Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η Δυναμική των Σινοϊνδικών Σχέσεων: Συνεργασία, Ανταγωνισμός και Προκλήσεις για τον Ασιατικό Αιώνα

Γράφει η Γλαύκη-Μαρία Μπλάνου

Οι σχέσεις Κίνας και Ινδίας διακρίνονται για τον σύνθετό τους χαρακτήρα και για την στρατηγική σημασία, που διαδραματίζουν στις παγκόσμιες διακρατικές σχέσεις του 21ου αιώνα. Το μέγεθος, η οικονομική ισχύς, η γεωπολιτική τους θέση και η πορεία της αλληλεπίδρασής τους ασκούν καταλυτική επιρροή στην ευρύτερη περιφερειακή τάξη του Ινδο-Ειρηνικού. Το γεγονός πως η παγκόσμια ισχύς έχει μετατοπιστεί από τον Ατλαντικό στον Ινδο-Ειρηνικό, σηματοδοτώντας το τέλος του μονοπολικού διεθνούς συστήματος και της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (εφεξής ΗΠΑ), έχει ως απόρροια την ανάδυση του «ασιατικού αιώνα». Στα πλαίσια αυτού, η μελέτη και η αξιολόγηση των επαφών των δύο ανερχόμενων ασιατικών δυνάμεων έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα (Deb & Jiayue, 2024, σ. 209).

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί πως οι σινοϊνδικές σχέσεις διακατέχονται από ένα πνεύμα διαρκούς συνεργασίας και ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, η οικονομική αλληλεξάρτηση, η συμμετοχή σε πολυμερείς θεσμούς, όπως G20, BRICS, Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι μηχανισμοί διαλόγου αντισταθμίζονται από τις συνοριακές εντάσεις, την αντιπαράθεση στον Ινδο-Ειρηνικό, την σχέση Κίνας – Πακιστάν και Ινδίας – ΗΠΑ (Bajpaee, 2015, σ. 133). Η παλαιότερη ασυμμετρία, που χαρακτήριζε την αλληλεπίδρασή τους, έχει αντικατασταθεί από έναν έντονο ανταγωνισμό πυροδοτώντας κατά καιρούς ένοπλες αψιμαχίες.

Ιστορικά, τα διαφορετικά γεωπολιτικά συμφέροντα, αλλά και οι κοινές πολιτισμικές αντιλήψεις, συνέβαλαν στην εδραίωση των σύγχρονων σχέσεων της «τίγρης» και του «ασιατικού δράκου». Η Ινδία και η Κίνα συγκροτήθηκαν ως κράτη το 1947 και το 1949 αντίστοιχα. Δύο γεγονότα απείλησαν να βλάψουν το ειρηνικό κλίμα μεταξύ τους· η ενσωμάτωση του Θιβέτ από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (εφεξής ΛΑΣ) της Κίνας και η καταφυγή του Δαλάι Λάμα στην Ινδία το 1959 (US Institute of Peace, 2020, σ. 32). Το 1954, είχε προηγηθεί η υπογραφή της Συμφωνίας Panchsheel με πέντε θεμέλιες αρχές : τον αμοιβαίο σεβασμό της κυριαρχίας, την μη επιθετικότητα, την μη επέμβαση, την ισότητα και το αμοιβαίο όφελος από την ειρηνική συνύπαρξη (US Institute of Peace, 2020, σ. 32). Αυτές, ωστόσο, δεν κατόρθωσαν να αποτελέσουν φραγμό και να εμποδίσουν το ξέσπασμα του πολέμου το 1962 (Bajpaee, 2015, σ. 132-133).

Η εμπειρία του 1962 με εκατέρωθεν απώλειες δημιούργησε ένα τραύμα στην ινδική συλλογική μνήμη. Απόρροια του πολέμου ήταν η εγκαθίδρυση της υπεροχής της Κίνας σε διοικητικό, στρατηγικό και εξοπλιστικό επίπεδο πλήττοντας την υπερηφάνεια του λαού της Ινδίας (van Kemenade, 2008, σ. 41). Παρά ταύτα, το 1988 η επίσκεψη του Rajiv Gandhi στην Κίνα είχε ως στόχο την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με το διασυνοριακό ζήτημα να τοποθετείται χαμηλά στις προτεραιότητες, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική ειρήνη κατά μήκος της Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (Gokhale, 2021, σ. 4).

