Γράφει η Λυδία Νίκα
Σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή του φυσικού δικαίου «nemo judex in causa sua» («ουδείς πρέπει να κρίνει δική του υπόθεση»), παρεμποδίζεται και κατ’ ουσία, αποδοκιμάζεται η δυνατότητα έκδοσης δικαστικής αποφάσεως εκ μέρους δικαστή ή εν γένει δημοσίου λειτουργού σε υπόθεση επί της οποίας υφίστανται αντικρουόμενα συμφέροντα αυτού του προσώπου (Moussa M., 2025, p. 135; Schwarzenberger G., 1972, p. 482). Στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα, η αρχή της αμεροληψίας, έχοντας οικοδομηθεί σε τέτοιου είδους θεωρητικά ερείσματα, κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, στο αρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) που ως γνωστόν αποτελεί εκείνο το νομοθετικό κείμενο βάσει του οποίου εξετάζονται οι υποβληθείσες ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) προσφυγές. Ειδικότερα, στην εν λόγω διάταξη κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα εκάστου προσώπου, όπως η υπόθεσή του δικαστεί «από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα» ενώ όσον αφορά συγκεκριμένα την τήρηση της αρχής της αμεροληψίας, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ εξετάζονται 2 διακριτά μεν, αλληλένδετα δε κριτήρια, αντικειμενικής και υποκειμενικής φύσεως, αντιστοίχως, που αναδεικνύονται εναργώς μέσα από την ανάλυση της υπόθεσης Nicholas v. Cyprus που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας μελέτης (Σαρμάς Ι., 2022, σελ. 270, 273-275).
Αρχικώς, η εξεταζόμενη υπόθεση αφορά την υποβληθείσα στις 21 Οκτωβρίου 2010 προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ από τον κ. Χαράλαμπο Νίκολας, βρετανοκύπριο υπήκοο ο οποίος έκανε λόγο περί παραβίασης του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ λόγω της μεροληπτικής στάσης ενός εκ των δικαστών που συμμετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου που ανέλαβε την εκδίκαση της υπόθεσής του σε δεύτερο βαθμό στην Κύπρο (European Court of Human Rights, 2018, par. 1,3). Σημειωτέον, ότι ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε αρχικώς από τον κ. Λουκαίδη, δικηγόρο στη Λευκωσία, αλλά στις 3 Αυγούστου 2016 ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι είχε ανακαλέσει την εντολή (εκπροσώπησης) προς τον συγκεκριμένο συνήγορο και κατ’ εξαίρεση του επιτράπηκε να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του βάσει του αρ. 36 παρ. 4 περ. β’ του Κανονισμού του Δικαστηρίου (Reglamento de Procedimiento del TEDH, 2018, Articulo 36; European Court of Human Rights, 2018, par. 2). Η Κυπριακή Δημοκρατία δε, εκπροσωπήθηκε από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη ενώ στις 7 Σεπτεμβρίου 2015, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ενημερώθηκε περί του δικαιώματος παρέμβασης που διέθετε σύμφωνα με το αρ. 36 παρ. 1 της Σύμβασης και τον Κανόνα 44 παρ. 1, αντιστοίχως, εφόσον η χώρα της οποίας είναι υπήκοος ο εκάστοτε προσφεύγων δικαιούται τόσο να υποβάλλει παρατηρήσεις όσο και να συμμετάσχει στις ακροαματικές διαδικασίες (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950, αρ. 36; European Court of Human Rights, 2018, par. 4).
