Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Πόσο καθορίζει η κοινωνική τάξη καταγωγής τη ζωή του ατόμου;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τανταρούδας

Δεν υπήρχαν πάντα κοινωνικές τάξεις. Στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας, υπήρχε ένας υποτυπώδης καταμερισμός εργασιών όπου τηρούνταν οι στοιχειώδεις μορφές της ισότιμης συλλογικής οργάνωσης της κοινωνίας ανάλογα με την προσφορά. Με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη, κοινωνικές ομάδες άρχισαν να κυριαρχούν η μία ενάντια άλλης, σε παράγοντες όπως η κοινωνική δύναμη, ο πλούτος – εισόδημα, η μόρφωση, το πνευματικό επίπεδο, το επάγγελμα και η θέση στην εργασία, η κοινωνική θέση, ο τρόπος ζωής και συμπεριφοράς, ο τόπος κατοικίας και οικογενειακής προέλευσης, οι οποίοι τις περισσότερες φορές προσδιορίζουν την εξέλιξη της μετέπειτα γενιάς (Τσούνης – Τιτζίκας et al, 2025).

Η μαρξιστική σκέψη αναφέρει την έννοια της κοινωνικής τάξης ως το σύνολο των ιστορικά καθορισμένων σχέσεων εξουσίας και κυριαρχία. Η σχέση αυτή, αναπαράγεται και νομιμοποιείται μέσα στη καθημερινότητα. Παράλληλα, ο μαρξισμός θεωρεί ότι όλοι οι κοινωνικοί διαχωρισμοί, ανταγωνισμοί και αντιφάσεις των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών εγγράφονται συνεχώς στη καθημερινότητά μας.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε άτομο και κάθε κοινωνική ομάδα, λόγω της διαφορετικής και άνισης πρόσβασης τους στους πόρους της εξουσίας (οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής), θα έχουν διαφορετικές δυνατότητες επιλογής, οι οποίες θα επηρεάσουν τη πορεία της ζωής τους. Το γεγονός αυτό εμφανίζεται έμπρακτα μέσα στις καθημερινές σχέσεις ως τη δυνατότητα επιλογής «του ενός έναντι του άλλου». Μία από τις διαπιστώσεις της μαρξιστικής σκέψης είναι ότι κάθε κοινωνική σχέση, η οποία γίνεται από άτομα διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, διέπεται από ένα βαθμό εξουσίας. Η μαρξιστική σκέψη εξετάζει επίσης τους όρους και τις συνθήκες μέσα από τις οποίες οι ανισότητες παράγονται, αναπαράγονται και νομιμοποιούνται ως προς τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις (status quo).

Ο κόσμος των αξιών, των ιδεών, των κανόνων, των θεσμών και των ηθών, γνωστός ως Lebenswelt (βιόκοσμος), αναπαράγεται καθημερινά μέσα από τις συνήθειες, τις συμπεριφορές και τις κοινωνικές πρακτικές των ανθρώπων, συχνά χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν. Από αυτήν την άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μέσα στη καθημερινότητα, οι κοινωνικές σχέσεις,  οι οποίες στις καπιταλιστικές κοινωνίες είναι σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης, παραμένουν και αναπαράγονται. Αποτελεί, βεβαίως, το πρωταρχικό πεδίο της κοινωνικότητας (sociality), των κοινών νοημάτων και επικοινωνίας, ως αυτό που καθιστά δυνατή κάθε κοινωνική σχέση και συλλογικότητα μέσω κοινών καθημερινών πρακτικών. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και ένα πεδίο διαφορών, αντιθέσεων και ανταγωνισμών μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Κάθε κοινωνική μορφή δημιουργεί συγκεκριμένες δομές που αφορούν την χωροχρονική οργάνωση και την αλληλουχία καθημερινά επαναλαμβανόμενων πρακτικών. Οι δομές αυτές δίνουν την εντύπωση μιάς σταθερότητας του βίου, και δημιουργούν αλλά και αναπαράγουν διαρκώς στα υποκείμενα την αίσθηση της κοινωνικής τάξης.

