Γράφει η Καραμπατζάκη Ευστρατία
Η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, άλλαξε μία για πάντα το γεωπολιτικό προσκήνιο και τις ισορροπίες στην γειτονιά της Ευρασίας. Ο πόλεμος προκάλεσε σημαντικές ανακατατάξεις, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί τον διεθνή οργανισμό που επηρεάστηκε εντονότερα, λόγω τόσο της γεωγραφικής εγγύτητας της σύγκρουσης με το ευρωπαϊκό έδαφος όσο και της υφιστάμενης Πολιτικής Γειτονίας (από το 2004) και της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (από το 2009) (European Commission, 2025). Ο πόλεμος στην Ουκρανία, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στην Γερμανία, η οποία έχει προβεί σε πλειάδες πακέτων από μέτρα προκειμένου αφενός να τερματίσει τον επεκτατισμό της Ρωσίας και αφετέρου να ενδυναμώσει την εθνική αλλά και ευρωπαϊκή άμυνα. Όλα τα παραπάνω, συνοψίζονται σε μία λέξη ορόσημο για την ιστορία και την πολιτική, την λέξη «Zeitenwende», η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον Γερμανό Καγκελάριο Olaf Scholz, σε ομιλία του λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου, θέτοντας τέλος στην παθητική στάση της Γερμανίας απέναντι στην Ρωσική δραστηριότητα, και εγκαινιάζοντας μία περίοδο προσπάθειας στρατηγικής και στρατιωτικής ετοιμότητας.
Ο όρος «Zeitenwende», δύναται να μεταφραστεί στα ελληνικά ως «αλλαγή των καιρών». Είναι γεγονός πως τα χρόνια που ακολούθησαν μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία θέλοντας να αποτινάξει την τρομερή εικόνα που είχε δημιουργήσει με τις φρικαλεότητες που διέπραξε την περίοδο 1939-1945, υιοθέτησε ένα αμιγώς ειρηνιστικό πρόσωπο στη χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής. Ο ισχυρισμός «Ποτέ Ξανά» ήταν ένας από τους λόγους για τη μακροχρόνια πολιτική της Γερμανίας να μην στέλνει όπλα σε ζώνες συγκρούσεων (Ganter, 2023). Επιπροσθέτως, η μείωση του μεγέθους των γερμανικών στρατευμάτων μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποτελεί απόδειξη ότι η Γερμανία μείωσε ακόμη περισσότερο και την ικανότητά της να χρησιμοποιεί βία. Η πολιτική της επανένωσης θεωρήθηκε ως περαιτέρω απόδειξη ότι η πολιτική, και όχι η στρατιωτική ισχύς αποτελούσαν την εθνική προτεραιότητα. Η Γερμανική Bundeswehr, οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας, επικεντρωνόταν κυρίως στη διαχείριση διεθνών κρίσεων παρά στην αποτροπή και την υπεράσπιση της γερμανικής επικράτειας. Η Bundeswehr συμμετείχε ενεργά στις ειρηνευτικές αποστολές του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών στην Καμπότζη, τη Σομαλία και ιδιαίτερα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο στρατός της Γερμανίας ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εντός του ΝΑΤΟ, με σχεδόν 500.000 στρατιώτες. Ωστόσο, το μέγεθος και ο εξοπλισμός μειώθηκαν μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, με αποκορύφωμα το τέλος της υποχρεωτικής θητείας το 2011 (Bagger, 2019).
Μετά λοιπόν από όλη αυτή την προσπάθεια να διατηρήσει την χαμηλό και συγκρατημένο προσωπείο και την προσπάθεια διεύρυνσης τους πολιτικού και διπλωματικού της θετικού αποτυπώματος στην διεθνή αρένα, η εικόνα αυτή αλλάζει με την ομιλία του Γερμανού Καγκελάριου, στις 27 Φεβρουαρίου 2022, τρεις μόλις ημέρες μετά την Ρωσική εισβολή. Στην ομιλία που έλαβε χώρα στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, (Bundestag), ο Olaf Scholz, περιέγραψε στους Γερμανούς βουλευτές, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο που παρακολουθούσε εξ αποστάσεως, την ριζική αλλαγή της γερμανικής οπτικής επί του θέματος και την ανάγκη ανάληψης πρακτικών μέτρων που θα διασφαλίσουν την ακεραιότητα της Ένωσης.