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο προσφεύγων ο οποίος γεννήθηκε το 1951 και κατοικεί στη Λάρνακα, κατόπιν της απόλυσής του από την Cyprus Airways Ltd στην οποία εργαζόταν ως υπό εκπαίδευση πιλότος, άσκησε αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 26 Ιουνίου 1998, αναφερόμενος στον παράνομο και δυσφημιστικό χαρακτήρα της απόλυσής του (European Court of Human Rights, 2018, par. 6-7). Εντούτοις, στις 29 Δεκεμβρίου 2006 η αγωγή του απερρίφθη ενώ στις 9 Φεβρουαρίου 2007 ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του προσφεύγοντος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εξετάστηκε από την τριμελή σύνθεση αυτού και επίσης απερρίφθη ομόφωνα δικαστήριο στις 21 Απριλίου 2010 (European Court of Human Rights, 2018, par. 8-11). Πλην όμως, κατόπιν τούτων ο προσφεύγων ισχυρίστηκε πως πληροφορήθηκε ότι ο υιός ενός εκ των δικαστών που μετείχαν στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν γαμπρός του διαχειριστή εταίρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπούσε την Cyprus Airways Ltd και εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του συγκεκριμένου δικαστηρίου, προχωρώντας μάλιστα σε αγόρευση κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 11 Μαρτίου 2007 (European Court of Human Rights, 2018, par. 10-12, 48). Σημειωτέον, ότι στην ίδια εταιρεία εργαζόταν –εκτός του υιού του- και η νύφη του δικαστή –και κόρη του διαχειριστή εταίρου (European Court of Human Rights, 2018, par. 44). Ο συνήγορος του προσφεύγοντος δε, δεν αιτήθηκε την εξαίρεση του εν λόγω δικαστή διότι αγνοούσε τα προαναφερόμενα περιστατικά (European Court of Human Rights, 2018, par. 12).
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι το ζήτημα της εξαίρεσης δικαστών από τη σύνθεση ενός δικαστηρίου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα Δικαστικής Πρακτικής, όπως αυτός υιοθετήθηκε στις 17 Μαρτίου 1988 και ισχύει μέχρι σήμερα κατόπιν τροποποιήσεών του το 1989, το 2003, το 2006 και το 2011, αλλά και το 2018 και 2019 (European Court of Human Rights, 2018, par. 13; Δικαστική Πρακτική, 2019, αρ. 1-2). Βάσει του εν λόγω νομοθετήματος –όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης δε, δεν επιτρέπεται να μετέχει της σύνθεσης του δικαστηρίου δικαστής ο οποίος συνδέεται με σχέση συγγένειας έως και τον τέταρτο βαθμό με κάποιον εκ των συνηγόρων που εμφανίζονται ενώπιόν του ή είναι σύζυγος ή γονέας συζύγου τους (European Court of Human Rights, 2018, par. 14). Με σχετική (τροποποιητική) απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2011, ο επίμαχος κώδικας τροποποιήθηκε προκειμένου να συμπεριληφθούν μεταξύ των εξαιρουμένων προσώπων, πλην των στενών συγγενών, και οι συνήγοροι που συνδέονταν με κάποιον εκ των δικαστών μέσω της σχέσης πεθερού-γαμπρού/νύφης, συμπεθέρου, αλλά και με πνευματική συγγένεια (European Court of Human Rights, 2018, par. 16; Κανόνες Δικαστικής Πρακτικής, 2019, αρ. 2). Όσον αφορά τη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δε, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το επίμαχο ζήτημα δύναται να εξεταστεί μόνο από το συγκεκριμένο δικαστήριο και υπό την προϋπόθεση υποβολής σχετικού αιτήματος από κάποιο εκ των εμπλεκομένων μερών ενώ η εξαίρεση ενός δικαστή για προσωπικούς λόγους, επαφίεται αποκλειστικώς στην προσωπική του κρίση (European Court of Human Rights, 2018, par. 17).
