Γράφει η Ναταλία Ηλιάδη
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Κουλίας κατά Κύπρου, αποτελεί χαρακτηριστικό νομολογικό παράδειγμα το οποίο αναδεικνύει, τη σημασία της αρχής της αμεροληψίας του δικαστηρίου και του δικαιώματος των διαδίκων σε δίκαιη δίκη (ΕΣΔΑ, 1950, Άρθρο 6) στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομικού συστήματος. Η υπόθεση αφορά την κατάθεση αγωγής για συκοφαντική δυσφήμιση ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως την επίδραση που ασκεί τυχόν ύπαρξη συγγενικής σχέσης στη διαμόρφωση αμερόληπτης κρίσης του δικάζοντος δικαστηρίου. Κατόπιν τούτων δε, το ΕΔΔΑ κλήθηκε να εξετάσει βάσει του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) περί του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, κατά πόσο η εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης από τα κυπριακά δικαστήρια πραγματοποιήθηκε με γνώμονα την εμπιστοσύνη, τη διαφάνεια και την αντικειμενική αξιολόγηση των περιστατικών και των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ξεκινώντας, στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο προσφεύγων, κ. Ζαχαρίας Κουλίας, δικηγόρος και βουλευτής της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμμετείχε το 2006 σε ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή ονόματι «Πρώτη εκπομπή» που αναμεταδιδόταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό «Πρώτο Ράδιο». Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο βουλευτής, προέβη σε αιχμηρές δηλώσεις και σχόλια αναφορικά με τη συμπεριφορά και τις δράσεις του κ. Κώστα Θεμιστοκλέους, επίσης πολιτικού, πρώην υπουργού και μέλους πολιτικού κόμματος (ECHR, 2020, par. 5). Ειδικότερα, αναφέρθηκε στη λήψη χρηματικού ποσού, ύψους 7.000 κυπριακών λιρών, από τον τελευταίο από εταιρεία τουρκικής προέλευσης, αλλά και σε δημόσιες δηλώσεις του ίδιου σε τηλεοπτικό σταθμό περί μη ύπαρξης ψευδοκράτους (ECHR, 2020, par. 5-6). Τα εν λόγω γεγονότα, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσαν αντιδράσεις, αποτελώντας το έναυσμα για την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ των δυο προαναφερομένων προσώπων.
Στη συνέχεια, το θιγόμενο πρόσωπο, ενοχλημένο από τα κακόβουλα, δημόσια σχόλια αναφορικά με τις προσωπικές του δράσεις και πεποιθήσεις, προέβη σε άσκηση για συκοφαντική δυσφήμιση βάσει του άρθρου 17 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ECHR, 2020, par. 6). Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έπειτα από αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, απέρριψε την αγωγή, επιβάλλοντας σε βάρος του ενάγοντα τα δικαστικά έξοδα. Ταυτόχρονα, ανέφερε ότι οι επίμαχες δηλώσεις δεν είχαν δυσφημιστικό χαρακτήρα, αλλά συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις –που μπορούν να εκφραστούν βάσει του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται και στο άρθρο 10 ΕΣΔΑ (ΕΣΔΑ, 1950, Άρθρο 10)-, εξετάζοντας ταυτόχρονα την προβληθείσα ένσταση περί «ευλόγου σχολίου» (fair comment), την οποία έκανε δεκτή.
Εντούτοις, ο ενάγων, άσκησε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, οπότε επισημάνθηκε ότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα περιοριζόταν στην εξέταση τυχόν δυσφημιστικού χαρακτήρα των επίμαχων δηλώσεων ενώ δεν θα αξιολογούνταν η προαναφερόμενη ένσταση του «ευλόγου σχολίου», κατόπιν και σχετικής συμφωνίας των διαδίκων (ECHR, 2020, par. 10). Το εν λόγω δικαστήριο, δικάζοντας με τριμελή σύνθεση έκανε δεκτή την έφεση κρίνοντας ότι οι προαναφερόμενες δηλώσεις ήταν δυσφημιστικές, χωρίς να αποτελούν απλώς ένα επιτρεπτό σχόλιο. Μάλιστα, θεωρήθηκε ότι εσφαλμένα έγινε λόγος περί αξιολογικών κρίσεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δη άνευ της απαιτούμενης πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατόπιν τούτων δε, η υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προς νέα κρίση από άλλο δικαστή, πλην του αρχικώς δικάσαντος την υπόθεση αποκλειστικά ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης επειδή δεν είχε αποφανθεί επ’ αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ECHR, 2020, par. 15). Τελικώς δε, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επιδίκασε αποζημίωση ύψους 25.000 ευρώ υπέρ του κ. Θεμιστοκλέους ενώ κατά της σχετικής απόφασης ασκήθηκε έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμούσε κατά τον χρόνο υποβολής της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ για την οποία θα γίνει λόγος αναλυτικά κατωτέρω (ECHR, 2020, par.19–20). Bottom of Form
Έπειτα, ο ενάγων πληροφορήθηκε την ύπαρξη ενός κρίσιμου και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντος, για την υπόθεση στοιχείου, το οποίο δεν είχε αναφερθεί κατά τη διάρκεια της δίκης και ήταν καίριας σημασίας: ο υιός του Προεδρεύοντος δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εργαζόταν στην ίδια δικηγορική εταιρεία με τον συνήγορο και ιδρυτή αυτής, που είχε αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης του ενάγοντος και αντιδίκου (ECHR, 2020, par. 9, 16). Σημειωτέον ότι στις 10 Φεβρουαρίου 2012, η εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας «ο Φιλελεύθερος», δημοσίευσε άρθρο σχετικά με την υπόθεση, στο οποίο ο δικηγόρος του προσφεύγοντος δήλωνε δημοσίως, ότι ούτε ο δικαστής, ούτε ο συνήγορος του ενάγοντος γνώριζαν τον μεταξύ τους σύνδεσμο, θέτοντας επί τάπητος κατά πόσο ο συγκεκριμένος δικαστής θα έπρεπε εξαρχής να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της υπόθεσης (ECHR, 2020, par. 17). Λίγες ημέρες μετά και συγκεκριμένα στις 14 Φεβρουαρίου 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ανακοίνωση που ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή του εν λόγω δικαστή ήταν απολύτως σύμφωνη με την ισχύουσα δικαστική πρακτική και επομένως, δεν ετίθετο ζήτημα εξαιρέσεώς του από την επίμαχη υπόθεση (ECHR, 2020, par. 18).
