίου, ώστε να τερματιστεί ολοκληρωτικά η δικαιοδοσία που είχαν οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις επί της γερμανικής επικράτειας (Henke, 2014, σ. 9). Από την πρώτη συνάντηση των έξι εμπλεκόμενων κρατών στη Βόννη, στις 14 Μαρτίου 1990 έως τη δεύτερη στο Ανατολικό Βερολίνο στις 30 Απριλίου, η γαλλική αντιπροσωπεία υπό τον Bertrand Dufourcq επικεντρώθηκε στην επίλυση του συνοριακού ζητήματος με τη συμμετοχή της Πολωνίας. Παράλληλα, η Γαλλία συντάχθηκε με τη Δυτική Γερμανία στην απόρριψη της σοβιετικής πρότασης για σύναψη μιας τυπικής συνθήκης ειρήνης. Την 5η ημέρα του Μαΐου, η πρώτη υπουργική διάσκεψη της Βόννης όρισε το πλαίσιο στο οποίο η Γερμανία θα ενσωματωνόταν στο ΝΑΤΟ (Schabert, 2021, σ. 383, 392). Ωστόσο, στις 25 Μαΐου, οι Mitterrand και Gorbachev εξέφρασαν ανησυχίες για την ταχύτητα των πολιτικών διεργασιών, με τον γάλλο πρόεδρο να επιδιώκει μάλλον τον καθησυχασμό του Σοβιετικού ηγέτη αντί της υιοθέτησης των μη ρεαλιστικών προτάσεων του τελευταίου (Галкин & Черняев, 2006, σ. 454-465). Έπειτα, στις 22 Ιουνίου, μετά από προπαρασκευαστικές επαφές σε διπλωματικό επίπεδο, η υπουργική σύνοδος του Βερολίνου επισφράγισε τη διαδικασία, αφού τα δύο γερμανικά κοινοβούλια αποφάσισαν επίσημα υπέρ του καθορισμού της γραμμής Oder-Neisse ως οριστικού συνόρου (Schabert, 2021, σ. 396).

Τελικά, στις 15-16 Ιουλίου 1990, η Σοβιετική Ένωση αποδέχθηκε επίσημα το νατοϊκό μέλλον της Γερμανίας, αφού εξασφάλισε τις απαραίτητες εγγυήσεις ασφαλείας (Schabert, 2021, σ. 94, 369, 383 · Rödder, 2002, σ. 7-34). Στις 17 Ιουλίου, ο Kohl μετέφερε τα ευχάριστα νέα με επιστολή του προς τον Mitterrand κατά τη διάρκεια της υπουργικής συνόδου του Παρισιού (Schabert, 2021, σ. 398-404). Η τελευταία πράξη επιτελέστηκε στις 12 Σεπτεμβρίου όταν και υπογράφηκε η Τελική Ρύθμιση, γνωστή και ως «Συμφωνία 2+4», με την οποία οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραιτούνταν από τα δικαιώματα που διατηρούσαν επί της Γερμανίας ως συνόλου (Schabert, 2021, σ. 384 ˙ Frowein, 1992, σ. 154-155 ˙ Treaty on the Final Settlement with Respect to Germany, 1990).

Συνοψίζοντας, η γερμανική επανένωση, η οποία πραγματοποιήθηκε επίσημα στις 3 Οκτωβρίου, συνέβαλε στη ραγδαία ανέλιξη της δυναμικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την εντυπωσιακή ισχυροποίηση των υπερεθνικών θεσμών. Παρά τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν και τις περιόδους διπλωματικής έντασης, η Γαλλία υπό την ηγεσία του François Mitterrand κατόρθωσε να εφαρμόσει μία πολιτική ρεαλισμού-«Realpolitik». Ενεργώντας ως θεματοφύλακας της σταθερότητας στην Ευρώπη, αλλά και της γαλλικής ασφάλειας, μερίμνησε, ώστε η επανένωση της Γερμανίας να υλοποιηθεί εντός ενός αυστηρού πλαισίου διεθνών δεσμεύσεων και σε πλήρη εναρμόνιση με τις θεσμικές προτεραιότητες της ενωμένης Ευρώπης.

 

Βιβλιογραφία

Anderson, J. J. (1999). German Unification and the Union of Europe: The Domestic Politics of Integration Policy. Cambridge University Press.

Cazzola, F. (2017). Maastricht and Unified Germany: Creation of a European Germany or a German Europe? LUISS Guido Carli, Department of Political Science – Contemporary History.