Εν συνεχεία, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι στην Κύπρο κατόπιν της εκδόσεως, υπογραφής και καταχώρησης μιας δικαστικής απόφασης δεν είναι δυνατή η επανεξέταση των ισχυρισμών των διαδίκων, η τροποποίηση ή ακύρωση αυτής από το δικάσαν δικαστήριο, πλην των εξής περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων:
α) βάσει της Διαταγής 25, Κανόνας 6 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, τυπογραφικά λάθη που εντοπίζονται σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, αλλά και εν γένει λάθη που προκύπτουν σε αυτά συνεπεία οιουδήποτε τυχαίου σφάλματος ή παραλείψεως, δύνανται να διορθωθούν οποιαδήποτε χρονική στιγμή από το αρμόδιο δικαστήριο, ανάλογα πάντοτε με τη φύση και την έκταση του λάθους, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως –γραπτής ή προφορικής- άνευ δικαιώματος άσκησης εφέσεως (Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας, 2018, Διαταγή 25; European Court of Human Rights, 2018, par. 19). Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι οι εξουσίες του δικαστηρίου εν προκειμένω περιορίζονται αποκλειστικά στη διόρθωση των προαναφερομένων λαθών, χωρίς να επεκτείνεται στην εξέταση της ουσίας της απόφασης (European Court of Human Rights, 2018, par. 19),
β) σύμφωνα με το Διάταγμα 35, Κανόνας 13 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, εάν κατά τη συζήτηση εφέσεως εμφανιστεί μόνο ο εφεσίβλητος και όχι ο εκκαλών, η έφεση δύναται, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του πρώτου να απορριφθεί ή η τύχη της εν γένει να επαφίεται στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πλην όμως, μπορεί να επαναφερθεί, εάν αποδειχθεί ότι η απουσία του εκκαλούντος οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας, αλλά και ότι η μη επαναφορά θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος ακρόασής του (European Court of Human Rights, 2018, par. 20) και
γ) όσον αφορά τις εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτό διαθέτει εγγενή αρμοδιότητα –η οποία πάντως δεν είναι απόλυτη, αλλά ασκείται κατ’ εξαίρεση- διόρθωσης των σφαλμάτων ή των παραλείψεων που εντοπίζονται σε μία απόφαση, ακύρωσης αποφάσεων δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και επαναφοράς της εκάστοτε εφέσεως –εάν προκύψουν νέα στοιχεία ή θεωρείται εκ του δικαστηρίου ότι απαιτείται με στόχο πάντοτε την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης (European Court of Human Rights, 2018, par. 21).
Κατόπιν τούτων, ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ στην οποία έγινε λόγος περί παραβίασης του αρ. 6 ΕΣΔΑ στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, εφόσον θεωρήθηκε ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος δικαστής Α.Κ. του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου δεν υπήρξε αμερόληπτος, εξαιτίας της σχέσης του με τον συνήγορο της αντίδικης εταιρείας, αλλά και της εργασίας του υιού και της νύφης του στην ίδια εταιρεία (European Court of Human Rights, 2018, par. 24, 44; Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950, Άρθρο 6). Ειδικότερα, το επίμαχο άρθρο της ΕΣΔΑ «ενσαρκώνει την αρχή του Κράτους δικαίου», αποβλέποντας στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης (Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 230) ενώ ουσιαστικά ολοκληρώνει την προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση εν γένει, μέσω μίας διαδικαστικής εγγύησης (Γώγος Κ., 2021, σελ. 246). Πρόκειται δηλαδή για μία διάταξη η οποία προϋποθέτει την προυπάρχουσα κατοχύρωση δικαιωμάτων ουσιαστικού δικαίου σε εγχώριο επίπεδο, εξοπλίζοντας τα τελευταία με την αξίωση διεξαγωγής μίας δίκαιης δίκης η οποία θα πρέπει να εξασφαλιστεί σε επίπεδο εθνικής έννομης τάξης (Γώγος Κ., 2021, σελ. 246). Μάλιστα, επειδή μέσω της επίμαχης διάταξης τίθενται κυρίως δικονομικές εγγυήσεις, το ΕΔΔΑ δεν δύναται να προβεί σε έλεγχο της «εσωτερικής-ουσιαστικής ορθότητας» των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων –τόσο ως προς τα πραγματικά όσο και προς τα νομικά ζητήματα-, αλλά οι αρμοδιότητές του περιορίζονται στον έλεγχο τυχόν αυθαίρετης κρίσης του εθνικού δικαστή (Γώγος Κ., 2021, σελ. 247, Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 231-232).