Η μη επίλυση, ωστόσο, της διασυνοριακής διαφοράς εξακολουθεί να συνιστά πηγή αμοιβαίας καχυποψίας και τριβών. Η Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου – χωρίζεται σε τρεις τομείς, τον δυτικό, τον ανατολικό και τον μεσαίο – δεν έχει οριοθετηθεί επισήμως, και τα δύο κράτη δεν την αποδέχονται προβάλλοντας διαφορετικές εδαφικές διεκδικήσεις (US Institute of Peace, 2020, σ. 34). Στον δυτικό τομέα, η Ινδία διεκδικεί τριάντα τρεις χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα στο Aksai Chin, που ελέγχονται από την Κίνα. Στον ανατολικό τομέα, η Κίνα διεκδικεί ενενήντα χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, που αντιστοιχούν, περίπου, στο ινδικό κρατίδιο Arunachal Pradesh και ελέγχονται από την Ινδία. Στον μεσαίο τομέα, η αμφισβητούμενη περιοχή είναι μικρότερη, περίπου δύο χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, και ο έλεγχος είναι μοιρασμένος (US Institute of Peace, 2020, σ. 34). Η πιθανότητα, ως εκ τούτου, να σημειωθεί και πάλι μια σοβαρή ένοπλη σύρραξη ενισχύεται έτι περαιτέρω, αφού η μία πλευρά μπορεί να εκλάβει τις ενέργειες της άλλης ως απόπειρα ανατροπής του status quo (Bajpaee, 2015, σ. 112).

Η οικονομική διάσταση, παράλληλα, έχει καταστεί ο πυρήνας της συνεργασίας και, ταυτοχρόνως, της αντιπαλότητας μεταξύ τους. Με την έλευση του 21ου αιώνα ενισχύθηκαν οι διμερείς οικονομικές σχέσεις και η Κίνα έγινε ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της Ινδίας (Castle, 2018, σ. 205). Η οικονομική τους αλληλεξάρτηση, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, θεωρήθηκε ως ο καταλύτης, που θα αποκρυσταλλώσει την σταθερότητα (Castle, 2018, σ. 205). Αντιθέτως, όμως, οι διαφορές και η ανισορροπία οξύνθηκαν. Συγκεκριμένα, στην οικονομία της Ινδίας καταγράφεται σημαντικό εμπορικό έλλειμμα έναντι της Κίνας, ενώ η καθοριστική θέση της τελευταίας στον τεχνολογικό τομέα προκαλεί ανησυχητικά ερωτήματα όσον αφορά την ασφάλεια των δεδομένων, τις αλυσίδες εφοδιασμού, έναν πιθανό οικονομικό καταναγκασμό και τις αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές. Ο Ινδός πρωθυπουργός Modi, λόγω της κρίσης στο Galwan το 2020, απαγόρευσε δεκάδες κινεζικές εφαρμογές και περιχαράκωσε την συμμετοχή κινεζικών κατασκευαστικών εταιρειών σε ορισμένα έργα υποδομών (US Institute of Peace, 2020, σ. 32-33).

Η αλληλεπίδρασή τους, συνεπώς, σε οικονομικό επίπεδο δεν θωρακίζει την ειρήνη, όπως αναμενόταν. Η συμμετοχή τους, ακόμη, σε διεθνείς οικονομικούς θεσμούς και πολυμερή εμπορικά σχήματα δύναται να διαδραματίσει διττό ρόλο· να συνεισφέρει στην δημιουργία μηχανισμών επίλυσης των αντιθέσεων, αλλά και να επιβαρύνει τις σχέσεις τους, αν η μία πλευρά προσπαθήσει να επιβληθεί στην άλλη (Castle, 2018, σ. 206). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος». Η Κίνα την παρουσιάζει ως μια ευκαιρία ανάπτυξης υποδομών με αμοιβαίο όφελος, αλλά η Ινδία την θεωρεί ως ένα πρόσχημα, που θα επιτρέψει στον «ασιατικό δράκο» να εξυπηρετήσει γεωπολιτικά συμφέροντα και να επεκταθεί, μεταξύ άλλων, και στον Ινδο-Ειρηνικό. Οι ινδικές ανησυχίες εντείνονται από τον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν, ο οποίος θα διασχίζει το Κασμίρ και θα ελέγχεται από το Πακιστάν, αγγίζοντας ευαίσθητα εδαφικά θέματα της Ινδίας (Castle, 2018, σ. 206).

