Γράφει η Άρτεμις Λάμπρου
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεν ενεπλάκη πρώτη φορά στο Κυπριακό ζήτημα μέσα από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2004, αλλά υπήρξε μία μακρόχρονη διαδικασία πολιτικής και οικονομικής προσέγγισης. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η Συμφωνία Σύνδεσης της Κύπρου με την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα δημιούργησε τις πρώτες θεσμικές προϋποθέσεις ευρωπαϊκής συμμετοχής, προκειμένου να διασφαλίζονταν τα εμπορικά της συμφέροντα. Άλλωστε και η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, και αργότερα της Ελλάδας, προσέδωσε στο ζήτημα μια πρόσθετη πολιτική διάσταση. (Müftüler-Baç & Güney, 2005, σ. 281-283). Παρά την ανάπτυξη αυτών των σχέσεων, η εμπλοκή της ΕΟΚ δε διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο.
Η αίτηση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1990 αποτέλεσε, ωστόσο, σημείο καμπής, καθώς συνέδεσε πλέον πιο άμεσα το Κυπριακό με τη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή η προοπτική άρχισε να αντιμετωπίζεται ως πιθανό μέσο ενθάρρυνσης μιας συνολικής διευθέτησης μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, καθώς θεωρήθηκε ότι η συμμετοχή σε ένα κοινό θεσμικό και νομικό πλαίσιο θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετες εγγυήσεις και οικονομικά οφέλη (Vassiliou, 2004, σ. 11-12). Εντούτοις, όταν κατέστη σαφές ότι η επίλυση του Κυπριακού δεν αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη, αυτή η προοπτική για «μία ενωμένη Κύπρο» περιορίστηκε. (Müftüler-Baç & Güney, 2005, σ. 283-290; Kyris, 2012, σ. 88-90).
Οι προσπάθειες επίλυσης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κατέστησαν ακόμη πιο εμφανή αυτή την αντίφαση. Η αποτυχία των συνομιλιών της Χάγης τον Μάρτιο του 2003 δεν ανέκοψε την ενταξιακή διαδικασία, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβεβαιώνει ότι η προσχώρηση της Κύπρου θα προχωρούσε κανονικά (European Commission, 2003). Μάλιστα, στις 24 Απριλίου του επόμενου έτους, το Σχέδιο Ανάν απορρίπτεται από το 75,8% των Ελληνοκυπρίων, ενώ εγκρίνεται από το 64,9% των Τουρκοκυπρίων. Το αποτέλεσμα ανέδειξε μια ουσιαστική ασυμμετρία, δηλαδή η κοινότητα που υποστήριξε τη συμφωνία παρέμεινε εκτός της πλήρους εφαρμογής του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ένωση ανεξάρτητα από την απόρριψη του σχεδίου. Με αυτόν τον τρόπο, αναδείχθηκαν οι αδυναμίες της ενταξιακής διαδικασίας ως μηχανισμού δημιουργίας κοινών κινήτρων για συμβιβασμό, καθώς επετράπη η μεταφορά της σύγκρουσης εντός της Ένωσης (Kyris, 2012, σ. 91-93; Kyris, 2020, σ. 349-351;Yakinthou, 2009).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύνδεση του Κυπριακού με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η άρνηση της Άγκυρας να εφαρμόσει πλήρως το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της Άγκυρας έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδίως ως προς την πρόσβαση κυπριακών πλοίων και αεροσκαφών, επιβάρυνε τις ευρωτουρκικές διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, η Κυπριακή Δημοκρατία μπορούσε πλέον να αξιοποιεί τη συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων για την προώθηση των απόψεών της. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τη θέση της στη διεθνή σκηνή, αλλά δε συνεπαγόταν αυτομάτως μεγαλύτερη ικανότητα διαμεσολάβησης. Αντίθετα, η σύνδεση των ευρωτουρκικών σχέσεων με τις εκκρεμότητες του Κυπριακού μπορούσε να μετατρέψει την ευρωπαϊκή διαδικασία σε πρόσθετο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης (Kyris, 2012, σ. 92-93).