Στο πλαίσιο της Zeitenwende περιλαμβάνονται τέσσερις πυλώνες δράσης της Γερμανικής πολιτείας. Ο πρώτος πυλώνας, αναφέρεται στην παροχή οπλισμού στον Ουκρανικό στρατό, βαρέων όπλων, αντιαεροπορικών συστημάτων, πυρομαχικών και υποστηρικτικού εξοπλισμού (Leistner, 2022). Επιπροσθέτως, λήφθηκαν μέτρα σε μία προσπάθεια να αποτραπεί η Ρωσία να συνεχίσει την πολεμική εμπλοκή όπως, ο αποκλεισμός των Ρωσικών τραπεζών και των ρωσικών κρατικών επιχειρήσεων από χρηματοδοτικά ταμεία, ο αποκλεισμός των Ρωσικών τραπεζών από το παγκόσμιο σύστημα ανταλλαγής μηνυμάτων και μεταφοράς χρημάτων, ενώ λήφθηκαν και προσωποποιημένες κυρώσεις εναντίον ιθυνόντων πολιτικών (με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση του Ρώσου Προέδρου Vladimir Putin) και ολιγαρχών που διατηρούν επενδύσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος. Παράλληλα, έγινε μία μεγάλη προσπάθεια ανεύρεσης οικονομικών πόρων, με σκοπό την ενίσχυση της Γερμανικής, αλλά και της της Ευρωπαϊκής άμυνας, συλλογικά. Η Bundestag ενέκρινε πακέτο 100 δισεκατομμυρίων ευρώ (Sondervermogen), με σκοπό την ενίσχυση των προμηθειών και την ενδυνάμωση των εγκαταστάσεων και των αρμάτων, ενώ δεσμεύτηκε η Γερμανία να επενδύει το 2% του ΑΕΠ της στην άμυνα και την ασφάλεια. Η παραπάνω δέσμευση έλαβε χώρα και το 2014, με την προσάρτηση της Κριμέας, όμως εν τέλει η Γερμανία δεν έθεσε ποτέ το πλαίσιο της υλοποίησής της μέχρι και το 2022. Τέλος, η Zeitenwende συμπεριλαμβάνει αλλαγές στην επενδυτική δραστηριότητα της Γερμανίας στον ενεργειακό τομέα, με τη σταδιακή απεξάρτηση από το Ρωσικό φυσικό αέριο, την επενδυτική επέκταση σε αποθήκες μακροχρόνιας χωρητικότητας και την ταχεία κατασκευή δύο νέων σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (Deni, Henke, Matlé, Besch, & Bosch, 2025).
Όλα τα παραπάνω, αποτελούν διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες άλλαξαν άρδην το πολιτικό προσκήνιο. Όμως τίθεται ένα εύλογο ερώτημα αυτό του «γιατί δεν υπήρξε αντίστοιχη διαρθρωτική κίνηση κάποια χρόνια πριν, όταν η Ρωσία εξαπέλυσε τις δυνάμεις της στην περιοχή της Κριμαίας;». Η απάντηση, λοιπόν, έγκειται αφενός στον βαθμό σκληρότητας των γεγονότων και αφετέρου στην διαφορετική οπτική που κυριάρχησε απέναντι στον κίνδυνο. Τα γεγονότα του 2014, εδράζονται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο από την κατάσταση που επικρατεί στην Ουκρανία από το 2022. Ο βαθμός της επικινδυνότητας της κατάστασης κρίθηκε μικρότερος, δεδομένων των επεισοδίων χαμηλής έντασης και των υβριδικών, κυρίως, μέσων που επιστράτευσε η Ρωσία. Επίσης, ο διάλογος και η εξεύρεση λύσης μέσω διπλωματικών καναλιών ήταν ένα ισχυρό ενδεχόμενο, έχοντας λάβει υπόψη τις Συμφωνίες Minsk, για την έλευση της ειρήνης. Τα γεγονότα όμως του 2022, αντανακλούν μία διαφορετική κατάσταση, εφόσον πλέον γίνεται λόγος για πλήρη εισβολή με στόχο την καθεστωτική αλλαγή. Έχοντας αυξηθεί η σκληρότητα και η γεωπολιτική βαρύτητα, έχει αλλάξει και ο τρόπος που η Γερμανία προωθεί την ασφάλεια στην Ευρώπη. Το 2014, η λύση για την σταθερότητα και την ασφάλεια ήταν η ενεργειακή εξάρτηση και η οικονομική συνεργασία μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Γερμανοί αξιωματούχοι ενστερνίζονταν σθεναρά πως η παγκοσμιοποίηση με την επερχόμενη αλληλεξάρτηση των κρατών της διεθνούς σκακιέρας και η διατήρηση των οικονομικών συμφερόντων, θα απέτρεπε τον αναθεωρητισμό. (Siddi, 2016). Όμως εφόσον κάτι τέτοιο δεν επαληθεύτηκε, η Γερμανία ξεκίνησε να κάνει ριζικές αλλαγές, να βαδίζει στο ρεύμα της από-παγκοσμιοποίησης (deglobalization), με την σταδιακή οικονομική, εμπορική και πολιτική απεξάρτηση να είναι ένα φαινόμενο που ήταν εν εξελίξει απλά επισφραγίστηκε με την ανάδυση της Ρωσικής επιθετικότητας (Pryke, 2022).
