Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Σχέσεις Κίνας-Ρωσίας: Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες δυναμικές

Γράφει ο Θάνος Αϊβαλιώτης

Είναι γεγονός πως στον διεθνολογικό κλάδο, πληθαίνουν οι φωνές που διακηρύσσουν το τέλος της «μονοκρατορίας» των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (εφεξής ΗΠΑ), η οποία δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ) το 1991, και τη σταδιακή ανάδυση ενός διεθνούς συστήματος περισσότερων πόλων. Στο αναδιαμορφώμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται ως βασικό ανταγωνιστή το Πεκίνο. Αυτό, άλλωστε, διαπιστώνεται ήδη από το 2011, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Barrack Obama, εγκαινίασε τη στρατηγική «Στροφή προς την Ασία» (“Pivot to Asia”) για τη μετατόπιση του αμερικανικού στρατηγικού κέντρου βάρους από τη Μέση Ανατολή και τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, προς την Ασία, με σκοπό την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κινεζικής περιφερειακής ισχύος και επιρροής (Kuchins, 2018, σ. 129).

Παρά την εν λόγω μετατόπιση στην αμερικανική στρατηγική σκέψη, η οποία διακατέχει και τη σημερινή κυβέρνηση του Donald Trump (Kim and Yang, 2026), η διάδοχος της ΕΣΣΔ, ήτοι η Ρωσία, εξακολουθεί να αποτελεί έναν εκ των ισχυρότερων κρατικών δρώντων, αλλά θεωρείται ασθενέστερη σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Παρόλα αυτά, οι σχέσεις της Μόσχας με την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο αποτελούν καθοριστικό παράγοντα των διεθνών εξελίξεων και απαιτείται συστηματική μελέτη για την κατανόησή τους. Για τον λόγο αυτό, με την παρούσα ανάλυση επιχειρείται να πραγματοποιηθεί μία συνολική επισκόπηση των σινοσοβιετικών και σινορωσικών σχέσεων, καθώς και να τεθούν οι βασικότεροι προβληματισμοί σχετικά με την μελλοντική τους πορεία.

Για την κατανόηση της εξελικτικής πορείας των διμερών δεσμών, είναι αναγκαίο να γίνει αναφορά στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η αδυναμία της Κίνας έδωσε τη δυνατότητα στη Ρωσία να αποκτήσει μεγάλες κινεζικές εκτάσεις στη Μαντζουρία και μάλιστα να τις κατοχυρώσει μέσω επίσημων συμφωνιών. Συνεχίζοντας στον 20ο αιώνα, η Ρωσία και μετέπειτα ΕΣΣΔ συνέβαλε στην ανεξαρτητοποίηση της Μογγολίας από την Κίνα, συρρικνώνοντας περαιτέρω την κινεζική επικράτεια. Οι άνωθι περιπτώσεις αποτελούν δείγματα της ανισορροπίας που χαρακτήριζε τις διμερείς αλληλεπιδράσεις εκείνης της περιόδου και έχουν χαραχθεί στην κινεζική εθνική μνήμη (Radchenko, 2023).

Η πορεία των σινοσοβιετικών σχέσεων δεν μεταβλήθηκε όταν την εξουσία αμφότερων κρατών ήλεγχαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Αρχικώς, ο Joseph Stalin δίσταζε να υποστηρίξει τους Κινέζους κομμουνιστές μετά το 1945, διότι είτε υποτιμούσε τις πιθανότητες να επικρατήσουν στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο, είτε επιθυμούσε η Κίνα να παραμείνει αδύναμη και διαιρεμένη (Gittings, 1964, σ. 60). Ωστόσο, με τη νίκη των κομμουνιστικών δυνάμεων και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το 1949, καλλιεργήθηκε θετικό κλίμα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Συγκεκριμένα, έναν χρόνο αργότερα οι ηγέτες των δύο κρατών, Joseph Stalin και Mao Zedong, υπέγραψαν Σύμφωνο Φιλίας, Συμμαχίας και Αμοιβαίας Συνδρομής, σηματοδοτώντας την εκκίνηση μίας στενής συνεργασίας μεταξύ δύο παραπλήσιων ιδεολογικών καθεστώτων στην αρχική φάση της ψυχροπολεμικής περιόδου (Kraus, 2020). Η ΕΣΣΔ παρείχε τεχνική αρωγή στην Κίνα κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, συνέβαλε οικονομικά στην πραγματοποίηση του πρώτου κινεζικού πενταετούς πλάνου (McDougall, 2025), ενώ το 1957 ο σοβιετικός ηγέτης, Nikita Khrushchev, συμφώνησε ακόμη και να υποστηρίξει την Κίνα για την παραγωγή των δικών της πυρηνικών όπλων (Wallace, 1983, σ.463).