Παράλληλα, η ένταξη δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καθεστώς στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο αριθ. 10 της Πράξης Προσχώρησης, το ευρωπαϊκό κεκτημένο αναστέλλεται στις περιοχές, όπου η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Δηλαδή οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν εφαρμόζονται στο βόρειο τμήμα της. Η ιδιαιτερότητα αυτή περιορίζει τις μορφές θεσμικής συνεργασίας και καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη ειδικών μηχανισμών ευρωπαϊκής παρέμβασης (Kyris, 2012, σ. 93-94).
Παρ’ όλα αυτά, στις 26 Απριλίου 2004, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να προωθήσει μέτρα για τον περιορισμό της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας και την ενίσχυση της οικονομικής της ανάπτυξης, γνωστή ως πρακτική «state avoidance» (Kyris, 2020, σ. 348-356). Στο πλαίσιο αυτό, ο Κανονισμός της Πράσινης Γραμμής (866/2004) καθόρισε τους όρους διακίνησης προσώπων και αγαθών μεταξύ των περιοχών του νησιού, ενώ ο Κανονισμός Χρηματοδοτικής Στήριξης (389/2006) δημιούργησε τη βάση για την οικονομική ενίσχυση της τουρκοκυπριακής κοινότητας και την προετοιμασία της για μια ενδεχόμενη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου μετά τη λύση. Αντίθετα, η πρόταση για απευθείας εμπόριο μεταξύ των Τουρκοκυπρίων και της ευρωπαϊκής αγοράς δεν προχώρησε, λόγω πολιτικών και νομικών αντιπαραθέσεων. Δεν πρέπει να παραλειφθεί, επίσης, η προετοιμασία του Programme for Future Application of the Acquis, το οποίο κάλυπτε δεκατρείς τομείς προτεραιότητας, όπως για παράδειγμα το περιβάλλον, τη γεωργία και το δίκαιο ανταγωνισμού. (Kyris, 2012, σ. 93-94).
Επιπλέον, η δυνατότητα της ΕΕ να συμβάλει στην επίλυση του Κυπριακού επηρεάζεται και από τις σχέσεις της με την Τουρκία. Καθώς η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ απομακρυνόταν, ιδιαίτερα μετά το 2016, η Ένωση έχανε ένα σημαντικό κίνητρο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, για να ενθαρρύνει την Άγκυρα να υιοθετήσει μια πιο διαλλακτική στάση. Ωστόσο, οι μεταξύ τους σχέσεις δεν εξαρτώνται μόνο από την ενταξιακή διαδικασία, αλλά επηρεάζονται και από ζητήματα ασφάλειας και περιφερειακά συμφέροντα. Επομένως, η στάση της Άγκυρας απέναντι στο Κυπριακό συνδέεται με ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις, οι οποίες δε συμβαδίζουν απαραίτητα με τις θέσεις και τις επιδιώξεις της ΕΕ (Dursun-Özkanca, 2023). Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός που έλαβε χώρα στην άτυπη πενταμερή διάσκεψη της Γενεύης τον Απρίλιο του 2021, όπου η τουρκοκυπριακή ηγεσία, με την υποστήριξη της Άγκυρας, προέβαλε τη λύση δύο κρατών, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά επέμεινε στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, σύμφωνα με το σχετικό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών (Theophanous, 2023). Όμως, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς ένα κράτος-μέλος και η ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες πλευρές δε λειτουργούν πάντοτε συμπληρωματικά (Kyris, 2020).
