Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η διεύρυνση της Ε.Ε. στο σταυροδρόμι: αξίες, κράτος δικαίου και το παράδοξο σε σχέση με το ΝΑΤΟ

Γράφει η Νεκταρία Λεμονή

Η συζήτηση για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΕΕ) επανέρχεται λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, της αστάθειας στη γειτονιά της Ένωσης και της έντονης ανάγκης για γεωπολιτική θωράκιση. Ωστόσο, η διεύρυνση της ΕΕ παραμένει μια διαδικασία ουσιαστικά διαφορετική από τη διεύρυνση του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (εφεξής ΝΑΤΟ). Η διαφορά δεν είναι μόνο χρονική ή γραφειοκρατική, αλλά βαθιά θεσμική και αξιακή, καθώς η ΕΕ συγκροτείται ως κοινότητα δικαίου και πολιτικών δεσμεύσεων με άμεσες συνέπειες στη λειτουργία των εθνικών θεσμών, ενώ το ΝΑΤΟ αποτελεί πρωτίστως συμμαχία συλλογικής άμυνας, της οποίας η ένταξη εστιάζει στην ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα (Stoltenberg, 2023, σ. 149). Το παράδοξο που ανακύπτει σήμερα είναι ότι η ασφάλεια συχνά επιταχύνει τη γεωπολιτική ένταξη στο ΝΑΤΟ, ενώ στην ΕΕ η ίδια η ασφάλεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πλήρη συμμόρφωση με το κράτος δικαίου και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, γεγονός που θέτει τη διεύρυνση στο σταυροδρόμι μεταξύ αξιών και στρατηγικής (European Commission, 2020, σ. 7).

Η ιστορική εμπειρία των διευρύνσεων φωτίζει τις θεσμικές επιπτώσεις αυτής της λογικής. Η πρώτη διεύρυνση του 1973, με την ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας, εγκαινίασε μια φάση όπου η Κοινότητα έπρεπε να απορροφήσει νέα μέλη χωρίς να διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένα εργαλεία οικονομικής και πολιτικής. Ακολούθησε η δεύτερη διεύρυνση το 1981 με την Ελλάδα και η τρίτη το 1986 με την Ισπανία και την Πορτογαλία, που συνέδεσαν τη διεύρυνση με τη δημοκρατική σταθεροποίηση της Νότιας Ευρώπης και με την ανάγκη πολιτικών συνοχής για τον περιορισμό των αναπτυξιακών ανισοτήτων. Η εξέλιξη αυτή συνέχισε να βαθαίνει με τις επόμενες φάσεις, έως την έβδομη διεύρυνση το 2013 με την Κροατία, η οποία εντάχθηκε σε μια ήδη πολύ πιο θεσμοποιημένη ΕΕ, όπου η συμμόρφωση με τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης και θεσμικής λειτουργίας είχε αναδειχθεί σε καθοριστικό κριτήριο ένταξης (De Munte, 2025, σ. 3). Η καταγραφή των διευρύνσεων ως διακριτών γύρων υπογραμμίζει ότι κάθε νέο κύμα δεν προσθέτει απλώς μέλη, αλλά επιβάλλει θεσμικές προσαρμογές και κυρίως, αυξάνει το θεσμικό και πολιτικό κόστος της διακυβέρνησης, εφόσον ενισχύεται η ανάγκη ομοφωνίας ή σύνθετων συμβιβασμών σε περισσότερα πεδία (Teokarević, 2016, σ. 8).

Σε αυτό το σημείο, η σύγκριση με το ΝΑΤΟ αναδεικνύει τον πυρήνα της διαφοράς. Η Συμμαχία στηρίζεται στην αρχή της συλλογικής άμυνας. Το άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση κατά ενός ή περισσότερων συμμάχων θεωρείται επίθεση κατά όλων, ενεργοποιώντας υποχρέωση συνδρομής. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ ρυθμίζεται από το άρθρο 10 της ίδια Συνθήκης, το οποίο επιτρέπει την πρόσκληση σε ευρωπαϊκά κράτη που είναι σε θέση να προάγουν τις αρχές της Συνθήκης και να συμβάλλουν στην ασφάλεια του Βορειοατλαντικού χώρου. Η ίδια η διατύπωση δείχνει ότι το ΝΑΤΟ προτεραιοποιεί την πολιτικό-στρατηγική καταλληλότητα και την ικανότητα συνεισφοράς στην άμυνα (Ebright, 2022). Η ΕΕ, αντιθέτως, προϋποθέτει την πλήρη ενσωμάτωση σε ένα πυκνό πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, το οποίο εκτείνεται στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης, της οικονομίας και της αγοράς. Έτσι, ενώ στο ΝΑΤΟ η ένταξη μπορεί, σε ευνοϊκές συγκυρίες, να προχωρήσει σχετικά γρήγορα μετά από πολιτική απόφαση και επικυρώσεις, στην ΕΕ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις προϋποθέτουν μια μακρά διαδικασία εναρμόνισης με το ενωσιακό κεκτημένο, δομικές μεταρρυθμίσεις και διαρκή αξιολόγηση (Brooke-Holland, 2024, σ. 2).

