Γράφει ο Γιάννης Σερέφας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), αποτελεί το δικαιοδοτικό όργανο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγών σχετικά με παραβιάσεις των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (Vitkauskas & Dikov, 2017, σ. 11-12). Μέσω του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (Vitkauskas & Dikov, 2017, σ. 11). Μέσω της νομολογίας του ΕΔΔΑ, έχει επανειλημμένα επισημανθεί ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, καθώς τα κράτη μπορούν να θεσπίζουν δικονομικούς κανόνες που αποσκοπούν στην ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης και στη διαχείριση κατά τρόπο αποτελεσματικό του όγκου υποθέσεων εκ μέρους των δικαστηρίων (Τσιλιώτης, 2024). Ωστόσο, οι περιορισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται με τρόπο υπερβολικά φορμαλιστικό, ώστε να καθίσταται δυσανάλογα δύσκολη η πρόσβαση των διαδίκων στη δικαιοσύνη (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 60).
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2024 στην υπόθεση Τσιώλης κατά Ελλάδας, στην οποία το ΕΔΔΑ εξέτασε κατά πόσο η εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ) ήταν συμβατή με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024). Η απόφαση είναι σημαντική, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπερβολικά αυστηρή εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 84).
Εν προκειμένω, ο κ. Τσιώλης (εφεξής ο προσφεύγων), Έλληνας υπήκοος, προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 1-3). Η προσφυγή υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 της Σύμβασης, το οποίο παρέχει σε κάθε φυσικό πρόσωπο τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου όταν θεωρεί ότι έχει υπάρξει παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση εκ μέρους ενός συμβαλλόμενου κράτους (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024). Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η απόρριψη της αίτησης αναίρεσης που είχε ασκήσει ενώπιον του ΣτΕ λόγω μη ικανοποίησης των προϋποθέσεων παραδεκτού, συνιστούσε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του για πρόσβαση σε δικαστήριο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 43-45). Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση αίτησης αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ είχε ως αποτέλεσμα να μην εξεταστεί επί της ουσίας η υπόθεσή του από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 43-45).
Η υπόθεση αφορά τη διοικητικής φύσεως διαφορά που ανέκυψε μεταξύ του προσφεύγοντος και του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με την εκμετάλλευση ιχθυοτροφικής μονάδας στον Αμβρακικό κόλπο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 5). Ο προσφεύγων, ιδιοκτήτης της εν λόγω μονάδας, υποστήριξε ότι οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν όσον αφορά τη χρήση της ιδιοκτησίας του, περιόρισαν ουσιωδώς τη δυνατότητα εκμετάλλευσής της και του προκάλεσαν οικονομική ζημία (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 5-6). Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω περιορισμοί συνιστούσαν παράνομη παρέμβαση στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία του (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 5-6).
Η αγωγή εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο την απέρριψε (ECHR CaseLaw, 2024). Κατόπιν άσκησης έφεσης, το αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι η αξίωση του προσφεύγοντος είχε υποπέσει σε παραγραφή (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 11). Ο προσφεύγων άσκησε στη συνέχεια αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 14), η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθώς δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 53 παρ. 3 του Π.Δ. 18/1989, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Νόμο 3900/2011 (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 24 και 28-30). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο διάδικος που ασκεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ, οφείλει να αποδείξει ότι η υπόθεση εγείρει ζήτημα γενικότερου νομικού ενδιαφέροντος ή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του ΣτΕ ή άλλων ανώτατων δικαστηρίων (Ρουπίνα, 2025). Στην προκειμένη περίπτωση, το ΣτΕ έκρινε ότι δεν είχε τεκμηριωθεί επαρκώς το επιχείρημα πως η υπόθεση εγείρει τέτοιο ζήτημα ή ότι υφίσταται αντίθεση με πάγια νομολογία, με αποτέλεσμα η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 28-30).
Κατόπιν της έκδοσης της προαναφερόμενης απόφασης, όπως καταδείχθηκε και ανωτέρω, ο αιτών προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υποστηρίζοντας ότι η απόρριψη της αίτησης αναίρεσης για λόγους καθαρά δικονομικούς είχε ως αποτέλεσμα να αποστερηθεί της δυνατότητας ουσιαστικής εξέτασης της υπόθεσής του από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας γεγονός που ισοδυναμούσε με παραβίαση του αρ. 6 ΕΣΔΑ (Τσιλιώτης, 2024). Περαιτέρω, ο προσφεύγων επικαλέστηκε και παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια προσδιόρισαν το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής της αξίωσής του έθιξε το δικαίωμά του στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 87).
