Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Project HR Journal

Υπόθεση Τσατάνη κατά Ελλάδας: το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το ζήτημα της αμεροληψίας των δικαστικών οργάνων

Γράφει η Εβελίνα Τουλουπάκη

Μέσω της παρούσας ανάλυσης, επιχειρείται να παρουσιαστούν τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης Τσατάνη κατά Ελλάδος, υπό το πρίσμα του άρθρου 6§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Το εν λόγω δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, συνιστά θεμελιώδη εγγύηση κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και αποτελεί μία ευθύνη βαρύνουσας σημασίας για τους δικαστικούς λειτουργούς του εκάστοτε κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ως γνωστόν, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα ή μη κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.

Η παρούσα υπόθεση αφορά την πειθαρχική δίωξη που ασκήθηκε κατά της πρώην εισαγγελέως στο Εφετείο Αθηνών κ. Γεωργίας Τσατάνη, Ελληνίδας υπηκόου, γεννηθείσας το 1952 (ECHRCaseLaw, 2025), ότε το 2015 χειριζόταν τον φάκελο της δικογραφίας που αφορούσε την υπόθεση του κ. Βγενόπουλου και των συνεργατών του, στην οποία εμπλέκονταν Έλληνες και Κύπριοι πολίτες. Κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η κ. Τσατάνη, υπήρξε πίεση εκ μέρους του κ.  Δημήτρη Παπαγγελόπουλου -πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης-, για επιστροφή της δικογραφίας στην Εισαγγελέα Διαφθοράς κ. Ελένη Ράικου, προκειμένου να ασκηθούν ποινικές διώξεις (Βουλή των Ελλήνων, 2020, σελ. 346-347), παρά το γεγονός ότι αναμφισβήτητα δεν είχε την αρμοδιότητα ο κ. Παπαγγελόπουλος να παρεμβαίνει στην άσκηση των καθηκόντων των αρμοδίων δικαστικών λειτουργών.

Η απόφαση της εισαγγελέως Τσατάνη να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει τον Μάρτιο του 2016 πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα σε βάρος της από την τότε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κ. Βασιλική Θάνου (εφεξής Β.Θ.), μετά και από τις ανησυχίες που εξέφρασαν ο Yπουργός Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου. Η κ. Β.Θ. κάλεσε την κ. Τσατάνη να υποβάλλει γραπτές εξηγήσεις εντός 10ημέρου (European Court of Human Rights, 2026, par. 5). Η κ. Τσατάνη υπέβαλε στη συνέχεια αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (εφεξής Α.Π.), καταγγέλλοντας το γεγονός ότι ο κ. Παπαγγελόπουλος είχε αναφερθεί στην εκκρεμούσα εναντίον της πειθαρχική διαδικασία σε ομιλία του στο Κοινοβούλιο στις 29 Μαρτίου 2016, παρά τον μυστικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Επιπλέον, τόνισε πως η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ήταν αρμοδιότητα του Εισαγγελέως του Α.Π. και όχι της κ. Β.Θ. (European Court of Human Rights, 2026, par. 6). Στις 4 Απριλίου 2016, η κ. Τσατάνη υπέβαλε και γραπτές εξηγήσεις στην κ. Β.Θ. συνοδευόμενες από αίτηση εξαίρεσής της, ισχυριζόμενη πως η τελευταία δεν ήταν αμερόληπτη δεδομένου ότι: α) είχε παράσχει στον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης εμπιστευτικές πληροφορίες αναφορικά με την πορεία της εκκρεμούσας πειθαρχικής διαδικασίας, β) είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης και με Κύπριους αξιωματούχους λόγω της προηγούμενης ιδιότητάς της ως υπηρεσιακής Πρωθυπουργού τον Σεπτέμβριο του 2015 και γ) είχε απευθύνει ερωτήσεις στο πλαίσιο της εξέτασης δείχνοντας μία εμφανώς προκατειλημμένη στάση, ενώ παράλληλα της είχε αποστερήσει τη δυνατότητα πρόσβασης στον πλήρη φάκελο της δικογραφίας (European Court of Human Rights, 2026, par. 9).

