Γράφει ο Αλέξανδρος Ζύκας
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, επέφερε σημαντικές αλλαγές τόσο από γεωπολιτικής σκοπιάς όσο και από κοινωνικής πλευράς σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η διεθνής θέση της νεοσύστατης Ρωσικής Ομοσπονδίας ήταν προβληματική, με δεδομένο ότι τα σύνορα της χώρας άλλαξαν πάρα πολύ άμεσα. Ειδικότερα, στη περιοχή του Καυκάσου και στη Κεντρική Ασία τα σύνορα υποχώρησαν σε αυτά των μέσων του 18ου αιώνα, ενώ το δυτικό σύνορο ήταν παρόμοιο με το αντίστοιχο του 1600, επί βασιλείας του Ιβάν Δ’ του Τρομερού (Brzezinski, 1998, σ. 157). Τα προβλήματα αυτά διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο με την επέκταση του ΝΑΤΟ στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, με αποτέλεσμα η ρωσική πολιτική να θεωρεί πως η συνεργασία με τη Δύση δεν είναι εφικτή. Οι απόψεις αυτές αντανακλώνται τόσο στο κείμενο του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν «Η γενική ιδέα της εθνικής ασφάλειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας του 2000», όσο και στο γεγονός πως το 1993 κατέστη πιθανός ο πυρηνικός πόλεμος σε περίπτωση που θιγόταν η εδαφική ακεραιότητα της χώρας (Mearsheimer, 2007, σσ. 729-730).
Οι παραπάνω εξελίξεις οδήγησαν τη ρωσική πολιτική ελίτ να δρα διαφορετικά στις εξωτερικές της σχέσεις και διαφορετικά στο εσωτερικό της κοινωνίας. Στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, παρατηρείται ότι η στρατηγική της ελίτ στοχεύει στην επανασύνδεση των παλαιών σοβιετικών δημοκρατιών, μέσω επεμβάσεων. Ειδικότερα, η Ρωσία συμμετείχε με την αποστολή εξοπλισμού στον πόλεμο της Αμπχαζίας και στον πόλεμο μεταξύ της Γεωργίας με τη Νότια Οσσετία, υποστηρίζοντας και στις δύο περιπτώσεις τους αυτονομιστές των περιοχών αυτών (Πλατιάς, 1995, σ. 181). Υποστήριξε επίσης τους αντιπάλους των ισλαμιστών στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στο Τατζικιστάν, προκειμένου να αποφευχθεί η επικράτησή τους (Brzezinski, 1998, σ. 156). Αμεσότερη εμπλοκή της Ρωσίας παρατηρήθηκε αρχικά στον πόλεμο μεταξύ της αποσχισθείσας περιοχής της Υπερδνειστερίας και της νεοσυσταθείσας Δημοκρατίας της Μολδαβίας (Πλατιάς, 1995, ό.π.), καθώς και το 2008 εναντίον της Δημοκρατίας της Γεωργίας σε απάντηση της ξαφνικής επίθεσης των Γεωργιανών εναντίον των αυτονομιστών της Νότιας Οσσετίας (Emerson, 2008, σ. 1). Φυσικά, άλλη περίπτωση αποτελεί ο εν εξελίξει πόλεμος στην Ουκρανία, ο οποίος έχει ξεκινήσει με την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 (Προέδρου, 2019, σ. 81). Η Ρωσία, παράλληλα, χρησιμοποιεί την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών για να μπορεί να ελέγχει τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Brzezinski, 1998, σσ. 163-164).