Κατόπιν τούτων, ο κ. Κουλίας προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ, κάνοντας λόγο περί παραβίασης τόσο του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη όσο και της ελευθερίας της έκφρασης. Ειδικότερα, αμφισβήτησε τον αμερόληπτο χαρακτήρα της κρίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι η απόκρυψη της ανωτέρω αναφερόμενης σχέσης των δύο εμπλεκομένων προσώπων, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Συγχρόνως, ο χαρακτηρισμός των δημοσίων δηλώσεών του ως δυσφημιστικών, εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου ισοδυναμούσε κατά τον ίδιο με παραβίαση του άρθρου 10 της Συμβάσεως μέσω του οποίου κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης (ΕΣΔΑ, 1950, Άρθρο 10; ECHR, 2020, par. 36).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η έννοια της αμεροληψίας στη νομολογία του ΕΔΔΑ, εξετάζεται μέσω δύο κριτηρίων, του αντικειμενικού και του υποκειμενικού. Βάσει του πρώτου, ελέγχεται εάν υφίστανται καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες αναφορικά με την αμεροληψία ενός δικαστηρίου. Παράλληλα, σύμφωνα με το δεύτερο κριτήριο διερευνάται κατά πόσο ο ιδιωτικός βίος του εκάστοτε δικαστή μπορεί να αποτελέσει τον λόγο για να τεθεί εν αμφιβόλω η αμεροληψία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του (ECHR, 2020, par. 59). Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ από υποκειμενικής απόψεως δεν διαπίστωσε την ύπαρξη προσωπικών προκαταλήψεων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε εγχώριο επίπεδο, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το εν λόγω γεγονός δεν αναιρεί αυτομάτως την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Τόνισε δε, ότι σύμφωνα με την προγενέστερη νομολογία του, η αμεροληψία ενός δικαστή (από υποκειμενικής απόψεως) θα πρέπει να τεκμαίρεται, έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο (ECHR, 2020, par. 60) Όσον αφορά, την εφαρμογή του αντικειμενικού κριτηρίου, υπογραμμίστηκε ότι η συγγενική σχέση του ανωτέρω αναφερομένου δικαστή με τον συνήγορο του αντιδίκου, μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του, χωρίς, όμως να ισοδυναμεί απαραιτήτως με παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης (ECHR, 2020, par. 61).
Το Δικαστήριο ανέφερε επίσης, ότι οι παράγοντες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη δεν αφορούσαν μόνο τη σχέση των δύο προσώπων, αλλά και το βαθμό εμπλοκής του συγγενούς του δικαστή στην επίμαχη υπόθεση. Επιπλέον, εκρίθη αναγκαία η εξέταση της θέσης αυτού στη δικηγορική εταιρεία που είχε αναλάβει την υπόθεση, αλλά και το πιθανό οικονομικό όφελος που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί τόσο για το δικηγορικό γραφείο όσο και για τον ίδιο τον συνήγορο (ECHR, 2020, par. 60). Σημείωσε, ότι στην Κύπρο η οποία είναι μικρή χώρα, υφίστανται λιγότερες δικηγορικές εταιρείες ενώ συγχρόνως, ο αριθμός των δικαστών είναι σαφώς μικρότερος. Επομένως, συγκριτικά με μια μεγαλύτερη σε έκταση χώρα, είναι πιο συχνό να ανακύπτουν τέτοια ζητήματα. Τελικώς όμως, κατέληξε στην κρίση πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι καταστάσεις όπως η προαναφερόμενη δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης (ECHR, 2020, par. 62-64).