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 12 Απριλίου 2016, η κ. Β.Θ. ανέθεσε την προκαταρκτική έρευνα σε Αντιπρόεδρο του Α.Π., δηλώνοντας πως η αίτηση εξαίρεσης ήταν καταχρηστική, με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας (European Court of Human Rights, 2026, par. 13). Εκτός αυτού, η Πρόεδρος του Α.Π. προέβη και στη δημοσίευση σχετικού επίσημου δελτίου τύπου όπου αναφέρθηκε ρητά στην κ. Τσατάνη και χαρακτήρισε την αίτηση εξαίρεσής της αβάσιμη και καταχρηστική, δηλώνοντας ότι παρεμπόδιζε «μεγάλα και διαπλεκόμενα συμφέροντα» (European Court of Human Rights, 2026, par. 32). Η Αντιπρόεδρος του Α.Π., ολοκληρώνοντας τη διενέργεια της προκαταρτικής έρευνας, απέρριψε το αίτημα εξαίρεσης ελλείψει εννόμου συμφέροντος και πρότεινε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από την κ. Β.Θ. εναντίον της κ. Τσατάνη, όπως και συνέβη στις 24 Ιουνίου 2016 ενώ η αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλλε η προσφεύγουσα κατά της κ. Β.Θ. κρίθηκε απαράδεκτη καθώς δεν είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα του Α.Π, σύμφωνα με τα άρθρα 17§2, 19 και 20 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (European Court of Human Rights, 2026, par.18). Τελικώς, η κ. Τσατάνη παραπέμφθηκε στο Επταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Α.Π., το οποίο με την υπ’ αριθ. 22/2016 απόφασή του απέρριψε τις ενστάσεις της περί ακυρότητας της προδικασίας και την κήρυξε ένοχη για βαριά αμέλεια, η οποία έβλαψε το κύρος της δικαιοσύνης. Το Συμβούλιο έκρινε πως η κ. Τσατάνη αρχειοθέτησε ποινικές υποθέσεις που υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Διαφθοράς και συγχρόνως, παραβίασε συμφωνία που είχε συναφθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού της Ε.Ε. για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) μεταξύ των ελληνικών και κυπριακών αρχών. Για αυτό τον λόγο, της επεβλήθη η ποινή της στέρησης αποδοχών 60 ημερών (European Court of Human Rights, 2026, par. 22).

Ακολούθως, η κ. Τσατάνη άσκησε έφεση κατά της προαναφερόμενης απόφασης, η οποία εκδικάστηκε από το Εννεαμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Α.Π. και απορρίφθηκε με το επιχείρημα ότι: α) η αίτηση εξαίρεσης κατά της κ. Β.Θ. ήταν αβάσιμη και β) η κ. Β.Θ. είχε την εξουσία βάσει εθνικής νομοθεσίας (συγκεκριμένα το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 99§9 του Ν. 1756/1988) να διενεργεί προσωπικά προκαταρκτικές πειθαρχικές έρευνες και να ασκεί πειθαρχική δίωξη, εάν μία υπόθεση παρουσίαζε μεγάλο κοινωνικοοικονομικό ενδιαφέρον ή είχε λάβει δημοσιότητα (European Court of Human Rights, 2026, par. 23).

Κατόπιν τούτων, η κ. Τσατάνη προσέφυγε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), με την υπ’ αριθ. 42514/2026 ατομική προσφυγή της, επικαλούμενη παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, ήτοι του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ, «Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί της εξέτασης προσφυγής που υποβάλλεται από κάθε φυσικό πρόσωπο, μη κυβερνητικό οργανισμό ή ομάδα ατόμων, που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παραβίασης, από ένα από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση ή στα Πρωτόκολλά της. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην παρεμποδίζουν με κανένα μέτρο την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αυτού» (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950). Η προσφυγή δε, εισήχθη παραδεκτώς ενώπιον του ΕΔΔΑ, καθώς η κ. Τσατάνη ήταν Ελληνίδα υπήκοος που επικαλέστηκε παραβίαση της ΕΣΔΑ από κράτος- μέλος συμβαλλόμενο σε αυτή, έχοντας εξαντλήσει τα διαθέσιμα εσωτερικά ένδικα μέσα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 35 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2021).