Κατόπιν τούτων, το ΕΔΔΑ εξέτασε αρχικώς αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 35 ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 42) βάσει του οποίου προβλέπεται ότι ο προσφεύγων οφείλει προηγουμένως να έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα και να έχει ασκήσει την προσφυγή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (ECHR CaseLaw, 2024). Η προϋπόθεση αυτή δε, αντανακλά την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης ανήκει πρωτίστως στα εθνικά δικαστήρια των κρατών-μελών (Τσιλιώτης, 2024). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε εξαντλήσει τα διαθέσιμα εσωτερικά ένδικα μέσα (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024) και ως εκ τούτου, η προσφυγή κρίθηκε παραδεκτή, δεδομένου ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 της Σύμβασης και δεν ήταν προδήλως αβάσιμη (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εξέταση της προσφυγής εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη λειτουργία του κράτους δικαίου και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος στην Ελλάδα εν γένει (HIAS, 2025, σ. 15).
Εν συνεχεία, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε, όσον αφορά την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, ότι οι προϋποθέσεις παραδεκτού συνδέονται με την ορθή απονομή και οργάνωση της δικαιοσύνης και είναι επαρκώς προβλέψιμες, ενώ η απόρριψή της αποτελούσε συνέπεια της μη τήρησής τους (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 48). Αντιθέτως, ο προσφεύγων τόνισε ότι η εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού στην περίπτωσή του υπήρξε υπερβολικά αυστηρή και είχε τελικώς ως αποτέλεσμα την αποστέρηση της δυνατότητας πρόσβασης σε δικαστήριο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 43-45). Κατά τον ισχυρισμό του, το βάρος απόδειξης που έφερε ο ίδιος περί του γεγονότος ότι η υπόθεση ενέγειρε ένα ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ή ότι υφίστατο αντίθεση με την προγενέστερη νομολογία ήταν δυσανάλογο, ιδίως ενόψει των δυσχερειών πρόσβασης σε πλήρη και συστηματικά δημοσιευμένη σχετική νομολογία (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024). Στο πλαίσιο αυτό, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η υπερβολικά τυπική εφαρμογή των δικονομικών προϋποθέσεων οδήγησε σε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, θίγοντας την ουσία του δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ECHR CaseLaw, 2024).
Ακολούθως, το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αξιολογώντας κατά πόσο η εφαρμογή των εθνικών δικονομικών περιορισμών στην αναιρετική διαδικασία ήταν συμβατή με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024). Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης δεν είναι απόλυτο και ότι τα κράτη μπορούν να θεσπίζουν σχετικούς δικονομικούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι μέσω των διαφόρων περιορισμών επιδιώκεται θεμιτός σκοπός και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Τσιλιώτης, 2024). Ωστόσο, υπογραμμίστηκε ότι οι συναφείς διατάξεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται με υπερβολικό φορμαλισμό, διότι σε μία τέτοια περίπτωση η πρόσβαση στη δικαιοσύνη θα καθίστατο υπερβολικά δυσχερής ή πρακτικά ανέφικτη (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 60).
Ειδικότερα, το Δικαστήριο αξιολόγησε την πρακτική συνέπεια της απαίτησης περί τεκμηρίωσης του επιχειρήματος της έλλειψης σχετικής νομολογίας ή της ύπαρξης αντίθετης νομολογίας, ενόψει των πρακτικών δυσχερειών πρόσβασης των διαδίκων σε πλήρη και συστηματικά δημοσιευμένη σχετική νομολογία (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 84). Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε ο επίμαχος δικονομικός κανόνας στην υπόθεση του προσφεύγοντος, ήταν δυσανάλογος ως προς το βάρος απόδειξης που έφερε ο τελευταίος, με αποτέλεσμα να θίγεται η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (Τσιλιώτης, 2024). Επίσης, το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη το γεγονός ότι μέσω των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, επιδιώκεται κατ’ αρχήν, θεμιτός σκοπός, καθώς αυτές συνδέονται με τη λειτουργία τόσο της αναιρετικής δίκης και εν γένει διαδικασίας όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας ως ανωτάτου δικαστηρίου (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 66). Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού υπήρξε υπερβολικά φορμαλιστική και οδήγησε σε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, καθώς τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα να θιγεί η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 74 και 86).
Ως προς το ζήτημα της παραβίασης του αρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δε, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να γίνει λόγος για «περιουσία» κατά την έννοια της Σύμβασης και ότι η συγκεκριμένη αιτίαση έπρεπε να απορριφθεί ως ασύμβατη ratione materiae (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 88). Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει την παραδεκτότητα και την ουσία της εν λόγω αιτίασης (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 90). Τέλος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 της Σύμβασης το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2024, παρ. 94).