Η επεμβατική αυτή πολιτική της Ρωσίας μπορεί να εξηγηθεί από το εξής: καθώς πρότερη μη-αυτοκρατορική ρωσική κρατική δομή δεν υπήρξε (Sakwa, 1996, σ. 30), έπρεπε να αναζητηθεί η νέα ταυτότητα του Ρώσου και της ίδιας της Ρωσίας. Μερικά ερωτήματα που τέθηκαν ήταν το αν η Ρωσία έχει συγκεκριμένα εδαφικά σύνορα, αν είναι ένα απλό εθνικό κράτος ή είναι κάτι περισσότερο με αποτέλεσμα να έχει δεδομένα έναν αυτοκρατορικό ρόλο (Brzezinski, 1998, σσ.169-170). Ένα ακόμη πρόβλημα που προστέθηκε στην εξίσωση ήταν η ίδια η φύση του κράτους. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του, το ρωσικό κράτος λειτουργούσε σαν μια αυτοκρατορία βασισμένη στην επέκταση, η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη αποτελούσαν τους κεντρικούς μοχλούς του κράτους (Brzezinski, 1998, σ. 171). Πέραν όμως αυτών, πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός πως οι ίδιοι οι Ρώσοι έχουν αποδώσει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο κράτος τους, καθώς δεν είναι αποκλειστικά ένα έθνος-κράτος με βάση το δυτικο-ευρωπαϊκό πρότυπο, αλλά θεωρούν ότι υπάρχει για να εκπληρώσει μια ειδική υπερεθνική αποστολή, μια «ρωσική ιδέα» με θρησκευτικό, γεωπολιτικό αλλά και ιδεολογικό περιεχόμενο (Brzezinski, 1998, σ. 171).
Προχωρώντας τώρα στη μελέτη της εσωτερικής στρατηγικής της ρωσικής πολιτικής ελίτ, θα πρέπει να τη διακρίνουμε σε δύο βασικές υποπεριόδους: την περίοδο προεδρίας του Μπόρις Γιέλτσιν (1991-1999) και την περίοδο προεδρίας του Βλαντίμιρ Πούτιν (1999-2008, 2012-εώς σήμερα). Σε έναν βαθμό, πέραν των οικονομικών δυσχερειών που βίωσε, η Σοβιετική Ένωση οδηγήθηκε στην κατάρρευση λόγω και της εσωτερικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής (Οστρόφσκι, 2022, σ. 37). Από τη στιγμή που η κρατική προπαγάνδα έπαψε να αποκρύπτει τα πραγματικά προβλήματα της σοβιετικής οικονομίας, ξεκίνησε ένα μαζικό κύμα κριτικής των λανθασμένων στοιχείων της οικονομίας από μέλη της ίδιας της πολιτικής ελίτ -κάτι πρωτοφανές- που οδήγησε στην απονομιμοποίηση και την επακόλουθη κατάρρευση του συστήματος (Οστρόφσκι, 2022, σ 38). Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επέφερε μια σημαντική αλλαγή, καθώς προέκυψε ένα αγεφύρωτο χάσμα γενεών. Οι νέοι άνθρωποι, που είχαν γεννηθεί τη δεκαετία του 1960, διαφοροποιήθηκαν πλήρως από την ακριβώς προηγούμενη γενιά, που είχε γαλουχηθεί με τα πρότυπα της μπολσεβικικής επανάστασης (Οστρόφσκι, 2022, σ. 147).