Όσον αφορά, την παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με το Ανώτατο Δικαστήριο: ο δικηγόρος του προσφεύγοντος, κατά τη διάρκεια των ακροάσεων, είχε συμφωνήσει μαζί του να περιοριστεί στο ζήτημα του αν τα σχόλια του εντολέα του είχαν δυσφημιστικό χαρακτήρα, χωρίς να αναφερθεί στον ισχυρισμό περί παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης. Επομένως, ο προσφεύγων δεν ανέπτυξε επαρκώς ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς του σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως έπραξε εν συνεχεία ενώπιον του ΕΔΔΑ. Τελικώς δε, το Δικαστήριο, απέρριψε την προσφυγή ως προς το σκέλος της παραβίασης του άρθρου 10 ΕΣΔΑ λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων (ΕΣΔΑ, 1950, Άρθρο 35; ECHR, 2020, par. 40).
Ακολούθως, ο προσφεύγων αιτήθηκε την επιδίκαση αποζημίωσης ύψους 35.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και 25.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες. Εντούτοις, το ΕΔΔΑ, επιδίκασε αποζημίωση ύψους 9.600 ευρώ για ηθική βλάβη, κρίνοντας ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, δικαιολογεί την παροχή χρηματικής ικανοποίησης (ECHR, 2020, par. 84–86). Ως προς τα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση αφορούσε αποκλειστικά το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και όχι αυτού στην ελευθερία της έκφρασης, και έκρινε ότι οι σχετικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν συνδέονταν αιτιωδώς με τη διαπιστωθείσα παραβίαση, ούτε αποσκοπούσαν στην αποκατάστασή της. Επιπλέον, υπενθύμισε ότι η επιδίκαση ενός ποσού για δικαστικά έξοδα είναι δυνατή, μόνο εφόσον αυτά μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά, αναγκαία και εύλογα και συνεπώς, απέρριψε εν προκειμένω το σχετικό αίτημα (ECHR, 2020, par. 89–91).
Κλείνοντας, όπως προαναφέρθηκε, η απόκρυψη του συγγενικού δεσμού των δύο ανωτέρω αναφερομένων προσώπων, αποτέλεσε σημείο καμπής, για την πορεία της υπόθεσης. Το ΕΔΔΑ, τόνισε τη σημασία γνωστοποίησης τέτοιων, σημαντικών, στοιχείων πριν την έναρξη των εκάστοτε διαδικασιών, ώστε να παρέχεται στους διαδίκους η ευκαιρία διατύπωσης αντιρρήσεων αναφορικά με τη σύνθεση και τις ενέργειες του δικαστηρίου (ECHR, 2020, par. 63). Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση ο προσφεύγων πληροφορήθηκε το επίμαχο περιστατικό, μετά την έκδοση της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας απωλέσει κατά αυτό τον τρόπο το δικαίωμα και την ευκαιρία να ζητήσει την εξαίρεση του συγκεκριμένου δικαστή με αποτέλεσμα τελικώς, την υπονόμευση της εμπιστοσύνης του ως προς την αμεροληψία του δικάζοντος δικαστηρίου (ECHR, 2020, par. 64-65). Το ΕΔΔΑ από την πλευρά του δε, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η συμμετοχή του εν λόγω δικαστή στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου γέννησε αναμενόμενα εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία των δικαστών και εν γένει της δικαστικής διαδικασίας. Επιπλέον, η ύπαρξη του ενδεχόμενου πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ιδιωτικού βίου και επαγγελματικού λειτουργήματος, ήταν επαρκής, ώστε να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκε εν γένει το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε δίκαια δίκη (ECHR, 2020, par. 66). Επομένως, μέσω της επίμαχης υπόθεσης καταδεικνύεται με σαφήνεια ότι η διαφάνεια και η έγκαιρη γνωστοποίηση κρίσιμων στοιχείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη ενός συγγενικού δεσμού, αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της αμεροληψίας και της αξιοπιστίας της δικαστικής διαδικασίας. Η παράλειψη των εν λόγω υποχρεώσεων δε, δεν πλήττει μόνο τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά και την ίδια την εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαιοσύνη.
Πηγές:
Πρωτογενείς πηγές- Νομοθεσία
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 6. Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Διαθέσιμο σε: European Convention on Human Rights
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 10. Ελευθερία της έκφρασης. Διαθέσιμο σε: European Convention on Human Rights
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 35. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Διαθέσιμο σε: European Convention on Human Rights
Νομολογία
European Court of Human Rights. (2020). Koulias v. Cyprus (Application no. 48781/12). 25 June. Διαθέσιμο σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-202521
ECHRCase law. (2020). Koulias v. Cyprus (Application no. 48781/12). Διαθέσιμο σε: Identity – ECHRCaseLaw
Πηγή εικόνας:
European Court of Human Rights. (2025). Grand Chamber hearings concerning Latvia, Lithuania and Poland. Διαθέσιμη στο: https://www.echr.coe.int/w/grand-chamber-hearings-concerning-poland-latvia-and-lithuania