Τα υποκείμενα σε μεγάλο βαθμό δεν επιλέγουν αλλά «κληρονομούν» τις ταυτότητες τους, οι οποίες καθορίζουν τη θέση τους μέσα στη κοινωνική ιεραρχία. Συνεπώς, καθορίζουν τις πρακτικές και τον τρόπο ζωής που ακολουθούν, καθώς και το πώς βιώνουν τις πρωταρχικές μορφές του συν-ανήκειν. Η καθημερινότητα βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική και πολιτισμική ομάδα στην οποία ανήκουν. Οι σχέσεις κοινωνικής ιεραρχίας και κυριαρχίας (δηλαδή ανταγωνισμού) εμφανίζονται μέσω των διαφορετικών τρόπων ζωής στη καθημερινότητα, οι οποίοι υπαγορεύονται τόσο από πολιτισμικές – ιστορικές παραδόσεις, όσο και από την άνιση πρόσβαση στους πόρους εξουσίας (πλούτος, μόρφωση, πολιτική εξουσία). Οι τρόποι και οι πρακτικές με τους οποίους οι άνθρωποι βιώνουν τη καθημερινότητά τους, δεν είναι κοινοί, αλλά διαφορετικοί και ανταγωνιστικοί, ανάλογα με την ατομική του ιστορία. Οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι σκέφτονται, ενεργούν και συμπεριφέρονται στην καθημερινότητά τους διαμορφώνουν συνήθειες, οι οποίες περιγράφονται με την έννοια του habitus (έξις). Η καθημερινότητα «διδάσκεται» από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής μας, κυρίως μέσα από τους σημαντικούς θεσμούς κοινωνικοποίησης, όπως η οικογένεια και το σχολείο, και αφορά μία σειρά από συνήθειες και συμπεριφορές οι οποίες εγγράφονται βαθιά μέσα στον ατομικό ψυχισμό. Οι καθημερινές σκέψεις, πράξεις και συμπεριφορές των ανθρώπων, επηρεάζονται από αντιλήψεις και συνήθειες που θεωρούνται αυτονόητες, και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τον εαυτό μας και τους άλλους. Αυτές οι άτυπες μορφές γνώσης καθοδηγούν την καθημερινή μας συμπεριφορά και τις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις. Οι συνήθειες και οι έξεις των ατόμων αντανακλούν σχέσεις εξουσίας που έχουν διαμορφωθεί ιστορικά και αναπαράγονται μέσα στην κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας επηρεάζουν και δεσμεύουν τις ατομικές επιλογές και πράξεις (Μαυρίδης, 2004).

Η έξη διαμορφώνεται από τις κοινωνικές και ταξικές ανισότητες του συστήματος, και επηρεάζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Οι συμπεριφορές αυτές συχνά συμβάλλουν στη διατήρηση των ίδιων ανισοτήτων (Smith, 2006). Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, τα άτομα που ανήκουν σε κατώτερες τάξεις θα δρουν με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίσουν να βρίσκονται στις τάξεις αυτές, παρόλη την επιθυμία τους για κοινωνική άνοδο. Το αίτιο της παραπάνω θέσης, βρίσκεται κατά τον ίδιο στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών της οικογένειας και του σχολείου (Μισαηλίδου, 2016).

Στον τομέα της παιδείας, έρευνες δείχνουν ότι η εισαγωγή των μαθητών στη τριτοβάθμια εκπαίδευση εξαρτάται από την κοινωνική διαφοροποίηση των γονέων, με την τάση αυτή να ενισχύεται στο πέρασμα του χρόνου. Χαρακτηριστικά, η πιθανότητα εισαγωγής σε ΑΕΙ είναι σημαντικά υψηλότερη, αν οι γονείς ακολουθούν επαγγέλματα που συνδέονται με σπουδές, οικονομική άνεση ή τον συνδυασμό τους, ενώ είναι μειωμένη στα εργατικά και αγροτικά στρώματα (Τομαρά-Σιδέρη, 1999; Ντούρου, 2022). Οι ανώτερες μορφωτικά και κοινωνικο-οικονομικά τάξεις, πέρα από το ότι με την συμμετοχή τους στους σχολικούς μηχανισμούς εξασφαλίζουν την κοινωνική τους αναπαραγωγή, με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο διογκώνουν την παρουσία τους στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, με τη συμμετοχή των παιδιών από κατώτερες μορφωτικά και κοινωνικά τάξεις, να είναι σχετικά περιορισμένη. Σύμφωνα με τον Banks, το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί με τρόπο που αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το εδραιωμένο καθεστώς και τις κοινωνικές ανισότητες, αντί να τις αντιμετωπίζει και να τις εξαλείφει στα θεμέλιά τους. Οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες, περιορίζοντας τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης των παιδιών από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (Τομαρά-Σιδέρη, 1999; Μισαηλίδου, 2016).