Ενώ οι μεγαλύτεροι θεωρούσαν αναγκαία τη διατήρηση του προηγούμενου συστήματος, καθώς είχαν μεγαλώσει στο πλαίσιο αυτού, οι νέοι απορούσαν με τη συγκεκριμένη λογική, λόγω και της οικονομικής του αποτυχίας. Ο πρόεδρος Γιέλτσιν στράφηκε προς αυτούς, λόγω της δυσπιστίας του για τη προηγούμενη γενιά (Οστρόφσκι, 2022, ό.π.). Το γεγονός όμως πως η νέα ρωσική ελίτ αποτελούνταν από τους προηγούμενους σοβιετικούς αξιωματούχους, ότι δηλαδή υπήρχε μια συνέχεια της προηγούμενης κατάστασης δεν ήταν προάγγελος ουσιαστικής αλλαγής (Brzezinski, 1998, σ. 178). Η εμφάνιση της νέας αυτής Ρωσίας έφερε στο προσκήνιο δύο βασικά ερωτήματα: κάποιος είναι Ρώσος βάσει εθνότητας (Russkiy) ή μπορεί να είναι και πολιτικά Ρώσος, να είναι δηλαδή μη-Σλάβος αλλά πιστός στη Μόσχα (Rossiyanin) -όπως συμβαίνει και με τους όρους «Άγγλος» και «Βρετανός» αντίστοιχα (Brzezinski, 1998, σ. 170). Τη στιγμή εκείνη αυτό υπήρξε καίριο θέμα λόγω της σχετικά μεγάλης παρουσίας των εθνοτικών μειονοτήτων στη Ρωσία -αγγίζουν το 20%- με μερικές από αυτές να προσπαθούν να απομακρυνθούν από τον κεντρικό έλεγχο της Μόσχας, όπως οι Τσετσένοι (Sakwa, 1996, σ. 36).
Ενώ η Ρωσία προσπαθούσε να βρει τα δημοκρατικά της βήματα, ο Γιέλτσιν έκανε κινήσεις οι οποίες εκτροχίασαν την όποια μεταρρυθμιστική απόπειρα. Αρχικά απομάκρυνε τον επικεφαλής της νέας ρωσικής τηλεόρασης Εγκόρ Γιάκοβλεφ και προχώρησε έπειτα στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος το 1993, προκειμένου να ενισχυθούν οι εξουσίες του μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης (Οστρόφσκι, 2022, σσ. 176-177). Σε αυτή την κίνηση όμως διαφώνησε το Κοινοβούλιο, με αποτέλεσμα να προκληθεί εσωτερικό χάος, καθώς ο στρατός πήρε το μέρος του προέδρου Γιέλτσιν και κινήθηκε εναντίον του Κοινοβουλίου. Η τελική λύση στην κρίση αυτή επήλθε με την οριστική επικράτηση του Γιέλτσιν, την προκήρυξη πρόωρων εκλογών και την αναθεώρηση του Συντάγματος (Οστρόφσκι, 2022, σσ. 178-179).
Η έκρηξη, όμως, του πολέμου στη Τσετσενία άλλαξε και πάλι τα δεδομένα, καθώς τώρα επικράτησε μια πιο σκληρή εθνικιστική γραμμή με αποτέλεσμα ο Ρώσος πρόεδρος να αναζητήσει μια νίκη που θα ενίσχυε τη δυναμική του. Στον συγκεκριμένο πόλεμο, μάλιστα, για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στον ενισχυμένο ρόλο που θα έχουν ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας ως προς την επιβολή της τάξης (Οστρόφσκι, 2022, σ. 213). Η προβολή του πολέμου από τη ρωσική τηλεόραση οδήγησε και στην πολιτική άνοδο του υπερεθνικιστή Ζιρινόφσκι, ο οποίος επέφερε αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων στο Κρεμλίνο. Παρά το γεγονός πως το Κρεμλίνο προσπάθησε να ελέγχει πλήρως την ενημέρωση, τα τηλεοπτικά κανάλια ήταν εκείνα που κατέδειξαν την αδυναμία του για τον πλήρη έλεγχο της ενημέρωσης (Οστρόφσκι, 2022, σ. 211). Η τρομοκρατική ενέργεια στο Μπουντιονόφσκ από τους Τσετσένους μαχητές το 1995 ήταν το σημείο, το οποίο κατέδειξε τη πλήρη αδυναμία του Κρεμλίνου να πετύχει μια αποφασιστική νίκη εναντίον των Τσετσένων, με αποτέλεσμα να συμφωνηθεί η κατάπαυση του πυρός και να έλθει το τέλος του πολέμου το 1996 (Οστρόφσκι, 2022, σ. 230).