Η διαφορά αποτυπώνεται στα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993, δηλαδή θεσμική σταθερότητα και νομιμότητα, ανθρώπινα δικαιώματα και προστασία μειονοτήτων, λειτουργούσα οικονομία της αγοράς και ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων της ένταξης. Επιπλέον, η ίδια η αρχιτεκτονική των διαπραγματεύσεων έχει μετατοπιστεί προς ένα μοντέλο όπου τα θεμελιώδη ζητήματα θεσμικής διακυβέρνησης, δικαιοσύνης και δημόσιας διοίκησης, αντιμετωπίζονται ως προτεραιότητα, με τη λογική ότι χωρίς αυτά δεν διασφαλίζεται η βιωσιμότητα της ένταξης (Leppert, 2022, p.3). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει αυτή τη δομή μέσα από την οργάνωση των κεφαλαίων ή συμπλεγμάτων πολιτικής και τη βαρύτητα των θεμελιωδών κριτηρίων κατά την πορεία των διαπραγματεύσεων (Varhelyi, 2020). Επομένως, η ΕΕ λειτουργεί ως μηχανή μετασχηματισμού της υποψήφιας χώρας, καθώς η υποψηφιότητα ενθαρρύνει την θεσμική αναβάθμιση, την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας, την σταθεροποίηση των κανόνων και την ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτή η διαδικασία πράγματι συνεπάγεται κόστος και γραφειοκρατία, όμως το αντάλλαγμα είναι η πρόσβαση σε πολιτικές, προγράμματα, οικονομικά εργαλεία και κυρίως, σε μια συλλογικότητα κανόνων που ενισχύει τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά τη θέση του κράτους. Ταυτόχρονα, η ίδια η Ένωση επεκτείνει την ακτίνα των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών της, εδραιώνοντας ένα πιο ομοιογενές περιβάλλον κανόνων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ΕΕ δεν αποτελεί απλώς οικονομική δομή, αλλά ένωση αξιών, κάτι που αποτυπώνεται και στη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Συνθήκη της Λισαβόνας, 2009). Εκεί, αναγνωρίζεται υποχρέωση συνδρομής μεταξύ κρατών μελών σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, όμως η πρόβλεψη αυτή συνυπάρχει με τον χαρακτήρα της ΕΕ ως νομικής και πολιτικής ένωσης, όχι ως κλασικής στρατιωτικής συμμαχίας (European Council in Copenhagen, 1993, σ.13). Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η ένταξη στην ΕΕ είναι πιο απαιτητική, καθώς δεν αρκεί η γεωπολιτική ευθυγράμμιση ή η στρατηγική σκοπιμότητα, αλλά απαιτείται βαθιά προσαρμογή θεσμών, δικαιοσύνης και διοίκησης, ώστε η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου να είναι αξιόπιστη και διαρκής (Presidency Conclusion, 1993, σ.1).

Στο σημείο αυτό αναδύεται το παράδοξο με το ΝΑΤΟ. Σε περιόδους οξείας απειλής, η ένταξη στο ΝΑΤΟ μπορεί να αντιμετωπιστεί ως επείγουσα επιλογή ασφάλειας, ενώ η ένταξη στην ΕΕ παραμένει συνδεδεμένη με την προϋπόθεση της θεσμικής ωρίμανσης (European Commission, 2020, σ. 2). Η ασφάλεια μπορεί να ενισχύει τη βούληση ένταξης και στις δύο περιπτώσεις, αλλά δεν αρκεί για να παρακάμψει τα κριτήρια της ΕΕ. Αυτό επηρεάζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και τη φυσιογνωμία της Ένωσης με δύο τρόπους. Πρώτον, προστατεύει το εσωτερικό της συνεκτικότητας κανόνων, μειώνοντας τον κίνδυνο ένταξης κρατών που δεν μπορούν να εφαρμόσουν ουσιαστικά το κράτος δικαίου. Δεύτερον, δημιουργεί πολιτικό κόστος και απογοήτευση στην περιφέρεια, όταν οι κοινωνίες των υποψηφίων κρατών αντιλαμβάνονται ότι η στρατηγική χρησιμότητα δεν μεταφράζεται σε άμεση πρόοδο ένταξης (Presidency Conclusions, 1993, σ. 3-6). Αυτό το κενό μπορεί να αξιοποιηθεί από τρίτους δρώντες, μέσω οικονομικών, πολιτιστικών ή θρησκευτικών δικτύων επιρροής, ιδιαίτερα στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου η καθυστέρηση της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης έχει προσδώσει αυξημένη βαρύτητα σε ένα πεδίο στο οποίο η τουρκική παρουσία και ήπια ισχύς έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια.