Γενικότερα, εκείνη η περίοδος ανέδειξε με μεγαλύτερη σαφήνεια τη σύνδεση του Κυπριακού με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι μονομερείς ενέργειες στην περίκλειστη περιοχή των Βαρωσίων από τον Οκτώβριο του 2020, σε συνδυασμό με την εντονότερη προώθηση της λύσης δύο κρατών από την Άγκυρα και την τότε τουρκοκυπριακή ηγεσία, απομάκρυναν περαιτέρω τις θέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών από το συμφωνημένο πλαίσιο. Παρά τις αντιδράσεις, η Ένωση δεν κατάφερε να αποτρέψει αυτές τις εξελίξεις ή να επηρεάσει ουσιαστικά τη στάση της Τουρκίας. Αυτό συνδέεται με τη στρατηγική της σημασία, ιδιαίτερα σε ζητήματα ασφάλειας και συνεργασίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, εμπορίου και ενέργειας. Τα κοινά συμφέροντα σε αυτούς τους τομείς δυσκολεύουν την άσκηση μεγαλύτερης πίεσης (Theophanous, 2023; Dursun-Özkanca, 2023; European People’s Party, n.d.).
Η σημασία της σταδιακής προσέγγισης καθίσταται περισσότερο εμφανής υπό το πρίσμα της επανέναρξης των προσπαθειών μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Η άτυπη συνάντηση της Γενεύης τον Μάρτιο του 2025 δημιούργησε συζητήσεις περί οικοδόμησης εμπιστοσύνης και συνέχισης των επαφών, χωρίς ωστόσο να επιλύσει τις θεμελιώδεις διαφωνίες για μία ακόμη φορά. Η υποστήριξη πρακτικών μορφών συνεργασίας μπορεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, αλλά η αποτελεσματικότητά της παραμένει περιορισμένη όσο οι εμπλεκόμενες πλευρές διαφωνούν ως προς την ίδια τη βάση της διευθέτησης (United Nations, 2025). Επομένως, παρά τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εμπλοκή μετά το 2004, ο ΟΗΕ εξακολουθεί να έχει τον κεντρικό ρόλο στη διαπραγματευτική διαδικασία, ενώ η ΕΕ λειτουργεί κυρίως συμπληρωματικά.
Οι δυσκολίες αυτές δεν περιορίζονται μόνο στις διαπραγματεύσεις, αλλά γίνονται εμφανείς και στον τρόπο με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν τις ευρωπαϊκές παρεμβάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουλίου 2026 σχετικά με τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 για τις γυναίκες στην Κύπρο. Μέσα από το ψήφισμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέδειξε τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στα δικαιώματα των γυναικών, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ανθρωπιστική διάσταση του Κυπριακού (European Parliament, 2026). Ωστόσο, οι αρχές της μη αναγνωρισμένης διοίκησης στο βόρειο τμήμα αντέδρασαν έντονα, χαρακτηρίζοντας το ψήφισμα μεροληπτικό και επαναλαμβάνοντας τη θέση τους υπέρ της κυρίαρχης ισότητας και του ίσου διεθνούς καθεστώτος (Ministry of Foreign Affairs of the Turkish Republic of Northern Cyprus, 2026).