Σημείο καμπής στις σινοϊνδικές σχέσεις κατέστη η κρίση στο Galwan το 2020. Ειδικότερα, αναπτύχθηκαν κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου και σημειώθηκαν αντιπαραθέσεις στην περιοχή Pangong Tso – στον δυτικό τομέα της Γραμμής – με αποκορύφωμα την αιματηρή διένεξη της 15ης Ιουνίου 2020 (Set & Pant, 2023, σ. 143-144). Για πρώτη φορά μετά το 1975 υπήρξαν νεκροί και από τις δύο πλευρές, ενώ κλιμακώθηκε η στρατιωτική παρουσία στα αμφισβητούμενα σύνορα (Set & Pant, 2023, σ. 143-144). Απότοκο των συγκρούσεων ήταν η διασάλευση των οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων με την Κίνα και η ενίσχυση της δυσπιστίας, κοινωνικά και πολιτικά. Η κοινή γνώμη στην Ινδία υιοθέτησε μια εχθρική στάση απέναντι στην Κίνα και παρουσιάστηκε θετικά διακείμενη σχετικά με την ενίσχυση των ινδικών στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων (Set & Pant, 2023, σ. 150-151).

Οι εξελίξεις αυτές αποκαλύπτουν μια αλλαγή στην αντίληψη της απειλής. Συγκεκριμένα, η κινεζική αντίληψη για την Ινδία αποκτά μεγαλύτερη συμμετρία με την αντίστοιχη ινδική για την Κίνα, σε αντίθεση με το παρελθόν. Καθώς η Ινδία ενισχύεται οικονομικά, δημογραφικά, στρατιωτικά και συνεργάζεται ολοένα και περισσότερο με τις ΗΠΑ, το Πεκίνο γίνεται επιφυλακτικό και καχύποπτο (Deb & Jiayue, 2024, σ. 208, 213). Έτσι, διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος και προκύπτουν διλήμματα ασφαλείας. Η Ινδία αντιλαμβάνεται τις ενέργειες της Κίνας ως απειλή, ενώ η τελευταία θεωρεί την συνεργασία ΗΠΑ – Ινδίας απειλητική για τα συμφέροντά της, με αποτέλεσμα και οι δύο να επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν το στρατιωτικό τους αποτύπωμα. Σύμφωνα, άλλωστε, με την θεωρία της «ισορροπίας των απειλών» του Stephen Walt, η αντίληψη της απειλής δεν επηρεάζεται μόνο από την ισχύ, αλλά και από την εγγύτητα, την επιθετική ικανότητα και τις επιθετικές προθέσεις (Deb & Jiayue, 2024, σ. 223).

Αξίζει να αναφερθεί πως το ανταγωνιστικό κλίμα μεταξύ των δύο κρατών δεν αφορά μόνο τα Ιμαλάια. Και η Κίνα και η Ινδία ενδυναμώνουν τις ναυτικές τους δυνατότητες με στόχο την προβολή ισχύος στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό. Η Ινδία, ειδικότερα, κάνει πιο αισθητή την παρουσία της στα νησιά Andaman και Nicobar, τα οποία βρίσκονται στα Στενά της Malacca, διότι η τοποθεσία τους έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για το Ινδικό Ναυτικό (Bajpaee, 2015, σ. 121, 124). Η Κίνα, παράλληλα, ασκεί οικονομική επιρροή στον Ινδικό Ωκεανό και την Νότια Ασία. Η περιφερειακή της οικονομική πολιτική είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ασφάλεια, αν ληφθούν υπόψη οι σχέσεις με το Πακιστάν και ο Οικονομικός Διάδρομος μεταξύ τους, που διαπερνά το Κασμίρ (Bajpaee, 2015, σ. 113).