Στα Δυτικά Βαλκάνια, η Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία ως κράτος μέλος πρώτης γραμμής, με συμφέροντα σταθερότητας, ασφάλειας και θεσμικής σύγκλισης της περιοχής με την ΕΕ. Η υποψηφιότητα της Αλβανίας και ευρύτερα η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων συνδέονται με την ενίσχυση δημοκρατικών θεσμών, την αποδυνάμωση της διαφθοράς και την καλλιέργεια περιφερειακής συνεργασίας (Aydıntaşbaş, 2018, σ.19). Στο ίδιο γεωπολιτικό πλαίσιο, η τουρκική ήπια ισχύς αρθρώνεται μέσω εργαλείων πολιτιστικής και θρησκευτικής διπλωματίας, καθώς και μέσω στοχευμένων αναπτυξιακών προγραμμάτων. Η στρατηγική αυτή έχει τεκμηριωθεί σε σχετικές μελέτες που αναδεικνύουν τον ρόλο οργανισμών, όπως η Turkish Cooperation and Coordination Agency (TİKA), αλλά και άλλων φορέων οι οποίοι δραστηριοποιούνται συστηματικά σε μουσουλμανικές κοινότητες της περιοχής (Başak, 2022, σ. 9). Σε ορισμένες δημόσιες συζητήσεις, αυτή η δυναμική περιγράφεται, συχνά σχηματικά, ως προσπάθεια διαμόρφωσης ενός μουσουλμανικού τόξου επιρροής από τα Βαλκάνια προς την Κεντρική Ευρώπη. Η ακριβής αποτύπωση απαιτεί προσοχή, διότι πρόκειται περισσότερο για αφήγημα γεωπολιτικού ανταγωνισμού παρά για ενιαίο, θεσμοθετημένο σχέδιο (Aydıntaşbaş, 2019, σ. 23). Παρ’ όλα αυτά, το ουσιώδες για την ΕΕ είναι ότι κάθε καθυστέρηση στη διαδικασία διεύρυνσης αφήνει περιθώρια σε ανταγωνιστικές επιρροές, οι οποίες ενδέχεται να μεταφραστούν σε πολιτική μόχλευση σε ζητήματα ταυτότητας, θρησκείας, οικονομικής παρουσίας και τοπικών ελίτ (Başak, 2022, σ. 10).

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο εγγυητή της αξιοπιστίας της διεύρυνσης, εφόσον υποστηρίξει μια διπλή στρατηγική που συνδυάζει τη σταθερή προσήλωση στα κριτήρια του κράτους δικαίου και στις απαιτήσεις της θεσμικής σύγκλισης, ώστε η ένταξη να μη διαβρώσει τη νομική συνοχή της Ένωσης. Παράλληλα, μπορεί να ασκήσει πολιτική υπέρ μιας ρεαλιστικής και σταδιακής ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων, με μετρήσιμα οφέλη ανά στάδιο, διατηρώντας την ευρωπαϊκή δυναμική και περιορίζοντας το κενό που αξιοποιούν τρίτοι δρώντες (Öztürk & Başer, 2022, σ. 9). Η ελληνική θέση είναι ιδιαίτερα πειστική όταν συνδέει τη διεύρυνση με απτά περιφερειακά αποτελέσματα, όπως μεγαλύτερη ασφάλεια, καλύτερη συνεργασία σε μεταναστευτικές και διασυνοριακές προκλήσεις, ενίσχυση οικονομικών δικτύων και ενσωμάτωση σε ένα πλαίσιο κανόνων που περιορίζει τον αναθεωρητισμό (Gençtürk, 2024).