Cohen, S. (Dir.). (1998). Mitterrand et la sortie de la guerre froide. Presses Universitaires de France.

Larres, K. (2015). Margaret Thatcher and German unification revisited. In W. Mueller, M. Gehler, & A. Suppan (Eds.), The revolutions of 1989: A handbook (pp. 355-384). Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften.

Sarotte, M. E. (2014). 1989: The struggle to create post-Cold War Europe (Revised ed.). Princeton University Press.

Schabert, T. (2021). France and the reunification of Germany: Leadership in the workshop of world politics. Palgrave Macmillan.

Tiersky, R. (1995). Mitterrand: The legacy and the future of French security policy. Macmillan.

Archives Nationales. (1990, 4 Janvier). Compte rendu de l’entretien entre M. François Mitterrand et M. Helmut Kohl à Latche. Archives de la Présidence de la République, Fonds François Mitterrand. Paris, France.

Attali, J. (1995). Verbatim: Tome 3. Chronique des années 1988-1991. Fayard. Διαθέσιμο σε: https://vdoc.pub/documents/verbatim-iii-1988-1991-3kc7v2iv2r70

Dufourcq, B. (2000). 2+4 ou la négociation atypique. Politique étrangère, 65(2), 467-484. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/42677161?if_data=e30%3D&seq=1

European Council. (1989). Presidency conclusions: Strasbourg European Council, 8 and 9 December 1989. Council of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://www.consilium.europa.eu/media/20580/1989_december_-strasbourg__eng.pdf

Kohl, H. (1989). Zehn-Punkte-Programm zur Überwindung der Teilung Deutschlands und Europas“ (28. November 1989). In Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, Nr. 134, S. 1145-1148. Nachgedruckt in: Gransow, V. & Jarausch, K. (Hrsg.), Die Deutsche Vereinigung: Dokumente zu Bürgerbewegung, Annäherung und Beitritt. Köln: Verlag Wissenschaft und Politik, 1991.

Kohl, H. (1990, 17. Januar). Rede von Bundeskanzler Helmut Kohl über die deutsche Frage und die europäische Verantwortung (Paris). In Presse- und Informationsamt der Bundesregierung (Hrsg.), Reden und Erklärungen zur Deutschlandpolitik (S. 157-165). [Nachdruck durch CVCE.eu, 2012]. Διαθέσιμο σε: http://www.cvce.eu/obj/rede_von_helmut_kohl_uber_die_deutsche_frage_und_die_europaische_verantwortung_17_januar_1990-de-0018ea81-0f2f-4184-92d0-54c99ef0f63f.html

Kohl, H. (2000). Ich wollte Deutschlands Einheit (K. Diekmann & R. G. Reuth, Darst.). Ullstein. (Erste Ausgabe 1996). Διαθέσιμο σε: https://www.academia.edu/attachments/33408525/download_file

Mitterrand, F. (1996). De l’Allemagne, de la France. Odile Jacob.

Pautsch, I. D., Taschler, D., Szatkowski, T., & Franzen, C. J. (Hrsg.). (2020). Akten zur Auswärtigen Politik der Bundesrepublik Deutschland 1989: Band I: 1. Januar bis 30. Juni 1989. Walter de Gruyter. Διαθέσιμο σε: https://dokumen.pub/download/akten-zur-auswrtigen-politik-der-bundesrepublik-deutschland-akten-zur-auswrtigen-politik-der-bundesrepublik-deutschland-1989-2-part-volumesnbsped-9783110662818-9783110662177.html

Teltschik, H. M. (1991). 329 Tage: Innenansichten der Einigung. Siedler Verlag.

Thatcher, M. (1993). The Downing Street years. HarperCollins. https://www.freepdfconvert.com/d/vdvfd0t7jw8yp7ngfi1nh692ipaqe8hm

Treaty on the Final Settlement with Respect to Germany. (1990, September 12). Moscow. United Nations Treaty Series, vol. 1696, I-29226. Διαθέσιμο σε: https://treaties.un.org/doc/Publication/UNTS/Volume%201696/volume-1696-I-29226-English.pdf

Védrine, H. (1996). Les mondes de François Mitterrand: À l’Élysée (1981-1995). Fayard. Διαθέσιμο σε: http://www.cvce.eu/obj/hubert_vedrine_les_mondes_de_francois_mitterrand_l_europe_desembourbee_a_fontainebleau-fr-bc80fbfd-99b9-45e5-af7a-9db4ae4b5711.html