Παρά τα συγκεκριμένα γεγονότα, ο χαρακτηρισμός των σινοσοβιετικών σχέσεων της εποχής ως γόνιμων, θα αποδεικνυόταν, τουλάχιστον, επιφανειακός. Ο Khrushchev, που ανέλαβε την εξουσία μετά τον θάνατο του Stalin, αντιλαμβανόταν ότι το οικονομικό μοντέλο του προκατόχου του είχε παύσει να αποδίδει τα αναμενόμενα οφέλη. Επιπλέον, για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης απαιτούντο περισσότερες επενδύσεις από τη Μόσχα, γεγονός που δεν άφηνε περιθώρια οικονομικής ευελιξίας στο Κρεμλίνο (Wallace, 1983, σ. 463). Η κατάσταση αυτή δεν ευνόησε τον Mao Zedong να αποσπάσει περαιτέρω οικονομική βοήθεια από την ΕΣΣΔ για το δεύτερο πενταετές πλάνο της χώρας του και, κατά συνέπεια, έπρεπε να αναζητήσει εναλλακτικές επιλογές.

Επιπλέον, η επιτυχής κατάληξη του κορεατικού πολέμου για την Κίνα, παρείχε στον Mao τις κατάλληλες συνθήκες για την καλλιέργεια μίας αντι-αμερικανικής και αντι-ιμπεριαλιστικής ρητορικής, προκειμένου να προσεγγίσει τον αποκαλούμενο «Τρίτο Κόσμο», για τον οποίο η ΕΣΣΔ δεν είχε παρουσιάσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έτσι, το 1955, στο συνέδριο αφρικανικών και ασιατικών εθνών που συγκλήθηκε στο Μπαντούνγκ της Ινδονησίας, φάνηκε ότι η Κίνα επιδίωξε να προβληθεί ως η ηγέτιδα δύναμη ενός νέου διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που θα αποτελούσε εναλλακτική στον ευρωπαϊκού-σοβιετικού τύπου κομμουνισμό (Wallace, σ.464-465, 1983). Στη διαμόρφωση αυτής της εντύπωσης συνέβαλε και το γεγονός ότι στο Μπαντούνγκ δεν προσκλήθηκαν εκπρόσωποι από την ΕΣΣΔ, παρότι το συνέδριο δεν έλαβε αντι-σοβιετικό χαρακτήρα. Παράλληλα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Khrushchev είχε αθετήσει την υπόσχεση προς την Κίνα περί παροχής υποστήριξης στην παραγωγή πυρηνικών όπλων. Ακόμη, το 1962 υπέγραψε με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, J.F. Kennedy, τη «Συνθήκη Μερικής Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών», περιορίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο τις προοπτικές του Πεκίνου να αναπτύξει πυρηνικό οπλοστάσιο. (Wallace, σ.464-465, 1983).

Οι εν λόγω εξελίξεις σκιαγραφούν τη ρήξη στις σχέσεις των δύο κομμουνιστικών κρατών, που εκκίνησε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950-αρχές της δεκαετίας του 1960 και συνεχίστηκε έως και την τελική κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991. Έκτοτε, οι δεσμοί της Κίνας με τη Ρωσία άρχισαν να εξομαλύνονται. Το 1996, η Μόσχα και το Πεκίνο ανακοίνωσαν την έναρξη μίας στρατηγικής εταιρικής σχέσης συνεργασίας, η οποία αποτυπώθηκε και στη «Συνθήκη Καλής Γειτονίας, Φιλίας και Συνεργασίας» του 2001 (Bolt, 2014, σ.48). Εν συνεχεία, το 2008, αμφότερα κράτη επικύρωσαν ένα σχέδιο δράσης για την υλοποίηση της συμφωνίας, ενώ το 2011 η διμερής σχέση αναβαθμίστηκε σε μία «συνολική στρατηγική και συνεργατική εταιρική σχέση», η οποία αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο διακρατικής συνεργασίας υπό την κινεζική οπτική (Bolt, 2014, σ.48).