Η προβληματική περίοδος που ακολούθησε τον πόλεμο της Τσετσενίας ξεκίνησε αρχικά με τις εκλογές του 1996, καθώς όλη η προεκλογική εκστρατεία του Γιέλτσιν εξαρτήθηκε πλήρως από τους ολιγάρχες, δηλαδή την ελίτ που κυριαρχούσε στην οικονομία (Οστρόφσκι, 2022, σ. 234). Η οικονομική κρίση του 1997, που ενέτεινε τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, προκάλεσε περαιτέρω εσωστρέφεια, καθώς η νοσταλγία για το σοβιετικό καθεστώς ενισχύθηκε περαιτέρω (Οστρόφσκι, 2022, σ. 252).
Πολύ σύντομα αναδύθηκε στα κυβερνητικά αξιώματα του Κρεμλίνου μια άγνωστη σχετικά προσωπικότητα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, που ήδη από το 1996 ήταν στο στενό κύκλο του Γιέλτσιν (Ζάϊπελ, 2016, σ. 137). Η άνοδός του τον βοήθησε να δει την κατάσταση εκ των έσω, η οποία ήταν τραγική λόγω της πλήρους αποσάθρωσης των κρατικών μηχανισμών. Πολύ γρήγορα προχώρησε στις σχετικές αναδιαρθρώσεις με αποτέλεσμα να ανέλθει ταχύτατα στην ιεραρχία και να γίνει αρχικά πρωθυπουργός της Ρωσίας και εν συνεχεία πρόεδρος της χώρας το 1999 (Ζάϊπελ, 2016, σ. 151). Η προεδρική θητεία του Πούτιν ξεκινά με μια σοβαρή εσωτερική κρίση στον Καύκασο, καθώς επιχειρείται από Τσετσένους μαχητές η ανακήρυξη της ρωσικής Δημοκρατίας του Νταγκεστάν στον πρόδρομο του Ισλαμικού Κράτους (Ζάϊπελ, 2016, σ. 155). Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο Πούτιν προχώρησε στην κήρυξη του δεύτερου πολέμου στη Τσετσενία το 1999. Η Ρωσία νίκησε αυτόν τον πόλεμο, προχωρώντας σε πολύ μεγάλες βιαιότητες χωρίς να υπολογιστούν οι απώλειες, προκαλώντας έτσι την ανησυχία της διεθνούς κοινότητας για την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Στο εσωτερικό, όμως, ο Πούτιν είχε αυξήσει κατακόρυφα τη δημοτικότητά του, εμπνέοντας ένα αίσθημα ασφάλειας για τον Ρώσο πολίτη (Ζάϊπελ, 2016, σ. 155).
Τη σκληρότητα αυτή τη δικαιολόγησε, υποθέτοντας τι θα γινόταν στις ΗΠΑ αν για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον γινόταν μια τρομοκρατική επίθεση σαν αυτές που δεχόταν η Ρωσία (Ζάϊπελ, 2016, σ. 156). Ενώ όμως το μέτωπο εναντίον της Τσετσενίας κερδήθηκε τελικά μόλις έναν χρόνο αργότερα, στο εσωτερικό της κυβέρνησης η κατάσταση παρέμενε προβληματική. Το πρώτο πράγμα που έγινε ήταν να τοποθετηθούν άτομα σε κυβερνητικές θέσεις που ήταν της εμπιστοσύνης του προέδρου (Ζάϊπελ, 2016, σ. 159). Η δεύτερη ενέργεια του Πούτιν ήταν να περιορίσει δραστικότατα την επιρροή των ολιγαρχών, κατηγορώντας τους για την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας. Ο Πούτιν τους πρότεινε να ενισχύσουν το κράτος οικονομικά, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να διατηρούν τις επιχειρήσεις τους. Σε περίπτωση που δεν συμμορφώνονταν, προβλέπονταν ποινές φυλάκισης για φοροδιαφυγή (Ζάϊπελ, 2016, σσ. 169-170).