Καταληκτικά, η διεύρυνση της ΕΕ είναι πιο απαιτητική από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ επειδή δεν αφορά μόνο τη γεωπολιτική ευθυγράμμιση αλλά την εσωτερική αναδιαμόρφωση του υποψηφίου κράτους σε πλήρες μέλος μιας κοινότητας. Το ΝΑΤΟ, ως συμμαχία ασφάλειας, δύναται να προχωρήσει ταχύτερα όταν υπάρχει πολιτική συναίνεση και κοινή απειλή, στηριζόμενο στις ρήτρες συλλογικής άμυνας και στα κριτήρια συνεισφοράς στην ασφάλεια (Archick, 2024, σ. 2). Η ΕΕ αντιθέτως, οφείλει να προστατεύει τη φυσιογνωμία της ως ένωσης αξιών, κάτι που καθιστά αδιαπραγμάτευτη τη συνεπή εφαρμογή των θεμελιωδών κανόνων και τη θεσμική αξιοπιστία. Το παράδοξο με το ΝΑΤΟ δεν είναι αντίφαση, αλλά ένδειξη ότι η Ευρώπη λειτουργεί με δύο συμπληρωματικές λογικές ένταξης, την ασφάλεια και το δίκαιο (European Commission, Directorate-General for Justice and Consumers, 2024, σ. 8). Η πρόκληση είναι να μην έρθουν σε σύγκρουση. Για την Ελλάδα, η διαχείριση της διεύρυνσης στα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και υποχρέωση· ευκαιρία για ένα σταθερό περιφερειακό περιβάλλον καθώς και υποχρέωση υπεράσπισης των ευρωπαϊκών αξιών, ώστε η διεύρυνση να ενισχύει και όχι να αλλοιώνει την Ένωση.

Βιβλιογραφία/Πηγές

Aydıntaşbaş, A. (2018). The discreet charm of hypocrisy: An EU–Turkey power audit. European Council on Foreign Relations. p. 15-23. Διαθέσιμο σε: https://ecfr.eu/publication/the_discreet_charm_of_hypocrisy_an_eu_turkey_power_audit/

Aydıntaşbaş, A. (2019). From myth to reality: How to understand Turkey’s role in the Western Balkans. European Council on Foreign Relations. p. 15-23. Διαθέσιμο σε:  https://ecfr.eu/publication/from_myth_to_reality_how_to_understand_turkeys_role_in_the_western_balkans/

De Munte, A. (2025). Fact sheets on the European Union: The Enlargement of the Union. p. 3-6. European Parliament. Διαθέσιμο σε: https://www.europarl.europa.eu/erpl-app-public/factsheets/pdf/en/FTU_5.5.1.pdf

Leppert, R. (2022). How exactly do countries join the EU? Pew Research Center. p. 3-5. Διαθέσιμο σε: https://www.pewresearch.org/short-reads/2022/07/26/how-exactly-do-countries-join-the-eu/

Öztürk, A. E., & Başer, B. (2022). The transnational politics of religion: Turkey’s Diyanet, Islamic communities and beyond. Turkish Studies, vol. 23, no. 5, p. 701-721. Διαθέσιμο σε:  https://doi.org/10.1080/14683849.2022.2068414

European Commission. (2020). Communication on enhancing the accession process – A credible EU perspective for the Western Balkans (COM(2020) 57 final). EUR-Lex. p. 4-7. Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52020DC0057

European Commission, Directorate-General for Justice and Consumers. (2024). 2024 rule of law report: The rule of law situation in the European Union. p. 8. Διαθέσιμο σε:  https://commission.europa.eu/document/download/27db4143-58b4-4b61-a021-a215940e19d0_en

European Council. (1993). Conclusions of the Presidency: Copenhagen European Council. European Council. Διαθέσιμο σε: https://www.consilium.europa.eu/media/21225/72921.pdf

Presidency Conclusions. (1993). Presidency conclusions: Copenhagen European Council. Council of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://www.europarl.europa.eu/enlargement_new/europeancouncil/pdf/cop_en.pdf

Stoltenberg, J. (2023). The Secretary General’s annual report 2023. NATO. Διαθέσιμο σε: https://www.nato.int/content/dam/nato/legacy-wcm/media_pdf/2024/3/pdf/sgar23-en.pdf

Varhelyi, O. (2020). Revised enlargement methodology. European Commission. Διαθέσιμο σε: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/statement_20_208

Brooke-Holland, L. (2024). How do countries join NATO? House of Commons Library. p. 2-5. Διαθέσιμο σε: https://researchbriefings.files.parliament.uk/documents/CBP-9813/CBP-9813.pdf

Ebright, K. Y. (2022). NATO’s Article 5 collective defense obligations, explained. Brennan Center for Justice. Διαθέσιμο σε: https://www.brennancenter.org/our-work/research-reports/natos-article-5-collective-defense-obligations-explained

Gençtürk, A. (2024). Greece reaffirms support for Western Balkans’ integration into the EU. Anadolu Agency. Διαθέσιμο σε: https://www.aa.com.tr/en/europe/greece-reaffirms-support-for-western-balkans-integration-into-eu/3161692

Πηγή Εικόνας

Janitoalevic, P.N. (2024). Organización del Tratado del Atlántico Norte (OTAN). Wikimedia Commons. Διαθέσιμο σε: https://learnertrip.com/culture/nato-countries/#map.