Κατόπιν της έναρξης του ρωσοουκρανικού πολέμου τον Φεβρουάριο 2022, οι δύο χώρες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη συνεργασία τους, παρά το γεγονός ότι το Πεκίνο δεν έχει αναγνωρίσει ούτε την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, ούτε τα καταληφθέντα εδάφη των ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας ως ρωσικά (Andrieu, 2025). Αναλυτικότερα, όσον αφορά στο εμπορικό σκέλος, οι διμερείς συναλλαγές γνώρισαν ραγδαία ανάπτυξη έως το 2023, η οποία συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά σε μικρότερη κλίμακα. Ωστόσο, αυτή η ανοδική πορεία δεν εξελίχθηκε περαιτέρω, καθώς όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία από το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι εμπορικές συναλλαγές είχαν συρρικνωθεί κατά 8,1% συγκριτικά με το πρώτο εξάμηνο της προηγούμενης χρονιάς (Цыплаков, 2025).

Εντούτοις, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εμπόριο ενεργειακών αγαθών. Η επιβολή περιορισμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση στην προμήθεια ρωσικών ενεργειακών πόρων, οδήγησε το Κρεμλίνο στην αναζήτηση διαφορετικών αγορών για την εξαγωγή των ενεργειακών του πόρων, κυρίως προς την Ασία. Από το 2022 και έπειτα, οι ρωσικές εξαγωγές ορυκτών καυσίμων και συγκεκριμένα πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου, είτε μέσω αγωγών, είτε σε υγροποιημένη μορφή προς το Πεκίνο αυξήθηκαν κατακόρυφα (Swedish Institute of International Affairs, Centre for Eastern Studies & Mercator Institute for China Studies, n.d). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι οι δυτικές κυρώσεις εναντίον της ρωσικής ενέργειας συνέβαλαν στη σύσφιξη των οικονομικών δεσμών Κίνας-Ρωσίας, καθώς υπό την οπτική της Μόσχας, το Πεκίνο αποτελεί έναν πιο αξιόπιστο εμπορικό εταίρο και αγοραστή ενεργειακών αγαθών συγκριτικά με τα δυτικά κράτη, και κυρίως τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Swedish Institute of International Affairs, Centre for Eastern Studies & Mercator Institute for China Studies, n.d).

Επιπροσθέτως, η διμερής στρατιωτική συνεργασία ενισχύθηκε σημαντικά μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αρχικώς, οι δύο χώρες, που υλοποίησαν την πρώτη κοινή στρατιωτική άσκηση το 2003, έχουν ολοκληρώσει έκτοτε 96 ασκήσεις συνολικά, ενώ 31, ή αλλιώς το 1/3 περίπου, εξ αυτών έχουν πραγματοποιηθεί μετά τον Φεβρουάριο 2022 (Swedish Institute of International Affairs, Centre for Eastern Studies & Mercator Institute for China Studies, n.d). Πέραν τούτου, από το 2022 η Κίνα έχει αναδειχθεί ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής εξαρτημάτων διπλής χρήσεως, ήτοι εξαρτημάτων που δύνανται να αξιοποιηθούν είτε στην καθημερινότητα είτε για στρατιωτικούς σκοπούς, προς τη Ρωσία. Πολλά από αυτά τα προϊόντα απαιτούνται για την παραγωγή πυραύλων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και αρμάτων μάχης (Sher, 2024).

Η αυξανόμενη και εντονότερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στο Πεκίνο και τη Μόσχα, ιδιαίτερα κατόπιν της έναρξης του πολέμου στην Ουκρανία, παρέχει πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις σχετικά με τη φύση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο ισχυρές δυνάμεις. Πρώτον, διάφορα στοιχεία, όπως οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, καθώς και η συμμετοχή αμφότερων χωρών στην ομάδα BRICS, αποτελούν δείγματα ότι υφίσταται μία άτυπη συμμαχία Ρωσίας-Κίνας. Δεύτερον, παράγοντες, όπως το διμερές εμπόριο έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές, ιδιαίτερα δυτικών χωρών, να υποστηρίζουν ότι η Ρωσία ουσιαστικώς εξαρτάται οικονομικά -τουλάχιστον- από την Κίνα, η οποία αποτελεί τον «ισχυρότερο εταίρο» (“senior partner”) και η Ρωσία τον «ασθενέστερο» (“junior partner”) (Kortunov, 2024).