Κλείνοντας, η επίμαχη απόφαση καταδεικνύει ότι η αναιρετική διαδικασία θα πρέπει να ερείδεται σε δικονομικούς κανόνες, η εφαρμογή των οποίων όμως, δεν θίγει την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (Τσιλιώτης, 2024). Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης θεσπίστηκαν, μεταξύ άλλων, για να περιοριστεί ο όγκος υποθέσεων που χειρίζεται το ΣτΕ και να διασφαλιστεί ότι αυτό επιλαμβάνεται κυρίως υποθέσεων που εγείρουν ζητήματα γενικότερου νομικού ενδιαφέροντος (Ρουπίνα, 2025). Ωστόσο, η αυστηρή εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού μπορεί να οδηγήσει σε «νομική τυπολατρία», όταν το ενδιαφέρον επικεντρώνεται αποκλειστικώς στη σχολαστική τήρηση των τιθέμενων απαιτήσεων δικονομικής φύσεως (Νομική Βιβλιοθήκη Daily, 2024). Όπως τονίστηκε και ανωτέρω, οι δικονομικοί κανόνες οφείλουν να υπηρετούν την αποτελεσματική δικαστική προστασία και όχι να οδηγούν στη μη εξέταση των αιτήσεων αναίρεσης επί της ουσίας για καθαρά τυπικούς λόγους (Γούλας, 2024). Επιπλέον, η εδώ εξεταζόμενη υπόθεση εντάχθηκε στο πλαίσιο ευρύτερων συζητήσεων για το κράτος δικαίου, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη εμπράκτως και την αποτελεσματική δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια (HIAS, 2025, σ. 3) ενώ υπογραμμίστηκε ότι τα κράτη διαθέτουν μεν περιθώριο θέσπισης δικονομικών κανόνων, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι η εφαρμογή τους δεν οδηγεί σε υπερβολικό φορμαλισμό θίγοντας τελικώς, την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο (Τσιλιώτης, 2024).
Πηγές:
Βιβλία
Vitkauskas, D. and Dikov, G. (2017). Protecting the Right to a Fair Trial under the European Convention on Human Rights. Strasbourg: Council of Europe. Διαθέσιμο σε: https://rm.coe.int/protecting-the-right-to-a-fair-trial-under-the-european-convention-on-/168075a4dd
Αρθρογραφία
ECHR CaseLaw (2024). Η νομολογιακή τακτική του ΣτΕ στις προϋποθέσεις του παραδεκτού στις αναιρέσεις είναι υπερβολικά φορμαλιστική και παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο! Διαθέσιμο στο: https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/i-nomologiaki-taktiki-tou-ste-stis-proipotheseis-tou-paradektou-stis-anireseis-einai-ipervolika-formalistiki-kai-paraviazei-to-dikaioma-prosvasis-se-dikastirio/
HIAS Greece et al. (2025). Joint Civil Society Submission on the 2024 Rule of Law Report: The State of the Rule of Law in Greece. Διαθέσιμο στο: https://hias.org/wp-content/uploads/RoL2025_JointSubmission_CSO_Greece-1.pdf
Γούλας, Γ. (2024). Η νομική τυπολατρία στερεί δικαιώματα – Καταδίκη για την Ελλάδα από το Ευρωδικαστήριο. Νομική Βιβλιοθήκη Daily. Διαθέσιμο στο: https://daily.nb.org/nomothesia-nomologia/i-nomiki-typolatria-sterei-dikaiomata-katadiki-gia-tin-ellada-apo-to-evrodikastirio/
Νομική Βιβλιοθήκη Daily (2024). Ανατροπή: Σε ασυμφωνία το ΣτΕ με το ΕΔΔΑ – Θρυαλλίδα η απόφαση «Τσιώλης κατά Ελλάδας». Διαθέσιμο στο: https://daily.nb.org/nomika-nea/anatropi-to-ste-diapsevdei-to-edda-thryallida-i-apofasi-tsiolis-kata-elladas/
Νομολογία
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (2024). Υπόθεση Τσιώλης κατά Ελλάδας (Προσφυγή αριθ. 51774/17). 19 Νοεμβρίου. Διαθέσιμη στο: https://www.nsk.gr/web/nsk/anazitisi-apophaseon?p_p_id=nskedad_WAR_nskplatformportlet&p_p_lifecycle=0&p_p_state=normal&p_p_mode=view&p_p_col_id=column-4&p_p_col_pos=1&p_p_col_count=2
Ρουπίνα, Ν. (2025). Το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σχόλιο στην απόφαση ΕΔΔΑ Τσιώλης κατά Ελλάδας. Νομαρχία. Διαθέσιμο στο: https://nomarchia.gr/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BD/
Τσιλιώτης, Χ. (2024). Η απόφαση της 19.11.2024 του ΕΔΔΑ (Τσιώλης κατά Ελλάδας) ως ρήγμα και όχι αναίρεση των προϋποθέσεων παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ. Syntagma Watch. Διαθέσιμο στο: https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/thema-h-apofash-ths-19-11-2024-tou-edda-tsiwlis-kata-elladas-ws-rhgma-kai-oxi-anairesh-twn-proypothesewn-paradektou-ths-aithsews-anairesews-enwpion-tou-ste/
Πηγή εικόνας:
European Network of National Human Rights Institutions (2023). NHRIs hold up a mirror to the rule of law in the European Union. Διαθέσιμο σε: https://ennhri.org/news-and-blog/nhris-hold-up-a-mirror-to-the-rule-of-law-in-the-european-union/