Γενικότερα όμως, οι πρώτες δύο προεδρικές θητείες του Πούτιν αποσκοπούσαν κυρίως στον έλεγχο της οικονομίας από το κράτος, ελέγχοντας παράλληλα δημοκρατικούς και συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους (Τριανταφυλλίδης, 2023, σ. 127). Η κατάσταση άλλαξε αρχικά το 2008 και τον πόλεμο με τη Γεωργία κι έπειτα μετά το τέλος της θητείας του προέδρου Μεντβέντεφ και την επιστροφή του Πούτιν στο αξίωμα το 2012 (Ζάϊπελ, 2016, σ. 110). Οι πρώτες ενδείξεις είχαν φανεί έναν χρόνο πριν την εισβολή το 2007, όταν ο Πούτιν δήλωσε πως η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αποτέλεσε «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του 20ού αιώνα». Η θεαματική εμφάνιση του συγκροτήματος Pussy Riot στον καθεδρικό Ναό της Σωτήρος το 2012 έδωσε την ευκαιρία στον Πούτιν να παρουσιάσει ένα πιο συντηρητικό πρόσωπο (Ζάϊπελ, 2016, σ. 111). Σύμφωνα με κύκλους προσκείμενους προς τον Ρώσο πρόεδρο, καθώς η Δύση προσπαθεί να επιβάλει τα δικά της ηθικά πρότυπα στη Ρωσία ο μόνος τρόπος ουσιαστικής άμυνας είναι η πλήρης νομιμοποίηση της ηγεσίας και ο έλεγχος από το κράτος των μέσων ενημέρωσης, προκειμένου να περιχαρακωθεί από αυτή την ηθική παρακμή. Προωθήθηκε με άλλα λόγια, η ιδέα του «βαθέος λαού» που διατηρεί αυτούσια τα στοιχεία του ρωσικού πολιτισμού (Τριανταφυλλίδης, 2023, σ. 125).
Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και η επιστροφή στα παλαιά σοβιετικά σύμβολα, όπως για παράδειγμα οι αναφορές στον Στάλιν. Μια ακόμη πτυχή που πρέπει να αναφερθεί αφορά την στρατιωτικοποίηση των κρατικών θεσμών. Λόγω των «έγχρωμων επαναστάσεων» που εμφανίστηκαν επί προεδρίας Μεντβέντεφ και των διαφόρων οικονομικών προβλημάτων, πολύ γρήγορα ξεκίνησε ένα μαζικό κύμα διαδηλώσεων εντός της Ρωσίας, με την αστυνομία να μην προχωρά σε βίαιη καταστολή τους (Τριανταφυλλίδης, 2023, σσ. 125-126). Αυτό, ωστόσο, οδήγησε τον Ρώσο πρόεδρο να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Ο συνδυασμός όμως του ρωσικού εθνικισμού και του ρωσικού αυταρχισμού -λόγω και του αυτοκρατορικού παρελθόντος- ολοκληρώθηκε με την προσθήκη μιας ακόμη κινητήριας δύναμης, της Ορθοδοξίας (Τριανταφυλλίδης, 2023, σ. 126). Η Ορθοδοξία ενισχύθηκε σημαντικά και συνδέθηκε με σημαντικές περιόδους της ρωσικής ιστορίας. Αυτό συνέβη με την προβολή έκθεσης το 2014 που παρουσίαζε το ρωσικό εθνικό ιδρυτικό αφήγημα: τη βάφτιση του τσάρου Βλαδίμηρου στα εδάφη της σημερινής Ουκρανίας. Αυτό το αφήγημα συνδέθηκε και με μια φιλόδοξη εξωτερική πολιτική, καθώς η Ρωσία επιχείρησε -ακόμη και τώρα- την ένταξη των «Σλάβων αδελφών» στη λεγόμενη «Νοβορωσία» (Τριανταφυλλίδης, 2023, σσ. 126-127). Η επιτομή αυτού του συγκερασμού στοιχείων, εντοπίζεται στο δοκίμιο «Περί της ιστορικής ενότητας των Ρώσων και των Ουκρανών», που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2021, και αποτέλεσε ουσιαστικά την αφορμή, μεταξύ άλλων, για την πλήρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022(Τριανταφυλλίδης, 2023, σ. 127).