Ωστόσο, ανεξαρτήτως της σχετικής θέσης ισχύος των δύο χωρών, μία ανάλυση, η οποία θα επιχειρηματολογούσε αποκλειστικά υπέρ της ύπαρξης μίας ανισόρροπης «φιλικής» σχέσης, θα ήταν ανεπαρκής. Όπως παρουσιάζουν και τα στοιχεία που παρατέθηκαν παραπάνω, η εντατικοποίηση των διμερών αλληλεπιδράσεων κατά τα τελευταία χρόνια αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Μολαταύτα, η Κίνα και η Ρωσία ανταγωνίζονται μεταξύ τους για κυριαρχία σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές.

Αρχικώς, οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για την αύξηση της περιφερειακής ισχύος και επιρροής τους στην Κεντρική Ασία. Η Μόσχα επιχειρεί να ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή, διατηρώντας στρατιωτικές βάσεις στην Κιργιζία και το Τατζικιστάν, και να προωθήσει τη συμμετοχή σε περιφερειακούς οργανισμούς, όπως στον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας και στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (Cooley, 2015). Από την πλευρά της, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα της στην Κεντρική Ασία, μέσω πρωτοβουλιών, όπως τη «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», και μέσω της Ασιατικής Επενδυτικής Τράπεζας Υποδομών (Cooley, 2015).

Μία δεύτερη γεωγραφική περιοχή ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο πλευρές αποτελεί η Αρκτική. Η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται στις προτεραιότητες των ιθυνόντων για τη χάραξη της ρωσικής υψηλής στρατηγικής για λόγους ασφάλειας και οικονομίας. Για την ακρίβεια, το 83% του φυσικού αερίου και το 17% του πετρελαίου της χώρας παράγεται στην Αρκτική (Инвестиционный портал Арктической зоны России, n.d.), από την οποία επίσης προέρχεται περίπου το 30% του ρωσικού ΑΕΠ (Townsend & Kendall-Taylor, 2021, σ.7). Επιπλέον, το Κρεμλίνο αντιλαμβάνεται την Αρκτική και την Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή ως περιοχές που εμπίπτουν στην σφαίρα επιρροής του. Η σημασία της Βόρειας Θαλάσσιας Διαδρομής για το διεθνές εμπόριο πρόκειται να ενισχυθεί στην πορεία του χρόνου, καθώς σύμφωνα με σχετικά στοιχεία, το 2019 μεταφέρθηκαν διαμέσου της 26 εκατομμύρια τόνοι εμπορευμάτων και εκτιμάται ότι το 2035 ο αντίστοιχος αριθμός θα αντιστοιχεί σε 160 εκατομμύρια τόνους (Инвестиционный портал Арктической зоны России, n.d.). Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι η Ρωσία καταλαμβάνει το 53% της συνολικής ακτογραμμής του Αρκτικού Ωκεανού, ενώ περί το ήμισυ του αρκτικού πληθυσμού είναι Ρώσοι πολίτες (Maslennikov, n.d.). Για τους λόγους αυτούς, η Ρωσία έχει αναπτύξει σημαντική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, επαναλειτουργώντας βάσεις της σοβιετικής εποχής, εγκαθιστώντας προηγμένα συστήματα radar και επεκτείνοντας τον στόλο πυρηνικών παγοθραυστικών της (Sönmez, 2025).

Η Κίνα, αν και γεωγραφικώς δεν δύναται να θεωρηθεί αρκτικό κράτος, επιδιώκει να αναμειχθεί στις περιφερειακές εξελίξεις με διαφορετικές μεθόδους. Το 2018, το Πεκίνο δημοσίευσε έγγραφο με την αρκτική πολιτική του, στο οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως «πλησίον αρκτικό κράτος», ενώ χαρακτηρίζει την Αρκτική ως «την κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας» (Devyatkin, 2025). Συνοπτικά, το ενδιαφέρον της Κίνας στην Αρκτική επικεντρώνεται στην εκμετάλλευση των πλούσιων φυσικών πόρων και εμπορικών οδών της, αλλά και στην αύξηση της περιφερειακής της επιρροής, επί παραδείγματι μέσω της συμμετοχής στο Αρκτικό Συμβούλιο από το 2013 με καθεστώς παρατηρητή. Επομένως, δύναται να διατυπωθεί το επιχείρημα ότι, σε γενικές γραμμές, η Ρωσία ενδιαφέρεται να διατηρήσει το status quo στην Αρκτική, ενώ η Κίνα επιθυμεί να μεταβάλει μερικώς τις περιφερειακές ισορροπίες, ενισχύοντας τη θέση της (Townsend & Kendall-Taylor, 2021, σ.7-10).