Zelikow, P., & Rice, C. (1995). Germany unified and Europe transformed: A study in statecraft. Harvard University Press. Διαθέσιμο σε: https://www.hoover.org/sites/default/files/uploads/documents/978-0-8179-4632-6_229.pdf

Галкин, А. А., & Черняев, Α. С. (Ред.). (2006). Михаил Горбачев и германский вопрос: Сборник документов 1986-1991. Весь мир. Διαθέσιμο σε: https://militera.lib.ru/docs/0/pdf/sb_mihail-gorbachyov-i-germansky-vopros.pdf

Bozo, F. (2008). The failure of a grand design: Mitterrand’s European confederation, 1989-1991. Contemporary European History, 17(3), 391-412. Gerbet, P. (2016). The Intergovernmental Conference (IGC) on Political Union. CVCE.EU by UNI.LU. Διαθέσιμο σε: http://www.cvce.eu/obj/the_intergovernmental_conference_igc_on_political_union-en-183c7651-32ef-470a-85ac-8103435f4c58.html

Frowein, J. A. (1992). The reunification of Germany. The American Journal of International Law, 86(1), 152–163. Διαθέσιμο σε:  https://www.jstor.org/stable/pdf/2203146.pdf?refreqid=fastly-default%3Abd8f5f05ae34ff9e8ed2bc099c31a7a5&ab_segments=&initiator=&acceptTC=1

Graf, M. (2019). Die DDR und die EWG 1957-1990. Revue d’Allemagne et des pays de langue allemande, 51(1), 21-35. Διαθέσιμο σε: https://journals.openedition.org/allemagne/1352?lang=de

Henke, K., D. (2014). The German Reunification: An Analysis a Quarter Century After 1989/90, International Journal of Korean Unification Studies. Vol. 23. No. 1. 2014, 1-24. Διαθέσιμο σε:  https://repo.kinu.or.kr/bitstream/2015.oak/8905/1/0001477376.pdf

Kotowicz, A. (2015). France under President Mitterrand and German unification. Oral History Forum / Forum d’histoire orale, 35 (Special Issue on Canada’s Role in Global Politics, 1989-1990), 1-18. Διαθέσιμο σε: https://scispace.com/pdf/france-under-president-mitterrand-and-german-unification-b5qplk81oz.pdf

Küsters, H. J., & Hofmann, D. (Hrsg.). (1998). Dokumente zur Deutschlandpolitik: Deutsche Einheit. Sonderedition aus den Akten des Bundeskanzleramtes 1989/90. Oldenbourg. Dok. Nr. 132. 682-690.

Maes, I. (2025). The European Parliament, Economic and Monetary Union, and the Maastricht Treaty. European Parliamentary Research Service (EPRS). Διαθέσιμο σε:  https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2025/769583/EPRS_STU(2025)769583_EN.pdf

McCarthy, P. (1992). Can France survive German reunification? SAIS Review (1989-2003), 12(1), 85-100. Διαθέσιμο σε:  https://www.jstor.org/stable/pdf/45345519.pdf?refreqid=fastly-default%3A5a6cf19438aadc0bcef7de16fe7428b8&ab_segments=&initiator=&acceptTC=1

Rödder, A. (2002). “Breakthrough in the Caucasus?” German reunification as a challenge to contemporary historiography. German Historical Institute London Bulletin, 24(2), 7-35. Διαθέσιμο σε: https://perspectivia.net/servlets/MCRFileNodeServlet/pnet_derivate_00002839/roedder_breakthrough.pdf

Soutou, G.-H. (2019). Qui a gagné en 1989? Mais la RFA, bien sûr ! Revue Défense Nationale, 824(9), 87-92. Διαθέσιμο σε:  https://shs.cairn.info/article/RDNA_824_0087/pdf?lang=fr

Troitiño, D. R., Färber, K., & Boiro, A. (2017). Mitterrand and the great European design from the Cold War to the European Union. Baltic Journal of European Studies, 7(2), 132-147. Διαθέσιμο σε:  https://researchonline.lse.ac.uk/id/eprint/87533/1/Boiro_Mitterrand%20and%20Great%20European%20Design_2018.pdf

Πηγή Εικόνας: Encyclopædia Britannica. (n.d.). Helmut Kohl: European Union: Its purpose and significance [Video]. Britannica. Διαθέσιμο σε: https://www.britannica.com/video/Helmut-Kohl-Europe-West-German/-196681