Σύμφωνα με τους Davis & Moore, η αντίληψη πως οι ανώτερες θέσεις κοινωνικά και οικονομικά καταλαμβάνονται από ανθρώπους με ανώτερη μόρφωση και συνεπώς σχολική επιτυχία, οδηγεί στη νομιμοποίηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας μέσω του σχολικού πλαισίου. Αυτό έχει ως συνέπεια, οι άνθρωποι να διαχωρίζονται μέσω της εκπαίδευσης σε επιτυχημένους ή μη επιτυχημένους ανάλογα με την πρόοδό τους μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι άνθρωποι που αποκτούν υψηλή μόρφωση και μετέπειτα καταλαμβάνουν ανώτερες θέσεις κοινωνικά και επαγγελματικά, προέρχονται ήδη από οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον αντίστοιχης μόρφωσης και κοινωνικής θέσης (Ντούρου, 2022).

Στον τομέα της πολιτιστικής κατανάλωσης, όπως η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο και ο χορός, παρατηρείται ότι δεν υφίσταται απαραίτητα αντιστοιχία μεταξύ πολιτιστικών επιλογών και των κοινωνικών τάξεων. Ειδικότερα, στον τομέα της μουσικής κατανάλωσης, μεταξύ των διαστάσεων της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, η εκπαίδευση και το κοινωνικό κύρος (status) παίζουν τον καθοριστικότερο ρόλο στη διαμόρφωση των προτύπων κατανάλωσης, σε αντίθεση με την κοινωνικοοικονομική τάξη, η οποία εμφανίζει μη σημαντική επιρροή. Η κοινωνική διάκριση εμφανίζεται στο ανώτερο πρότυπο κατανάλωσης, το οποίο σχεδόν μονοπωλείται από τις ομάδες υψηλότερου κοινωνικού κύρους,       και χαρακτηρίζεται κυρίως από τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε χώρους κλασικής μουσικής, όπερας, τζαζ και έθνικ μουσικής. Ωστόσο, η κοινωνική διάκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γενική αρχή της μουσικής κατανάλωσης. Τέλος, το λαϊκό πρότυπο κατανάλωσης, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη λαϊκή-ποπ μουσική και τα ρεμπέτικα, οριοθετεί μία κοινή κουλτούρα που απευθύνεται σχεδόν στο σύνολο της κοινωνικής δομής, ανεξάρτητα από την κοινωνική καταγωγή των ατόμων (Σουλιώτης & Εμμανουήλ, 2016).

Στον τομέα της υγείας, ορισμένες από τις διαφορές που παρατηρούνται στην υγεία ενός πληθυσμού, οφείλονται σε βιολογικούς και δημογραφικούς παράγοντες, όπως είναι η σωματική λειτουργία του οργανισμού, η κληρονομικότητα, η ηλικία, το φύλο, κ. λπ, και δεν μπορούν να αποφευχθούν. Ωστόσο, οι διαφορές στην υγεία ενός πληθυσμού οφείλονται περισσότερο στο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των ατόμων, και στην κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο κάποιες κοινωνικές ομάδες περισσότερο ευάλωτες από άλλες. Αν και η κοινωνική τάξη και οι υλικές συνθήκες διαβίωσης αναγνωρίζονται ως οι βασικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της υγείας, ορισμένες ανισότητες στην υγεία των ατόμων και στις συμπεριφορές κατώτερων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων, δεν μπορούν να ερμηνευτούν με κοινωνικο-οικονομικούς όρους. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να εξηγηθεί με οικονομικούς όρους το μεγάλο ποσοστό καπνίσματος και κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών από άτομα που ανήκουν σε κατώτερες κοινωνικά τάξεις. Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιείται η έννοια του habitus (έξη), η οποία εμπεριέχει και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία των ατόμων και διαφέρουν ανά κοινωνική τάξη, όπως οι πολιτισμικοί και συμπεριφορικοί παράγοντες. Σύμφωνα με τον Τούντα, οι διατροφικές συνήθειες, οι ενδυματολογικές τάσεις, το κάπνισμα, το αλκοόλ, η φυσική άσκηση, η ατομική υγιεινή, οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες και η εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου, κ. λπ., αποτελούν εκφράσεις των ταξικών έξεων, που επιδρούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στη κατάσταση της υγείας (Λουίζου, 2008).