Το Δικαστήριο στην απόφασή του έκρινε πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, τονίζοντας πως αυτό (το άρθρο) εγγυάται τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης αμεροληψίας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο σχολίασε πως τα Πειθαρχικά Συμβούλια του Α.Π. λειτουργούν ως δικαστήρια με πλήρη δικαιοδοσία με στόχο την απόδοση ή μη πειθαρχικής ευθύνης με ταυτόχρονη τήρηση των εγγυήσεων του άρθρου 6 ΕΣΔΑ (European Court of Human Rights, 2026, par. 72). Ως εκ τούτου, η εξέταση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας περιορίστηκε σε εκείνη που διεξήχθη ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 6§1, στην εν λόγω διάταξη τονίζεται ρητά ότι: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης». Η έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως», όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 6§1, είναι αυτόνομη ενώ προκειμένου να διαπιστωθεί η στοιχειοθέτησή της, χρησιμοποιούνται εκ μέρους του Δικαστηρίου τα περίφημα κριτήρια Engel (European Court of Human Rights, 2026, par. 47), όπως αυτά έχουν προκύψει νομολογιακώς μέσω της ομώνυμης απόφασης του ΕΔΔΑ (Πρεδεβούρου, 2015, σελ. 525). Ειδικότερα, το πρώτο κριτήριο αφορά τον χαρακτηρισμό της εκάστοτε παράβασης στο εθνικό δίκαιο που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για την περαιτέρω εξέταση της διάταξης. Το δεύτερο κριτήριο, σχετίζεται με τη φύση της παράβασης ενώ όταν ένας κανόνας απευθύνεται σε αόριστο αριθμό προσώπων που δεν εμπίπτουν σε ειδικό καθεστώς, τότε γίνεται λόγος περί ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης. Επιπροσθέτως, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη και τον σκοπό της εκάστοτε κύρωσης και αν αυτός είναι ο κολασμός του δράστη, ώστε να αποφευχθεί τυχόν υποτροπή του, τότε πάλι πρόκειται για κύρωση ποινικής φύσεως. Το τελευταίο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη δε, είναι η βαρύτητα της κύρωσης (European Court of Human Rights, 2026, par. 47).

Εν προκειμένω, ο ισχυρισμός της κ. Τσατάνη πως στην εν λόγω υπόθεση το άρθρο εφαρμοζόταν ως προς τα ζητήματα τόσο ποινικής όσο και αστικής φύσεως απορρίφθηκε διότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η διαδικασία που κινήθηκε εναντίον της και οι κυρώσεις που υπέστη ήταν καθαρά πειθαρχικής και όχι ποινικής φύσεως. Το Δικαστήριο άλλωστε σε πλήθος υποθέσεων έκρινε ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικαστών δεν ισοδυναμούν με ποινικής φύσεως κατηγορία εναντίον τους (όπως στις υποθέσεις Kamenos v. Cyprus, Oleksandr Volkov v. Ukraine, Xhoxhaj v. Albania). Σύμφωνα με τα ως άνω δε, το Δικαστήριο κατέληξε πως το επίμαχο άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής ως προς το ποινικό σκέλος του (European Court of Human Rights, 2026, par. 48).

Όσον αφορά τις αμφισβητήσεις δικαιωμάτων αστικής φύσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τα κριτήρια Eskelinen, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην απόφαση Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, η ιδιότητα του «δημοσίου υπαλλήλου» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να εξαιρεθεί ένα πρόσωπο από την προστασία του άρθρου, εκτός αν πληρούνται δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις (European Court of Human Rights, 2026, par. 50). Ειδικότερα, τεκμαίρεται η εφαρμογή του άρθρου 6, και εναπόκειται στην εναγόμενη κυβέρνηση να αποδείξει, πρώτον, ότι ο αιτών δημόσιος υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο βάσει του εθνικού δικαίου και, δεύτερον, ότι ο αποκλεισμός των δικαιωμάτων που προβλέπει το άρθρο 6 για τον δημόσιο υπάλληλο είναι δικαιολογημένος (Συμβούλιο της Ευρώπης/ Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013, σελ. 10). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα Πειθαρχικά Συμβούλια του Α.Π. έχουν πλήρη δικαιοδοσία για τον προσδιορισμό της πειθαρχικής ευθύνης. Αν υπάρξει υπόνοια περί έλλειψης αμεροληψίας των προσώπων που συγκροτούν τα Συμβούλια δε, υφίσταται δυνατότητα υποβολής αιτήματος εξαίρεσης ενώ όπως είναι αναμενόμενο, στις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων τυγχάνουν εφαρμογής οι εγγυήσεις που θέτει το άρθρο 6.