Η κριτική προς την ΕΕ συνεχίστηκε και τον Οκτώβριο του 2026, όταν η τουρκοκυπριακή διοίκηση την κατηγόρησε ότι δεν είχε τηρήσει τις δεσμεύσεις της για τον περιορισμό της απομόνωσης της κοινότητας. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν εμπόδια στην οικονομική, εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα, ενώ επανέλαβε το αίτημά της για αναγνώριση ίσου διεθνούς καθεστώτος. Ωστόσο, οι θέσεις αυτές εκφράζουν τη διοίκηση στο βόρειο τμήμα και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα το σύνολο των Τουρκοκυπρίων. Παρ’ όλα αυτά, οι αντιδράσεις αυτές δείχνουν ότι, παρά την οποιαδήποτε στήριξη της ΕΕ, η τουρκοκυπριακή διοίκηση εξακολουθεί να θεωρεί ανεπαρκείς τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. (Tekin, 2026)
Αντίστοιχα, η σύνδεση του Κυπριακού με τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ευρωπαϊκή πολιτική πλέον. Κατά τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 8 Οκτωβρίου 2026 σχετικά με τις παράνομες τουρκικές ενέργειες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αναδείχθηκαν οι ανησυχίες για τις συνεχιζόμενες εντάσεις, τα θαλάσσια δικαιώματα και τα ενεργειακά ζητήματα. Η Ένωση, όμως, δε φαίνεται να αντιδρά και η συγκεκριμένη στάση αναδεικνύει έναν ακόμη περιορισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής στο Κυπριακό. Παρότι η ΕΕ εκφράζει τη στήριξή της προς την Κυπριακή Δημοκρατία και καταδικάζει ενέργειες της Τουρκίας που αμφισβητούν τα κυριαρχικά της δικαιώματα, εξακολουθεί να επιδιώκει τη διατήρηση και την ανάπτυξη της συνεργασίας με την Άγκυρα σε σημαντικούς τομείς, όπως η ασφάλεια, το εμπόριο και το μεταναστευτικό. Η προσπάθεια εξισορρόπησης αυτών των συμφερόντων μπορεί να περιορίζει την προθυμία της Ένωσης να υιοθετήσει αυστηρότερα μέτρα απέναντι στην Τουρκία, δημιουργώντας ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Κύπρο. (Cleaver, 2026; Pipis, 2026)
Με λίγα λόγια, η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά ως επιτυχία ή αποτυχία της ευρωπαϊκής πολιτικής στο Κυπριακό ζήτημα, καθώς ενίσχυσε τις δυνατότητές της σε ορισμένα πεδία, ενώ περιόρισε την επιρροή της σε άλλα. Παρότι η συμμετοχή της Κύπρου ως κράτους-μέλους διεύρυνε τις δυνατότητες θεσμικής και οικονομικής παρέμβασης, δεν εξασφάλισε αντίστοιχη επιρροή στη διαδικασία πολιτικής επίλυσης (Kyris, 2012; Yakinthou, 2009). Ωστόσο, μέσα από την οικονομική συνεργασία, την υποστήριξη δικοινοτικών πρωτοβουλιών και την προετοιμασία για την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, η ΕΕ μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των συνεπειών της διαίρεσης και στη σταδιακή ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων (Kyris, 2020; European Commission, 2024). Οι πρωτοβουλίες αυτές, όμως, δεν επαρκούν από μόνες τους για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας (Theophanous, 2023).
Για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, χρειάζεται οι εμπλεκόμενες πλευρές να συμφωνήσουν στα βασικά ζητήματα της λύσης και να δείξουν την απαραίτητη πολιτική βούληση. Διαφορετικά, ο ρόλος της ΕΕ θα παραμείνει κυρίως υποστηρικτικός και ως «παρατηρητής», χωρίς να μπορεί να οδηγήσει σε μια συνολική επίλυση. Αυτό δε σημαίνει ότι το Κυπριακό πρέπει να παραμένει στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής, καθώς η Κύπρος συνιστά κράτος-μέλος και η συνεχιζόμενη διαίρεσή της δεν αφορά μόνο το ίδιο το κράτος, αλλά και την Ένωση συνολικά. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ χρειάζεται να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο, χωρίς να περιορίζεται μόνο στην οικονομική στήριξη και στις πολιτικές δηλώσεις. Η επίλυση του Κυπριακού πρέπει να αποτελεί ουσιαστική προτεραιότητα, καθώς αφορά και την αξιοπιστία της ίδιας της Ένωσης και την αλληλεγγύη της προς τα κράτη-μέλη της.
Βιβλιογραφία
Βιβλία:
Dursun-Özkanca, O. (2023). An examination of the underlying dynamics of Turkey-European Union relations through the lenses of international relations theory. In Theoretical approaches to Turkish foreign policy. Routledge.