Συμπερασματικά, παρατηρούμε ότι μετά το 1991 και την εμφάνιση ενός νέου ρωσικού κράτους, το ρωσικό πολιτικό σύστημα και η ρωσική κοινωνία βρέθηκαν σε μια κρίση ταυτότητας, καθώς δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει το νέο αυτό κράτος. Τα προβλήματα όμως της δεκαετίας του ’90 έφεραν την άνοδο του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος στα πρώτα χρόνια διακυβέρνησής του προσπάθησε να σταθεροποιήσει τη Ρωσία χρησιμοποιώντας αυταρχικές μεθόδους. Με το πέρασμα των ετών, όμως, το ρωσικό πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται πλέον από ένα ιδιόρρυθμο μείγμα εθνικισμού και προσκόλλησης στο σοβιετικό παρελθόν, ειδικότερα από τη δεκαετία του 2010 και έπειτα, λόγω και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Bιβλιογραφία:
Brzezinski Zbigniew. (1998). Η μεγάλη σκακιέρα. Η αμερικανική υπεροχή και οι γεωστρατηγικές της επιταγές. μτφρ.: Ελένη Αστερίου. Εκδόσεις Λιβάνη..
Emerson Micahel. (2008). «Post-Mortem on Europe’s first war of the 21st century». Στο Centre for European Policy Studies, Policy brief, ν. 167. σσ. 1-8. Εκδόσεις CEPS.
Mearsheimer John. (2007). Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Μτφρ.: Κωνσταντίνος Κολιόπουλος. Επιστημονική επιμ.: Παναγιώτης Ήφαιστος-Ηλίας Κουσκουβέλης. Εκδόσεις Ποιότητα.
Sakwa Richard. (1996). Russian politics and society. Εκδόσεις Routledge.
Ζάϊπελ Χούμπερτ. (2016). Πούτιν. Η εξουσία εκ των έσω. Μτφρ.: Αλεξάνδρα Παύλου-Γιώτα Λαγουδάκου. Εκδόσεις Καστανιώτη..
Οστρόφσκι Αρκάντι. (2022). Η επινόηση της σύγχρονης Ρωσίας. Η διαδρομή από την ελευθερία του Γκορμπατσώφ έως τον πόλεμο του Πούτιν. Πρόλογος: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης. Μτφρ.: Χάρης Αναγνωστόπουλος. Εκδόσεις Επίκεντρο.
Πλατιάς Αθανάσιος Γ. (1995). Το νέο διεθνές σύστημα. Ρεαλιστική προσέγγιση διεθνών σχέσεων. Εκδόσεις Παπαζήση.
Προέδρου Φίλιππος. (2019). «Οι σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας: Μια αποτίμηση της αλληλεξάρτησης και της εργαλειοθήκης ισχύος ΕΕ και Ρωσίας». Στο Συλλογικό, Εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ. επιμ.: Σπύρος Μπλαβούκος-Δημήτρης Μπουραντώνης-Παναγιώτης Τσάκωνας. σσ. 73-91. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
Τριανταφυλλίδης Δημήτρης. (2023). Ρωσία: Ο μεγάλος εχθρός της Δύσης. Εκδόσεις Επίκεντρο.
Πηγή εικόνας:
Campbell A. (2020). The wild decade: how the 1990s laid the foundations for Vladimir Putin’s Russia. The conversation. Διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/the-wild-decade-how-the-1990s-laid-the-foundations-for-vladimir-putins-russia-141098