Έχοντας αναλύσει το πλαίσιο που λήφθηκαν οι αποφάσεις και ο τρόπος που θα πορευτεί η Ευρώπη και η Γερμανία ειδικότερα στον τομέα της ασφάλειας, σειρά έχει να δούμε εάν τρία χρόνια μετά την ομιλία του Γερμανού Καγκελαρίου, το περιεχόμενο της Zeitenwende, έχει πραγματωθεί και σε τι βαθμό έχει υπάρξει πρόοδος. Η πορεία του Zeitenwende κρίθηκε και από το NSS 2023 (National Security Strategy 2023) και ανέλυε την πορεία του Γερμανικού στρατιωτικού επιτελείου προς μία ασφαλέστερη ήπειρο. Μερίδα του επιστημονικού κόσμου έκανε λόγο για ελλιπές περιεχόμενο και σχεδιασμό που δεν δείχνει πως η Γερμανία διαθέτει σαφή προσανατολισμό και όραμα με στρατηγικά χαρακτηριστικά. Μάλιστα, οι αποσπασματικές κινήσεις της Γερμανίας και οι αντιφατικές πολιτικές που έχει υιοθετήσει, την καθιστούν και επίφοβη για την επίτευξη του δόγματος της συλλογικής ασφάλειας και την οικοδόμηση ενός ισχυρού εταίρου του ΝΑΤΟ (Bagger, 2019, σ. 35).
Επιπροσθέτως, μερίδα της επιστημονικής κοινότητας κάνει λόγο για βαθιά ριζωμένες στρατιωτικές αδυναμίες που αποτελούν τροχοπέδη για έναν ισχυρό και ανυπέρβλητο γερμανικό στρατό, ικανό να παράσχει σταθερότητα στον ευρωπαϊκό χώρο. Αν και ιδιαίτερα υψηλή, η παρεχόμενη επένδυση είναι δύσκολο να εξαλείψει τα βαθιά ριζωμένα ελλείμματα του γερμανικού στρατού, ειδικά όσον αφορά την έλλειψη εξοπλισμού, υποδομών, πυρομαχικών και προσωπικού. Σε γενικότερο επίπεδο, τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα, οι θεσμικοί περιορισμοί και η ιδιαίτερη στρατηγική κουλτούρα αυτοσυγκράτησης της Γερμανίας μπορούν να εμποδίσουν μαζικά την αποτελεσματική στρατιωτική ανάπτυξη (Pavlov, 2024). Ακόμη, μιλώντας με οικονομικούς όρους τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ για την άμυνα ενώ φαντάζουν ένα ικανότατο ποσό για αν όχι για ριζικές έστω για ουσιαστικές αλλαγές που θα ευοδωθούν κάποια στιγμή σε ριζικές, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν καταλλήλως δεδομένων των δυσμενών οικονομικών συγκυριών που επικρατούν στην ευρωπαϊκή οικονομία (πληθωρισμός, αυξανόμενα επιτόκια, υψηλός ΦΠΑ), δίχως επομένως να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση μιας ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Γερμανικού στρατού (Von Der Burchard, 2023).
Το Γερμανικό Συμβούλιο για τις Εξωτερικές Σχέσεις, σε άρθρο του το 2024, χαρακτήρισε αποτυχημένο το Zeitenwende («failed Zeitenwende»), γεγονός που εγείρει προβληματισμούς καθώς θα περίμενε κανείς ότι μία Γερμανική φωνή στον δημόσιο διάλογο, θα υπερασπιζόταν την πορεία του έργου το οποίο έχει αναλάβει να υλοποιήσει η Γερμανία. Η Zeitenwende θεωρείται αποτυχημένη όχι επειδή δεν υπήρξε ρητορική ή μεμονωμένα μέτρα, αλλά επειδή δεν μεταφράστηκε σε συνεκτική, αποφασιστική και στρατηγικά επαρκή πολιτική πράξη. Η Γερμανία, παρότι αύξησε τη στρατιωτική και οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία και ανακοίνωσε ιστορικές επενδύσεις στην άμυνα, δεν διαμόρφωσε σαφή στρατηγικό στόχο ουκρανικής νίκης, καθυστέρησε κρίσιμες αποφάσεις (όπως την παράδοση ορισμένων οπλικών συστημάτων), και διατήρησε στρατηγική ασάφεια απέναντι στη Ρωσία και ευρύτερα στα αυταρχικά καθεστώτα. Παράλληλα, η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία αντικαταστάθηκε από νέες και γεωπολιτικά προβληματικές εξαρτήσεις, ενώ η ενίσχυση της Bundeswehr προχώρησε αργά και χωρίς να εξασφαλίζει την πλήρη επιχειρησιακή αξιοπιστία που απαιτούν οι δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Zeitenwende παρέμεινε μερική, αντιφατική και περισσότερο διαχειριστική παρά μετασχηματιστική, οδηγώντας σε απώλεια αξιοπιστίας και ηγετικού ρόλου της Γερμανίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Tallis, 2024).