Σε σχέση με την αίτηση εξαίρεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημόσια δήλωση της κ. Β.Θ. είχε ως συνέπεια να τεθεί εν αμφιβόλω η δυνατότητα διασφάλισης της αμεροληψίας των εμπλεκομένων προσώπων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι εν γένει, η έννοια της αμεροληψίας ερείδεται σε δύο στοιχεία: το υποκειμενικό, το οποίο σχετίζεται με τις προσωπικές προκαταλήψεις ή τυχόν μεροληψία του εκάστοτε δικαστή και το αντικειμενικό, που αφορά ζητήματα, όπως η εύλογη υπόνοια μεροληψίας (Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συμβούλιο της Ευρώπης, 2016, σελ. 42). Επειδή η απόδειξη της μεροληψίας από υποκειμενικής απόψεως απαιτεί προσδιορισμό των προσωπικών πεποιθήσεων συγκεκριμένου δικαστή –γεγονός ιδιαιτέρως δυσχερές, στις περισσότερες υποθέσεις εξετάζεται το αντικειμενικό κριτήριο. Δια αυτό τον λόγο, ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο κατά πόσο ο δικαστής παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης σχετικής αμφιβολίας (European Court of Human Rights, 1993, par. 28) ενώ οι εφαρμοζόμενες διαδικασίες σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να είναι απαλλαγμένες από οποιαδήποτε υπόνοια μεροληψίας.

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κ. Β.Θ. ήταν Πρόεδρος του Α.Π., αλλά και πρώην υπηρεσιακή Πρωθυπουργός της χώρας, ήταν επιτακτική η ανάγκη να μη δοθεί η εντύπωση πως (αυτή) επιθυμούσε να επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την έκβαση της διαδικασίας (European Court of Human Rights, 2026, par. 77). Δεδομένου ότι η κίνηση πειθαρχικής έρευνας κατά δικαστικών λειτουργών ήταν ικανή να ασκήσει πίεση σε αυτούς, οι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή της ήταν υποχρεωμένοι να ενεργούν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία ενώ η δήλωση της κ. Β.Θ. ενόσω βρισκόταν εν εξελίξει η προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα, ήταν ασυμβίβαστη με την έννοια του «αμερόληπτου και ανεξάρτητου δικαστηρίου».

Για τους ως άνω λόγους, το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι ιδιαιτερότητες της επίμαχης διαδικασίας δεν ήταν σύμφωνες με τις σχετικές προβλέψεις της Σύμβασης βάσει του αντικειμενικού κριτηρίου αμεροληψίας (European Court of Human Rights, 2026, par. 86). Επίσης, έκρινε ότι οι προβληματισμοί της κ. Τσατάνη περί έλλειψης αμεροληψίας δεν ήταν παράλογοι, αδικαιολόγητοι ή υποκειμενικοί και υπήρξε πράγματι παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης (European Court of Human Rights, 2026, par. 87). Τέλος, κ. Τσατάνη δεν είχε υποβάλει κανένα αίτημα σχετικά με δίκαιη ικανοποίηση ή καταβολή εξόδων και δαπανών και συνεπώς, το Δικαστήριο ανέφερε πως δεν συνέτρεχε λόγος να επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό για τους ανωτέρω λόγους (European Court of Human Rights, 2026, par.  88). Δέον όπως επισημανθεί, πως εκτός της πλειοψηφίας 6 προς 1 βάσει της οποίας διαμορφώθηκε τοιουτοτρόπως το σκεπτικό της επίμαχης απόφασης, ο Δικαστής Roosma που προήδευε, εξέφρασε μειοψηφούσα γνώμη.