Ολοκληρώνοντας την παρούσα ανάλυση, συμπεραίνεται ότι οι σχέσεις της Κίνας με τη Ρωσία είναι πολυδιάστατες και, λαμβάνοντας υπόψιν την ιστορική διαχρονία, διαπιστώνεται ότι δεν πρόκειται για μία «φιλία εσαεί», όπως συχνά αναπαράγουν κυβερνητικά στελέχη αμφότερων κρατών (Kelly, 2025). Η αναδρομή στον 19ο και 20ο αιώνα, που παρατέθηκε συνοπτικώς στην αρχή της ανάλυσης, συμβάλλει στην κατανόηση του ευρύτερου ιστορικού και γεωπολιτικού πλαισίου, το οποίο περιβάλλει τις σινορωσικές σχέσεις. Με την ιστορική αναδρομή, γίνεται αντιληπτό ότι οι ιστορικές μνήμες δεν δύναται να εκλείψουν, παρά τη σημερινή αυξανόμενη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη Μόσχα και το Πεκίνο και τη σύγκλιση των συμφερόντων τους.

Εντούτοις, δεν θα χαρακτηριζόταν άτοπο το επιχείρημα ότι οι δύο χώρες έχουν πράγματι -σε κάποιο βαθμό- τοποθετήσει τις μεταξύ τους διαφορές στο περιθώριο και έχουν εστιάσει στα αμοιβαία συμφέροντά τους, τα οποία έχουν ως κοινό παρονομαστή κυρίως την αμφισβήτηση της δυτικής πρωτοκαθεδρίας και την αναθεώρηση της υφιστάμενης διεθνούς τάξης. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλε καθοριστικά ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο συνακόλουθος παραγκωνισμός της Ρωσίας από τις δυτικές χώρες. Ωστόσο, η Μόσχα και το Πεκίνο εξακολουθούν να ανταγωνίζονται σε διάφορα πεδία και εκτιμάται ότι, εάν μελλοντικά πραγματοποιηθεί μία επαναπροσέγγιση μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας και εντατικοποιηθεί ο διακρατικός ανταγωνισμός στην Αρκτική, η σημερινή στρατηγική εταιρική σχέση ανάμεσα στη Ρωσία και την Κίνα ενδέχεται να παρακμάσει.

 

 

Βιβλιογραφία / Πηγές:

Andrieu P. (2025). China-Russia Relations Since the Start of the War in Ukraine. Asia Society Policy Institute. Διαθέσιμο σε: https://asiasociety.org/policy-institute/china-russia-relations-start-war-ukraine

Bolt P. (2014). Sino-Russian Relations in a Changing World Order. Strategic Studies Quarterly. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/26270816?seq=2

Cooley A. (2015). Russia and China in Central Asia. Norwegian Institute of International Affairs. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/resrep08013?searchText=Russia+and+China+in+Central+Asia&searchUri=%2Faction%2FdoBasicSearch%3FQuery%3DRussia%2Band%2BChina%2Bin%2BCentral%2BAsia%26so%3Drel&ab_segments=0%2Fbasic_search_gsv2%2Fcontrol&refreqid=fastly-default%3A459b1c414457ddafaacbbcb383ba4e13

Devyatkin P. (2025). The Arctic Institute’s 2025 China Series: An Introduction. The Arctic Institute: Center for Circumpolar Security Studies. Διαθέσιμο σε: https://www.thearcticinstitute.org/the-arctic-institute-2025-china-series-an-introduction/

Gittings, J. (1964). Co-Operation and Conflict in Sino-Soviet Relations. International Affairs (Royal Institute of International Affairs 1994-). Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/2609698?searchText=sino+soviet+relations&searchUri=%2Faction%2FdoBasicSearch%3FQuery%3Dsino%2Bsoviet%2Brelations%26so%3Drel&ab_segments=0%2Fbasic_search_gsv2%2Fcontrol&refreqid=fastly-default%3Ac0f37f5fc3a166c7e6a92c55211d7ea7&seq=1