Σε σχέση συγκεκριμένα με το δικαίωμα εκάστου προσώπου όπως η υπόθεσή του δικαστεί από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι πρόκειται για 2 εγγυήσεις που είναι άμεσα συνδεδεμένες με την αρχή της «νομιμότητας του δικαστηρίου» –από την οποία πάντως διακρίνονται νοηματικά- και διατρέχουν τις ενέργειες οιουδήποτε δικαιοδοτικού οργάνου, ακόμη και των ενόρκων (Γώγος Κ., 2021, σελ. 272-273, Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 265). Ειδικότερα, προκειμένου να ελεγχθεί ο αμερόληπτος χαρακτήρας της κρίσης του δικάζοντος δικαστηρίου, εφαρμόζονται 2 κριτήρια, αφορώντα την προσωπική πεποίθηση του δικαστή στην εκάστοτε υπόθεση, ήτοι το forum internum –που είναι υποκειμενικής φύσεως- και την ύπαρξη επαρκών εγγυήσεων με στόχο την άρση οιασδήποτε αμφιβολίας μεροληψίας –που έχει αντικειμενικό χαρακτήρα- (Γώγος Κ., 2021, σελ. 274, Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 268). Σημειωτέον, ότι το πρώτο κριτήριο που σχετίζεται με τυχόν ύπαρξη προδιάθεσης ενός δικαστή αναφορικά με την έκβαση μίας διαφοράς, προσεγγίζεται επιφυλακτικά νομολογιακώς, διότι τεκμαίρεται η προσωπική αμεροληψία του δικαστή ενώ ο προσφεύγων φέρει εν προκειμένω πλήρες βάρος ανταπόδειξης, χωρίς να επαρκεί η απλή τεκμηρίωση αμφιβολιών (Γώγος Κ., 2021, σελ. 274). Βάσει των ανωτέρω δε, καθίσταται σαφές ότι «το βάρος ελέγχου της αμεροληψίας των δικαστών τίθεται στην αντικειμενική συνιστώσα» -στο πλαίσιο της οποίας διερευνώνται αντικειμενικά στοιχεία που μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς τη στάση του δικαστηρίου, οπότε διακυβεύεται η εμπιστοσύνη των διαδίκων και εν γένει των πολιτών μίας δημοκρατικής κοινωνίας προς τη δικαιοσύνη (Γώγος Κ., 2021, σελ. 274, Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 269). Συνεπώς, καθοριστικής σημασίας σε αυτή την περίπτωση είναι το ζήτημα κατά πόσο τυχόν αμφιβολίες των θιγομένων προσώπων δύνανται να θεωρηθούν δικαιολογημένες από αντικειμενικής απόψεως, προϋπόθεση που αν πληρείται, είναι αναγκαία η υποβολή αίτησης εξαίρεσης εκ μέρους του εκάστοτε εμπλεκομένου δικαστή (Σισιλιάνος Λ.-Α., 2017, σελ. 269).
Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων, αναφέρθηκε στην έλλειψη αμεροληψίας ενός εκ των δικαστών της συνθέσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεσή του, βάσει του ανωτέρω αναλυομένου αντικειμενικού κριτηρίου (European Court of Human Rights, 2018, par. 24). Εντούτοις, η Κυβέρνηση από την πλευρά της υποστήριξε αρχικώς, ότι ο αιτών δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα προ της προσφυγής στο ΕΔΔΑ –όπως προβλέπεται σχετικά στο αρ. 35 ΕΣΔΑ- ενώ επεσήμανε ότι βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά το χρόνο εξέτασης της έφεσης του κ. Νίκολας, η εξαίρεση ενός δικαστή από την εκδίκαση μίας υπόθεσης ήταν δυνατή μόνο εάν υφίστατο στενή συγγενική σχέση μεταξύ αυτού και του συνηγόρου που εμφανιζόταν ενώπιόν του (European Court of Human Rights, 2018, par. 27; Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950, Άρθρο 35). Ωστόσο, δεν καλυπτόταν και η περίπτωση εξ’ αγχιστείας συγγένειας, όπως στην επίμαχη περίπτωση, με αποτέλεσμα ο δικαστής Α.Κ. να μην υποχρεούται αυτομάτως να αιτηθεί την εξαίρεσή του από τη διαδικασία ενώ το γεγονός ότι ο υιός και η νύφη του εργάζονταν στην επίμαχη δικηγορική εταιρεία, δεν αποδείκνυε αυτομάτως την ύπαρξη ίδιου συμφέροντος ως προς την έκβαση της υπόθεσης (European Court of Human Rights, 2018, par. 27, 47). Θα μπορούσε ασφαλώς, ο Α.Κ. να προβεί στην εν λόγω ενέργεια για προσωπικούς λόγους, εάν έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου, αλλά επρόκειτο για αποκλειστικώς δική του απόφαση (European Court of Human Rights, 2018, par. 27).
Επιπροσθέτως, η Κυβέρνηση τόνισε ότι ακόμη και σε περίπτωση άρνησης αποχώρησης ενός δικαστή, υφίσταται η δυνατότητα υποβολής ένστασης περί έλλειψης αμεροληψίας από τους θιγόμενους διαδίκους και ταυτοχρόνως, αιτήματος εξαίρεσης. Επομένως, εάν ο προσφεύγων είχε πράξει τοιουτοτρόπως το Ανώτατο Δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί επί του σχετικού ζητήματος ενώ εκφράστηκαν αμφιβολίες περί της άγνοιας του δικηγόρου του αιτούντος για τη σχέση του δικαστή Α.Κ. με τον συνήγορο της εναγομένης εταιρείας, εφόσον τέτοιες πληροφορίες μπορούν ευκόλως να διαδοθούν εντός της Λευκωσίας και δη, των επαγγελματιών του κλάδου της νομικής (European Court of Human Rights, 2018, par. 28). Μάλιστα, κατά την άποψη της Κυβέρνησης ο λόγος ανάκλησης της εντολής εκπροσώπησης προς τον συνήγορο που είχε διορισθεί αρχικώς από τον προσφεύγοντα, δεν ήταν άλλος από την αποτυχία ενημέρωσης του τελευταίου για την ανωτέρω συγγενική σχέση και της δυνατότητας υποβολής αίτησης εξαιρέσεως (European Court of Human Rights, 2018, par. 28).
Εν συνεχεία, η Κυβέρνηση ανέφερε ότι δεν υφίστατο υποχρέωση των υπολοίπων δικαστών της συνθέσεως περί ενημερώσεως του προσφεύγοντος για την επίμαχη συγγενική σχέση, όπως επίσης και ότι ο τελευταίος (ήτοι ο προσφεύγων) είχε τη δυνατότητα υποβολής αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, κατόπιν των πληροφοριών που έμαθε για τον Α.Κ., την οποία όμως δεν αξιοποίησε (European Court of Human Rights, 2018, par. 29-30). Ειδικότερα, καίτοι δεν προβλέπεται ρητώς βάσει του εγχωρίου δικαίου η περίπτωση ακύρωσης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και επανεκδίκασης της υπόθεσης λόγω έλλειψης αμεροληψίας του δικάζοντος δικαστηρίου, είχε αναγνωρισθεί νομολογιακώς από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το τελευταίο διαθέτει εγγενή δικαιοδοσία προς τούτο. Αξίζει να αναφερθεί πάντως, ότι καμία εκ των προηγηθεισών υποθέσεων δεν αφορούσε αμφισβήτηση της αμεροληψίας βάσει περιστατικών που γνωστοποιήθηκαν μετά την έκδοση αποφάσεως (European Court of Human Rights, 2018, par. 30).