Κλείνοντας, τo γνωστό γνωμικό του Lord Gordon Hewart,It is not merely of some importance but of fundamental importance that justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done, φαίνεται να συνοψίζει εύστοχα την ανάγκη περί της αμερόληπτης κρίσης των δικαστικών οργάνων τα οποία καλούνται να διαχειρίζονται τις εκάστοτε διαδικασίες κατά τρόπο διαφανή, αντικειμενικό και αμερόληπτο. Στην υπόθεση Τσατάνη, το ΕΔΔΑ ορθώς έκρινε πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, καθώς η δημόσια δήλωση της Προέδρου του ΑΠ κατά τη διάρκεια της επίμαχης διαδικασίας, σε συνδυασμό με τον θεσμικό της ρόλο και την προηγούμενη ιδιότητά της ως υπηρεσιακής Πρωθυπουργού της χώρας, δημιούργησε εύλογες αμφιβολίες για την ουδετερότητα του αρμοδίου εν προκειμένω οργάνου. Μέσω της εδώ εξεταζόμενης απόφασης δε, δεν αμφισβητήθηκε η εξουσία του Α.Π. να προβαίνει στις απαιτούμενες πειθαρχικές διαδικασίες, αλλά τονίστηκε η αναγκαιότητα διασφάλισης σε κάθε περίπτωση, της τήρησης της αρχής της αμεροληψίας και εν γένει των εγγυήσεων του αρ. 6§1 ΕΣΔΑ.

 

Πηγές:

Πρωτογενείς πηγές-Νομοθεσία

Βουλή των Ελλήνων. (2020). Πόρισμα της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής προς Διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης Σχετικά με τη Διερεύνυση Αδικημάτων που τυχόν έχουν τελεσθεί από τον Πρώην Αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Δημήτριο Παπαγγελόπουλο κατά την Άσκηση των Καθηκόντων του. Διαθέσιμο στο: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/510129c4-d278-40e7-8009-e77fc230adef/%CE%A0%CE%9F%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%91_pagenumber.pdf

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (2021). Το ΕΔΔΑ σε 50 ερωτήσεις. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/50Questions_ELL

Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρα 34 και 35. Διαθέσιμη στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ell

Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συμβούλιο της Ευρώπης. (2016). Εγχειρίδιο σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/handbook_access_justice_ell

Συμβούλιο της Ευρώπης / Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (2013). Οδηγός για το Άρθρο 6 – Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (πολιτικό σκέλος). Διαθέσιμο στο: https://rm.coe.int/1680700aaf

 

 

Αρθρογραφία

ECHRCaseLaw. (2025). Επίδραση δημόσιας δήλωσης Προέδρου του ΑΠ στις πειθαρχικές διαδικασίες κατά εισαγγελέως. Παραβίαση της αντικειμενικής αμεροληψίας και καταδίκη της Ελλάδας. 14 Οκτωβρίου. Διαθέσιμο στο: https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/επιστροφή‑δημοσίας‑δήλωσης‑προέδρου‑του‑απ‑στις‑πειθαρχικές‑διαδικασίες‑κατά‑εισαγγελέως‑παραβίαση‑της‑αντικειμενικής‑αμεροληψίας‑και‑καταδίκη‑της‑ελλάδας/

Πρεδεβούρου Ευγενία. (2015). H εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στην περίπτωση σωρευτικής επιβολής διοικητικών κυρώσεων – Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1091/2015. Νομικές Συμβολές. Διαθέσιμο στο: https://www.prevedourou.gr/wp-content/uploads/2013/08/Prevedourou-18.pdf

 

Νομολογία

European Court of Human Rights. (2026). Case of Tsatani v. Greece (Application No. 42514/16). 14 October. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-245246%22]}

European Court of Human Rights. (1993). Case of Fey v. Austria (Application No. 14396/88). 24 February. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-57808%22]}

 

Πηγή εικόνας: Hellas Journal. (2025). 75 χρόνια Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Επέτειος με ερωτηματικά σε μια συγκυρία που ο θεσμός δέχεται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις. Διαθέσιμη στο: https://hellasjournal.com/2025/11/75-chronia-evropaiki-symvasi-dikaiomaton-tou-anthropou-epeteios-me-erotimatika-se-mia-sygkyria-pou-o-thesmos-dechetai-oloena-megalyteres-pieseis/