Είναι γεγονός πως η Ευρώπη δεν φημιζόταν ποτέ για την επιχειρησιακή της ικανότητα. Ο ρόλος της Γερμανίας σε αυτή την εξίσωση είναι κομβικός, ενώ στους εκπροσώπους της και στα πολιτικούς αξιωματούχους της ενσαρκώνεται η ελπίδα για ένα ασφαλέστερο και ευοίωνο μέλλον. Το γεγονός πως οι βλέψεις, οι προσδοκίες και το περιεχόμενο της Zeitenwende, δεν υλοποιήθηκαν στο διεθνές γίγνεσθαι, οφείλει να κινητοποιήσει την Ευρώπη, όχι μόνο την Γερμανία. Προφανώς, υπήρξαν οικονομικοί ή άλλοι λόγοι που οι προσδοκίες των Ευρωπαίων ομολόγων δεν έγιναν πράξη. Οφείλουμε πλέον συλλογικά να να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα σε βάθος και με μεθοδικότητα να δημιουργήσουμε έναν ισχυρό γεωπολιτικό θύλακα, με στρατιωτική, διαπραγματευτική και ιστορική ισχύ.
Βιβλιογραφία
Ακαδημαϊκές Πηγές
Bagger, Τ. (2019, Ιανουάριος). The World According to Germany: Reassessing 1989. The Washington Quarterly, 4(41), σσ. 53-63. Ανάκτηση από https://www.atlantik-bruecke.org/the-world-according-to-germany-reassessing-1989/
Deni, J., Henke, M., Matlé, A., Besch, S., & Bosch, T. (2025, Φεβρουάριος). Assessing the Zeitenwende: Implications for Germany, the United States, and Transatlantic Security. Carlisle Barracks, PA: US Army War College Press, σσ. 22-23. Ανάκτηση από https://press.armywarcollege.edu/monographs/976?utm_source=press.armywarcollege.edu%2Fmonographs%2F976&utm_medium=PDF&utm_campaign=PDFCoverPages
Ganter, J. (2023). EXTERNAL SHOCKS OR DOMESTIC PRESSURES: WHAT LED TO GERMANY’S ZEITENWENDE? Journal of International Affairs, 2(75), σσ. 69-78. Ανάκτηση Δεκέμβριος 2025, από https://www.jstor.org/stable/27231737
Leistner, Α. (2022, Ιούνιος). UPDATE: Welche Waffen hat Deutschland an die Ukraine geliefert? Euronews, σ. 1. Ανάκτηση Δεκέμβριος 2025, από https://de.euronews.com/2022/06/21/waffen-deutschland-ukraine?utm_source=
Pavlov, A. (2024). The “Zeitenwende” in German defence policy: major steps, limits and risks. Social Sciences and Contemporary World(6), σσ. 124-137. doi:https://doi.org/10.31857/S0869049924060096
Pryke, S. (2022, Ιούλιος). Deglobalisation – What’s in a World Word? Global Policy, σ. 1. Ανάκτηση από https://www.globalpolicyjournal.com/blog/27/07/2022/deglobalisation-whats-world-word
Siddi, M. (2016). German Foreign Policy towards Russia in the Aftermath of the Ukraine. Europe-Asia Studies, 4(68), σσ. 665-677. doi:10.1080/09668136.2016.1173879
Tallis, Β. (2024, Αύγουστος). The End of the Zeitenwende. German Council of Foreign Relations, σ. 1. Ανάκτηση από https://dgap.org/en/research/publications/end-zeitenwende?utm_source=
Ειδησεογραφικές Πηγές
European Commission. (2025). Eastern Partnership. Official Website of European Union. Ανάκτηση από https://enlargement.ec.europa.eu/european-neighbourhood-policy/eastern-partnership_en?prefLang=el
Von Der Burchard, H. (2023, Φεβρουάριος). GermanChancellor Vows “Leadership”with Call to Further Arm Ukraine. Politico, σ. 1. Ανάκτηση από https://www.politico.eu/article/olaf-scholz-germany-ukraine-arms-tanks/
Προέλευση εικόνας εξωφύλλου:
Ole Schleef / DER SPIEGEL, Spiegel Politik, Δεκέμβριος 2022