Ο αιτών από την πλευρά του, χαρακτήρισε καταρχάς ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης περί της υποτιθέμενης γνώσης που αναμενόμενα διέθετε ο δικηγόρος του για τη συγγενική σχέση του Α.Κ. και του συνηγόρου της εναγομένης εταιρείας, θεωρώντας ότι επρόκειτο για μία μετατόπιση του βάρους διακρίβωσης και απόδειξής της, καίτοι υφίστατο ήδη σχετική γνώση των δικαστών της συνθέσεως (European Court of Human Rights, 2018, par. 32). Εν συνεχεία, έκανε λόγο περί «αυθαίρετων και άσχετων» εικασιών της Κυβέρνησης για τα αίτια διορισμού διαφορετικού συνηγόρου από πλευράς του ενώ τόνισε ότι εάν είχε ενημερωθεί από τους 2 έτερους δικαστές για τον σύνδεσμο του Α.Κ. με τον συνήγορο της αντιδίκου, θα μπορούσε να προβάλει την ανωτέρω αναφερόμενη ένσταση. Τέλος, το γεγονός ότι βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου η συγγένεια εξ’ αγχιστείας δεν αποτελούσε λόγο εξαίρεσης, δεν αναιρούσε τη δυνατότητα –αν όχι υποχρέωση- του Α.Κ. να αποκαλύψει την εν λόγω σχέση και να αιτηθεί ο ίδιος την εξαίρεσή του ενώ υπογράμμισε ότι βάσει της προγενέστερης νομολογίας, η ύπαρξη εύλογων αμφιβολιών περί της αμεροληψίας του δικαστή, αποτελούσε επαρκή λόγο για την ικανοποίηση του αντικειμενικού κριτηρίου, όπως αυτό έχει τεθεί από το ΕΔΔΑ και αναλύθηκε ανωτέρω (European Court of Human Rights, 2018, par. 32, 43). Επιπλέον, δεν υφίστατο έτερος βαθμός δικαιοδοσίας σε εγχώριο επίπεδο προκειμένου να υποβληθεί η ένστασή του ενώ η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας αποτελούσε έκτακτο και όχι αποτελεσματικό ένδικο μέσο βάσει της σχετικής έννοιας της Σύμβασης και επομένως, δεν υποχρεούτο να το χρησιμοποιήσει (European Court of Human Rights, 2018, par. 33).
Τελικώς, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι όσον αφορά την απαίτηση του αρ. 35 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ο εκάστοτε προσφεύγων θα πρέπει να χρησιμοποιεί ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα και μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί η αποκατάσταση των προβαλλόμενων παραβιάσεων, χωρίς όμως να υφίσταται υποχρέωση προσφυγής σε μέσα που κρίνονται ως ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά (European Court of Human Rights, 2018, par. 34). Εν προκειμένω, το βάρος απόδειξης περί της αποτελεσματικότητας του διαθεσίμου ενδίκου μέσου έφερε η Κυβέρνηση και κατόπιν τούτου, ο αιτών θα απαιτείτο να αποδείξει είτε ότι το εξάντλησε είτε ότι αυτό υπήρξε ανεπαρκές ή αναποτελεσματικό. Φαίνεται όμως, ότι επί του παρόντος τόσο ο προσφεύγων όσο και ο δικηγόρος του δεν γνώριζαν τη σχέση του Α.Κ. με τον συνήγορο της εναγομένης κατά τον χρόνο εκδίκασης της έφεσης (European Court of Human Rights, 2018, par. 35-36). Συγχρόνως, βάσει και της προγενέστερης νομολογίας του ΕΔΔΑ, η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ή ανάλογης μορφής έκτακτο ένδικο μέσο, κατά κανόνα δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή των επιταγών του αρ. 35 παρ. 1 ΕΣΔΑ ενώ ακόμη και αν αυτή είχε αξιοποιηθεί από τον αιτούντα, η ευδοκίμησή της επαφιόταν αποκλειστικώς στη διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (European Court of Human Rights, 2018, par. 37-39). Επιπλέον, δεν προέκυψε νομολογιακώς ότι η έλλειψη αμεροληψίας συνιστά λόγο επανάληψης της διαδικασίας ούτε διαπιστώθηκε ότι υφίστατο συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης και συνεπώς, ο προσφεύγων δεν υποχρεούτο να εξαντλήσει το προαναφερόμενο ένδικο μέσο, οπότε η συναφής ένσταση της Κυβέρνησης, απερρίφθη (European Court of Human Rights, 2018, par. 39-41).