Η απάντηση της κυβέρνησης Modi έναντι των κινεζικών ενεργειών συνοψίζεται στην πολιτική «Δράση προς την Ανατολή» με ακρογωνιαίους λίθους την σύσφιξη των δεσμών με την Ιαπωνία και το Βιετνάμ και την ενισχυμένη συνεργασία με τις ΗΠΑ. Η πολιτική, επίσης, «Πρωτίστως η Γειτονιά» αποσκοπεί στην οικοδόμηση πιο ενεργών σχέσεων με τους γείτονες της Ινδίας στην Νότια Ασία ως αντίβαρο στις αντίστοιχες κινεζικές κινήσεις (Gokhale, 2021, σ. 11). Βέβαια, τα κοινά στρατηγικά τους συμφέροντα δεν έχουν αποτρέψει την συνεργασία, αφού τα δύο κράτη έχουν αναπτύξει διάλογο για την θαλάσσια ασφάλεια και έχουν συντονίσει περιπολίες για την καταπολέμηση της πειρατείας στον Ινδικό Ωκεανό (Bajpaee, 2015, σ. 124).

Ως προς τις στρατιωτικές δυνατότητες, είναι ευκρινές πως η Κίνα ευνοείται περισσότερο. Ο ΛΑΣ διαθέτει ικανότητες σε τομείς, όπως οι υποδομές, η διοίκηση, η επιτήρηση, ο ηλεκτρονικός πόλεμος και οι προηγμένες τεχνολογίες (US Institute of Peace, 2020, σ. 33-34 & Curtis & Grossman, 2023, σ. 11). Η Ινδία, όμως, κατέχει ορισμένα πλεονεκτήματα λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, της εμπειρίας των στρατευμάτων της σε ορεινά εδάφη και της συνεργασίας με μεγάλες δυνάμεις (US Institute of Peace, 2020, σ. 33-34). Η σχέση με τις ΗΠΑ έχει ισχυροποιήσει την ινδική στρατιωτική ετοιμότητα μέσω της παροχής εξοπλισμού, πληροφοριών και της διεξαγωγής κοινών ασκήσεων. Παρόλα αυτά, το Νέο Δελχί δεν στοχεύει στην άμεση εμπλοκή αμερικανικών δυνάμεων στην περίπτωση μίας νέας συνοριακής διένεξης (Curtis & Grossman, 2023, σ. 13-17). Σύμφωνα με την βιβλιογραφία, η εφαρμογή της «Παγίδας του Θουκυδίδη» στις σινοϊνδικές σχέσεις εμφανίζει περιορισμούς, καθώς εξακολουθεί να υπάρχει ασυμμετρία – οικονομικά και στρατιωτικά – υπέρ της Κίνας (Sitaraman, 2020, σ. 283).

Τα δύο κράτη, επίσης, ανήκουν στους BRICS, στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και στην G20, ενώ έχουν διαμορφώσει διμερείς μηχανισμούς οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Η ύπαρξη, ωστόσο, των θεσμικών διαύλων επικοινωνίας δεν έχει κατορθώσει να αμβλύνει τις διασυνοριακές εντάσεις (US Institute of Peace, 2020, σ. 34, 36-37). Ο μηχανισμός των «Ειδικών Αντιπροσώπων» είναι, δυστυχώς, ανεπαρκής και αδύναμος να συμβάλλει στην επίλυση του επίμαχου ζητήματος (Narayanan, 2024, σ. 317). Διαφαίνεται, συνεπώς, η ανάγκη και οι δύο πλευρές να προβούν σε ουσιαστικούς συμβιβασμούς και να προτείνουν βιώσιμες επιλογές (Banerjee, 2010, σ. 2-3). Στο πλαίσιο αυτό, η Ινδία έχει εγκαταλείψει την στρατηγική της μη ευθυγράμμισης (non alignment) και ακολουθεί μία εξωτερική πολιτική βασισμένη σε συμφέροντα με πυρήνα την αρχή της στρατηγικής αυτονομίας (Narayanan, 2024, σ. 321) διατηρώντας ευελιξία απέναντι στο Πεκίνο και την Ουάσινγκτον (Treifeldt, 2026, σ. 2-3).