Ακαδημαϊκά άρθρα:
Kyris, G. (2012). The European Union and the Cyprus problem: A story of limited impetus. Eastern Journal of European Studies, 3(1), 87-99, Διαθέσιμο σε: https://ejes.uaic.ro/articles/EJES2012_0301_KIR.pdf
Kyris, G. (2020). The European Union in Northern Cyprus: Conceptualising the Avoidance of Contested States. Geopolitics, 25(2), 346-361, Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/14650045.2018.1552945
Müftüler-Baç, M., & Güney, A. (2005). The European Union and the Cyprus problem 1961-2003. Middle Eastern Studies, 41(2), 281-293, Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/00263200500035462
Theophanous, A. (2023). The Cyprus Problem, the EU and the UN: An overall assessment and the way forward. Horizons, CIRSD, Διαθέσιμο σε: https://cirsd.org/horizon-article/the-cyprus-problem-the-eu-and-the-un/
Yakinthou, C. (2009). The EU’s Role in the Cyprus Conflict: System Failure or Structural Metamorphosis? Ethnopolitics, 8(3-4), 307-323, Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/17449050903086922
Πρωτογενείς πηγές:
European Commission. (2003, March 11). Commission regrets failure of UN efforts to solve the Cyprus problem and confirm accession process will go ahead as scheduled. Διαθέσιμο σε: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ip_03_359
European Commission. (2024, July 19). Delivering on EU support for a Cyprus settlement: Legacy and vision. Διαθέσιμο σε: https://commission.europa.eu/publications/delivering-eu-support-cyprus-settlement-legacy-and-vision_en
European Parliament. (2026). Resolution on the impact of the 1974 Turkish invasion on Cypriot women and girls, and the crimes committed by Turkish forces and consequences on gender equality (Procedure 2026/2617(RSP)). Legislative Observatory, Διαθέσιμο σε: https://oeil.europarl.europa.eu/oeil/en/procedure-file?reference=2026%2F2617%28RSP%29
European People’s Party. (n.d.). The Cyprus problem: Over 50 years of occupation and division, Διαθέσιμο σε: https://www.epp.eu/papers/the-cyprus-problem-over-50-years-of-occupation-and-division
Ministry of Foreign Affairs of the Turkish Republic of Northern Cyprus. (2026, July 14). Regarding the resolution of the European Parliament’s Committee on Women’s Rights and Gender Equality (FEMM), Διαθέσιμο σε: https://mfa.gov.ct.tr/2946/regarding-the-resolution-of-the-european-parliaments-committee-on-womens-rights-and-gender-equality-femm
United Nations. (2025, March 18). Secretary-General’s press encounter following the informal meeting on Cyprus, Διαθέσιμο σε: https://www.un.org/sg/en/content/sg/press-events/2025-03-18/secretary-generals-press-encounter-following-the-informal-meeting-cyprus
Vassiliou, G. (2004, January). Cyprus accession to the EU and the solution of the Cyprus problem. Global Dialogue, Διαθέσιμο σε: https://www.interactioncouncil.org/sites/default/files/pvassiliou_world.pdf
Ειδησεογραφικές πηγές:
Cleaver, T. (2026, October 8). Fitto: Without Cyprus solution East Med de-escalation impossible. Cyprus Mail, Διαθέσιμο σε: https://cyprus-mail.com/2026/10/08/fitto-without-cyprus-solution-east-med-de-escalation-impossible
Pipis, T. (2026, October 8). “How many violations?” MEPs press EU over Turkish actions in the Eastern Mediterranean. Philenews, Διαθέσιμο σε: https://en.philenews.com/international/eu-turkiye-aegean-eastern-mediterranean-tensions-meps/
Tekin, E. (2026, October 9). Turkish Republic of Northern Cyprus slams EU over isolation of Turkish Cypriots. Anadolu Agency, Διαθέσιμο σε: https://www.aa.com.tr/en/europe/turkish-republic-of-northern-cyprus-slams-eu-over-isolation-of-turkish-cypriots/4082833
Πηγή εικόνας: Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο της αναλύτριας, Λευκωσία, Κύπρος (2023).