Σχετικά με το ζήτημα της αμεροληψίας, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ύπαρξη αυτής στο πρόσωπο του δικάζοντος δικαστή τεκμαίρεται, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο ενώ κρίσιμης σημασίας είναι η αντικειμενική δικαιολόγηση τυχόν αμφιβολιών που εγείρονται επί αυτής (European Court of Human Rights, 2018, par. 50, 52). Επίσης, τονίστηκε ότι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση τόσο το αντικειμενικό όσο και το υποκειμενικό κριτήριο –για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω- και ότι το πρώτο αφορά κυρίως τις σχέσεις μεταξύ δικαστή και διαδίκων (European Court of Human Rights, 2018, par. 53). Στην εν λόγω υπόθεση δε, εξετάστηκε αποκλειστικώς το αντικειμενικό κριτήριο και εκρίθη ότι και μόνο η συγγενική σχέση του Α.Κ. με τον συνήγορο της εναγομένης, ήταν επαρκής λόγος προκειμένου να δημιουργηθούν εύλογες αμφιβολίες περί της αμεροληψίας του πρώτου (European Court of Human Rights, 2018, par. 56-60). Επιπροσθέτως, ελήφθη υπόψη ότι συνεπεία του μικρού πληθυσμού της Κύπρου σχέσεις όπως η επίμαχη μπορούν ευκόλως να γνωστοποιηθούν, πλην όμως επί του παρόντος ο αιτών ενημερώθηκε σχετικά, μετά την έκδοση της απόφασης. Επομένως, απουσία επαρκών εγγυήσεων περί της αμεροληψίας του δικαστηρίου και ταυτοχρόνως, συνεπεία της γέννησης αντικειμενικών αμφιβολιών, θεωρήθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ ενώ δεν επιδικάσθηκε κανένα ποσό στον προσφεύγοντα, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα περί δίκαιης ικανοποίησης από τον ίδιο (European Court of Human Rights, 2018, par. 63-69).
Κλείνοντας, μέσω της υποθέσεως Nicholas v. Cyprus, καταδεικνύεται σαφώς η θεμελιώδης σημασία της αρχής της αμεροληψίας που αποτελεί βασική πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όπως το τελευταίο κατοχυρώνεται στο αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ εστιάζοντας στο αντικειμενικό κριτήριο, επεσήμανε ότι ακόμη και η ύπαρξη υπονοιών μεροληψίας από πλευράς δικάζοντος δικαστή, αποτελεί συχνά επαρκή λόγο για να κλονιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, οι ελλείψεις που παρουσίαζε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο κατά το χρόνο εκδίκασης της εφέσεως του μετέπειτα προσφεύγοντος και αντίστοιχα, η μεταγενέστερη τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Δικαστικής Πρακτικής, επιβεβαιώνουν την ανάγκη προσαρμογής της εγχώριας νομοθεσίας προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης. Τέλος, όπως τονίστηκε τόσο στην εξεταζόμενη υπόθεση όσο και σε προγενέστερη νομολογία –με τον θεμέλιο λίθο να έχει τεθεί από τον Ανώτατο Δικαστή Gordon Heward στην περίφημη υπόθεση του αγγλικού δικαίου R v. Sussex Justices ex parte McCarthy το 1924-, «η δικαιοσύνη δεν θα πρέπει απλώς να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται» («justice must not only be done: it must also be seen to be done»), με την έννοια ότι η αμεροληψία των δικαστών δεν απαιτείται να υφίσταται θεωρητικώς, αλλά δέον όπως είναι εμφανής στους πολίτες με στόχο τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των τελευταίων στη δικαιοσύνη εν γένει (European Court of Human Rights, 2018, par. 54; European Court of Human Rights, 2009, par. 98; European Court of Human Rights, 1984, par. 26; Monaghan C., 2025, p. 84).