Kelly L. (2025). “ ‘Friends forever, never enemies’, Chinese foreign minister tells Russia”. Reuters. Διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/world/russian-us-steps-normalise-ties-bring-optimism-chinas-foreign-minister-says-2025-03-31/

Kim P. and Yang J. (2026). Making America great again? Evaluating Trump’s China strategy at the one-year mark. Brookings. Διαθέσιμο σε: https://www.brookings.edu/articles/making-america-great-again-evaluating-trumps-china-strategy-at-the-one-year-mark/

Kortunov A. (2024). ‘Senior-junior partnership’ claim distorts China-Russia relations. Global Times. Διαθέσιμο σε: https://www.globaltimes.cn/page/202408/1318319.shtml

Kraus C. (2020). The Sino-Soviet Alliance, 70 Years Later. Wilson Center. Διαθέσιμο σε: https://www.wilsoncenter.org/blog-post/sino-soviet-alliance-70-years-later

Kuchins A. (2018). What is Eurasia to US (the U.S.)?. Journal of Eurasian Studies. Διαθέσιμο σε: https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S1879366518300150

Maslennikov V. (n.d.). The Russian Federation. Arctic Council. Διαθέσιμο σε: https://arctic-council.org/about/states/russian-federation/

McDougall W. (2025). The Sino-Soviet split in 20th-century international relations in Total Cold War and the diffusion of power, 1957-72. Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο σε: https://www.britannica.com/topic/20th-century-international-relations-2085155/The-Sino-Soviet-split

Radchenko S. (2023). What Are the Legacies of Sino-Russian Relations?. International Centre for Defence and Security. Διαθέσιμο σε: https://icds.ee/en/what-are-the-legacies-of-sino-russian-relations/

Sher N. (2024). Behind the Scenes: China’s Increasing Role in Russia’s Defense Industry. Carnegie Russia Eurasia Center. Διαθέσιμο σε: https://carnegieendowment.org/russia-eurasia/politika/2024/05/behind-the-scenes-chinas-increasing-role-in-russias-defense-industry

Sönmez D. (2025). Russia’s changing Arctic policy: from economic ambitions to military dominance. The Loop: ECPR’s Political Science Blog. Διαθέσιμο σε: https://theloop.ecpr.eu/russias-changing-arctic-policy-from-economic-ambitions-to-military-dominance/

Swedish Institute of International Affairs, Centre for Eastern Studies & Mercator Institute for China Studies. (n.d). China-Russia Dashboard: A special relationship in facts and figures. Διαθέσιμο σε: https://osw.waw.pl/chinarussia/

Townsend J. and Kendall-Taylor A. (2021). Russian and Chinese Priorities in the arctic and Prospects for Their Cooperation. Center for a New American Security. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/resrep30199.6?searchText=Russia+and+China+arctic&searchUri=%2Faction%2FdoBasicSearch%3FQuery%3DRussia%2Band%2BChina%2Barctic%26so%3Drel&ab_segments=0%2Fbasic_search_gsv2%2Fcontrol&refreqid=fastly-default%3A9518d9af122f6fd8e69574d771093520&seq=2

Wallace W. (1983). Sino-Soviet Relations: An Interpretation. Soviet Studies. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/151254?workspaceFolderId=966be8ec-b9ad-41b5-837c-a8e9a7639034&orderBy=updatedOn&orderType=desc&index=1&seq=1

Инвестиционный портал Арктической зоны России. (n.d.) Арктическая зона РФ сегодня. Διαθέσιμο σε: https://arctic-russia.ru/about/

Цыплаков С. (2025). Основные тенденции развития российско-китайских торговых связей в 2024–2025 гг.. Российский совет по международным делам (РСМД). Διαθέσιμο σε: https://russiancouncil.ru/analytics-and-comments/analytics/osnovnye-tendentsii-razvitiya-rossiysko-kitayskikh-torgovykh-svyazey-v-2024-2025-gg/

 

Πηγή εικόνας:

Sheng Y. and Yunyi B. (2024). “China, Russia eye stronger all-round practical cooperation”. Global Times. Διαθέσιμο σε: https://www.globaltimes.cn/page/202408/1318463.shtml