Εν κατακλείδι, οι σινοϊνδικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα και ιδιορρυθμία. Η οικονομική και εμπορική αλληλεπίδραση, η συμμετοχή σε πολυμερή θεσμικά σχήματα συνυπάρχουν με την στρατιωτική αντιπαλότητα, τον περιφερειακό ανταγωνισμό και την εμπλοκή τρίτων κρατών. Η κρίση στο Galwan το 2020 αποτύπωσε την ανάγκη να επιλυθεί η διασυνοριακή αντιπαράθεση, η οποία κλονίζει συθέμελα τις συνολικές διμερείς σχέσεις εδώ και δεκαετίες. Οι τακτικές και οι ουσιαστικές συνομιλίες μεταξύ των διπλωματικών και αμυντικών μηχανισμών των δύο κρατών είναι πιο επιτακτικές από ποτέ (Dwivedi, 2023, σ. 101). Ο «ασιατικός αιώνας» δεν θα κριθεί αποκλειστικά από την οικονομική άνοδο της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και από την ικανότητά τους να συμβιώσουν αρμονικά στο μεταβαλλόμενο διεθνές και περιφερειακό γίγνεσθαι.

 

Βιβλιογραφία:

Castle M. A. (2018). “Globalization’s Impact: Trade and Investment in China-India Relations.” Στο T. V. Paul (επιμ.), The China-India Rivalry in the Globalization Era, 205–230. Georgetown University Press. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.2307/j.ctv75db2z.14

Banerjee D. (2010). India-China Relations: Negotiating a Balance. Institute of Peace and Conflict Studies. Διαθέσιμο σε:  http://www.jstor.org/stable/resrep09095

Bajpaee C. (2015). “China-India: Regional Dimensions of the Bilateral Relationship.” Strategic Studies Quarterly, 9(4), 108–145. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/26271280

Curtis L. & Grossman D. (2023). “Galwan Crisis Marks Watershed for India-China Relations.” Στο India-China Border Tensions and U.S. Strategy in the Indo-Pacific, 7–9.

Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep48709.6

Curtis L. & Grossman D. (2023). “The China-India Military Balance.” Στο India-China Border Tensions and U.S. Strategy in the Indo-Pacific, 11–14. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep48709.8

Curtis L. & Grossman D. (2023). “Responding to a Potential Future India-China Border Conflict.” Στο India-China Border Tensions and U.S. Strategy in the Indo-Pacific, 16–17. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep48709.11

Deb S. & Jiayue L. (2024). “The Changing Dynamics of China’s Threat Perception toward India: A Shift from Asymmetry to Symmetry?” Asia Policy, 19(4), 207–225. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/27345691

Dwivedi M. (2023). “The India-China Border Conflict: Challenges Ahead.” Indian Journal of Asian Affairs, 36(1/2), 99–102. Διαθέσιμο σε:  https://www.jstor.org/stable/27307179

Gokhale V. (2021). “A Brief Background to India-China Relations.” Στο The Road from Galwan: The Future of India-China Relations, 4–5. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep30024.5

Gokhale V. (2021). “The Changing Foreign Policies of China and India.” Στο The Road from Galwan: The Future of India-China Relations, 6–11. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep30024.6

Narayanan R. (2024). “China-India Relations: Requiring Ballast.” Indian Foreign Affairs Journal, 19(4), 312–328. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/48828200

Sitaraman S. (2020). “Are India and China Destined for War?: Three Future Scenarios.” Στο A. L. Vuving (επιμ.), Hindsight, Insight, Foresight: Thinking About Security in the Indo-Pacific, 283–306. Διαθέσιμο σε:  http://www.jstor.org/stable/resrep26667.24

Set S. & Pant H. V. (2023). “The Himalayan Barrier: India-China Relations since Galwan.” China Review, 23(1), 135–159. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/48717991

Treifeldt A. M. (2026). India’s Strategic Recalibration: Managing US Volatility and China’s Opportunism. International Centre for Defence and Security. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep78281

US Institute of Peace. (2020). “China-India Relations.” Στο China’s Influence on Conflict Dynamics in South Asia, 32–38. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep27534.8

van Kemenade W. (2008). “China–India Relations: Tibet in the 1950s and the Border Issue.” Στο Détente Between China and India: The Delicate Balance of Geopolitics in Asia, 31–54. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep05421.5

 

Πηγή Εικόνας:

Η εικόνα αποτελεί δημιουργία της αναλύτριας με χρήση εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης (ChatGPT).