Πηγές:
Βιβλία
Γώγος Κ. σε Σαρμάς Ι., Κοντιάδης Ξ., Ανθόπουλος Χ. (επιστημονική διεύθυνση) (2021). ΕΣΔΑ. Κατ’ άρθρο ερμηνεία. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας.
Σαρμάς Ιωάννης. (2022). Τα μεγάλα θέματα της νομολογίας 3. “Η δίκαιη ισορροπία”. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σισιλιάνος Λίνος-Αλέξανδρος. (2017). Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Πρωτογενείς πηγές-Νομοθεσία
Reglamento de Procedimiento del TEDH. (2018). Artículo 36. Representación de los demandantes. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/rules-of-court (τελευταία πρόσβαση 28/04/2026)
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 6. Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ell, τελευταία πρόσβαση 25/04/2026.
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 35. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ell, τελευταία πρόσβαση 25/04/2026.
Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας. (2018). Διαταγή 25. Τροποποίηση. Διαθέσιμο στο: https://www.cylaw.org/apofaseis2/cpr/cpr-28-02.html, τελευταία πρόσβαση 19/04/2026.
Κώδικας Δικαστικής Πρακτικής. (2019). Άρθρο 2. Διαθέσιμος στο: https://www.cylaw.org/nomoi/kanon/arith/2019_0001.pdf, τελευταία πρόσβαση 19/04/2026.
Αρθρογραφία
Monaghan Chris. (2025). Lod Hewart: The Man, the Decision, and the Legacy. 28 April. Judicial Review, Vol. 30. Διαθέσιμο στο: https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/10854681.2025.2475679#d1e77 (τελευταία πρόσβαση 27/04/2026)
Moussa Mohamed. (2025). Expanding the Nemo Judex Rule: Reflections on Non-Pecuniary Bias. Judicial Review, Vol. 30. Διαθέσιμο στο: https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/10854681.2025.2503651#d1e81 (τελευταία πρόσβαση 28/04/2026)
Schwarzenberger G. (1972). The Nemo Judex in Sua Causa Maxim International Judicial Practice. Anglo-American Law Review, Vol. 1 (4). Διαθέσιμο στο: https://heinonline.org/HOL/Page?lname=&handle=hein.journals/comlwr1&collection=&page=482&collection=journals (τελευταία πρόσβαση 28/04/2026)
Νομολογία
European Court of Human Rights. (1984). Case of De Cubber v. Belgium (Application No. 9186/80). 26 October. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-57465%22]} (τελευταία πρόσβαση 27/04/2026)
European Court of Human Rights. (2009). Case of Micallef v. Malta (Application No. 17056/06. 15 October. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-95031%22]} (τελευταία πρόσβαση 27/04/2026)
European Court of Human Rights. (2018). Case of Nicholas v. Cyprus (Application No. 63246/10). 9 January. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-179878%22]}, τελευταία πρόσβαση 19/04/2026.
Πηγή εικόνας: OECD. (n.d.). Access to justice. Διαθέσιμη στο: https://www.oecd.org/en/topics/access-to-justice.html