Οι δείκτες υγείας αποδεικνύουν, ότι άτομα που προέρχονται από χαμηλότερες κοινωνικά τάξεις εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας και νοσηρότητας, καθώς και μικρότερα ποσοστά στη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Για αυτό το λόγο, είναι δυνατό, η κατάσταση της υγείας ορισμένων ατόμων να μην είναι αντιπροσωπευτική της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκουν, αλλά αντίθετα να αντιπροσωπεύει την κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονται. Επιπλέον, οι οικονομικά ασθενέστεροι δεν επωφελούνται όσο οι οικονομικά ισχυρότεροι από τις βελτιώσεις που επιτυγχάνονται στην καλύτερη ανίχνευση, έγκαιρη διάγνωση και συνεχή αναβάθμιση των διαφόρων τύπων ασθενειών (όπως για παράδειγμα ο καρκίνος). Η διαφορά αυτή φαίνεται ότι δεν αμβλύνεται με την πάροδο των χρόνων, αλλά αντίθετα μεγαλώνει. Το γεγονός αυτό δε παρατηρείται μόνο μεταξύ κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων στο εσωτερικό μιάς χώρας, αλλά και μεταξύ διαφόρων κρατών. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο παιδικός καρκίνος. Στις ανεπτυγμένες χώρες, για κάθε τρία παιδιά που εκδηλώνουν καρκίνο, τα δύο θα αποθεραπευτούν, σε αντίθεση με τις πιο φτωχές χώρες, στις οποίες τα περισσότερα παιδιά πεθαίνουν αβοήθητα και μάλιστα χωρίς την κατάλληλη θεραπεία εναντίον του πόνου (Λουίζου, 2008).

Συμπερασματικά, η κοινωνική τάξη καταγωγής επηρεάζει τη ζωή του ατόμου σε σημαντικό βαθμό, ενώ η έξη επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτό καλείται να διαμορφώσει τις επιλογές και την πορεία του. Η οικογένεια, το σχολείο και άλλοι κοινωνικοί θεσμοί συμβάλλουν στη μετάδοση των έξεων και στην αναπαραγωγή και όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ωστόσο, οι διαφορές αυτές δεν υφίστανται σε όλους τους τομείς, καθώς οι πολιτιστικές επιλογές είναι κοινές μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Επομένως, η κοινωνική τάξη καταγωγής δεν καθορίζει απόλυτα τη ζωή του ατόμου, διαμορφώνει όμως σε σημαντικό βαθμό τη θέση από την οποία αυτό εισέρχεται στις δομές, στις ευκαιρίες και στις ανισότητες της καπιταλιστικής κοινωνίας.

 

Βιβλιογραφία

Λουίζου, Α. Κοινωνική τάξη και υγεία: η περίπτωση του καρκίνου.

Μαυρίδης, Η. (2004). Η έννοια της καθημερινότητας στην κοινωνική θεωρία. The Greek Review of Social Research, 27-59.

Μισαηλίδου, Μ. (2016). Ταξική προκατάληψη στην εκπαίδευση.

Ντούρου, Α. Πως η κοινωνική προέλευση των μαθητών επηρεάζει την επιτυχία τους στις εισαγωγικές εξετάσεις της Ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με τις απόψεις εκπαιδευτικών της Ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Τζιτζικας, Κ. Ά. Τ., Αλμπανίδης, Ε., Κώστα, Γ., Γεντή, Μ., & Γουλιμάρης, Δ. (2025). Mελέτη κοινωνικών αξιών συμμετεχόντων σε δραστηριότητες χορού ανά κοινωνική τάξη. Άθληση και Κοινωνία, 2, 28-37.

Τομαρά-Σιδέρη, Μ. (1999). Εκπαιδευτική πορεία και κοινωνική καταγωγή. The Greek Review of Social Research, 183-198.

Smith, P. (2006). Πολιτισμική θεωρία. Μια εισαγωγή. Αθήνα: Κριτική.

Souliotis, N., & Emmanuel, D. (2016). Κοινωνική διαστρωμάτωση και κατανάλωση μουσικής στην Αθήνα. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών.

Φωτογραφία: https://behavioralscientist.org/understanding-social-class-as-culture/