Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Ο ‘’βίαιος διδάσκαλος’’ του Θουκυδίδη και η ‘’τριλογία του πολέμου’’ του Κλάουζεβιτς. Μια συγκριτική προσέγγιση

Γράφει ο Αλέξανδρος Ζύκας

Το θέμα της παρούσας ανάλυσης είναι η σύγκριση του φαινομένου του πολέμου γενικότερα, σύμφωνα με τα δύο-θεωρούμενα ως-κλασικά έργα πάνω στο θέμα τα οποία είναι η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη και το Περί Πολέμου του Κάρλ φον Κλάουζεβιτς. Σε μια πρώτη φάση, θεωρείται σκόπιμο να επεξηγηθεί συντόμως η θεωρία του ρεαλισμού διότι και ο Θουκυδίδης και ο Κλάουζεβιτς θεωρούνται οι κύριοι πυλώνες του πολιτικού ρεαλισμού αλλά κι επειδή η θεωρία του ρεαλισμού είναι αυτή η οποία εξηγεί σε ικανοποιητικό βαθμό τα πραγματικά αίτια ενός πολέμου.

   Ξεκινώντας από τη θεωρία, ο πολιτικός ρεαλισμός είναι η μελέτη των σχέσεων μεταξύ δύο ή και περισσότερων κρατών εντός συγκεκριμένων πλαισίων (Γκόφας-Τζιφάκης, 2017, σ. 31). Τα πλαίσια αυτά είναι η φύση του διεθνούς συστήματος, η απειλή, το κρατικό συμφέρον και το πώς ερμηνεύεται αυτό, η ισχύς και η ισορροπία δυνάμεων. Το διεθνές σύστημα για τους ρεαλιστές είναι άναρχο, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ρυθμιστική αρχή των διακρατικών σχέσεων (Ηρακλείδης, 2015, σ. 19). Καθώς όμως συμβαίνει αυτό, τα κράτη πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσουν πρώτα απ’ όλα την αυθυπαρξία τους. Θα πρέπει, επομένως, να παρατηρηθεί και ο αντίστοιχος συσχετισμός δυνάμεων, όπου σε αυτή τη περίπτωση τα ισχυρότερα κράτη είναι σε θέση να επικρατήσουν έναντι των ασθενέστερων. Τα μικρά κράτη έχουν την επιλογή είτε της προσέγγισης με τους ισχυρούς είτε της εξασθένισής τους από αυτούς, με αποτέλεσμα να εντοπίζεται η διαμόρφωση πόλων γύρω από τους ισχυρούς. Καθώς όμως το α κράτος ισχυροποιείται όλο και περισσότερο, το β κράτος αντιμετωπίζει αυτή τη κατάσταση με επιφυλακτικότητα και φόβο. Αναγκάζεται δηλαδή να προχωρήσει σε κινήσεις που θα το ισχυροποιήσουν περαιτέρω, με αποτέλεσμα να προκληθεί φόβος και στο α κράτος λόγω αυτής της κατάστασης (Waltz, 2011, Κεφ. 6).

Αυτή η κατάσταση που προκαλείται λόγω του φόβου είναι το δίλημμα ασφάλειας, η ισχυροποίηση δηλαδή του ενός κράτους προκαλεί το φόβο για την έλλειψη ασφάλειας των υπολοίπων. Αναφορικά με το φόβο, διακρίνονται δύο συγκεκριμένα είδη, τον κοινό φόβο δύο κρατών-ο αμοιβαίος δηλαδή φόβος-και τον φόβο για την επιβίωση ενός κράτους-όπου ο ένας φοβάται τον άλλο λόγω της ισχύος του (Mearsheimer, 2007, σ. 53). Τα κράτη, όπως κι οι άνθρωποι, έχουν συγκεκριμένες συμπεριφορές οι οποίες εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Το συμφέρον των κρατών δεν περιορίζεται μόνο στην αυθυπαρξία τους αλλά και στη περαιτέρω ισχυροποίησή τους (Mearsheimer, 2007, σ.53). Το κράτος δηλαδή θα πρέπει να είναι σε θέση να κινητοποιήσει το εσωτερικό του, δηλαδή να μεριμνήσει για την αυτοπροστασία του(self help), ώστε να διατηρήσει και τη σχετική του θέση στο διεθνές σύστημα (Mearsheimer, 2007, σ. 53). Προκειμένου να εξασφαλιστούν τα κράτη, θα πρέπει η ισχύς τους να είναι σχετικά υψηλότερη σε σχέση με τους αντιπάλους τους (relative gain), λόγω και του ανταγωνιστικού χαρακτήρα του συστήματος. Για να το επιτύχουν αυτό, τα κράτη λαμβάνουν όσο το δυνατόν ορθολογικές αποφάσεις ώστε το κόστος να είναι μικρότερο από τα οφέλη (Mearsheimer, 2007, σ. 53). Σε αντίθετη περίπτωση, μπορεί να χαθεί πολύ εύκολα η ισχύς που είχαν αποκτήσει, γι’ αυτό έγινε λόγος και για σχετικά υψηλότερη ισχύ. Η αναζήτηση του συμφέροντος όμως γίνεται με κάθε τρόπο χωρίς να δίνεται σημασία το αν μια απόφαση ήταν σωστή ή λάθος (Mearsheimer, 2007, σ. 53). Με άλλα λόγια, τα κράτη αποφασίζουν με βάση το αν θα αποκτήσουν ισχύ(άρα και ασφάλεια), όχι εάν πήραν τη σωστή απόφαση. Πολλές φορές, αυτή η απόφαση ενδέχεται να οδηγήσει στην απώλεια της ανεξαρτησίας του κράτους (Mearsheimer, 2007, σ. 53).

Η κρατική ισχύς,όμως, δεν είναι μονοδιάστατη και ως εκ τούτου διακρίνεται σε τρία βασικά επίπεδα: την οικονομική, η στήριξη δηλαδή των αποφάσεων με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους, τη διπλωματική μέσω της σύναψης συμμαχιών και τη στρατιωτική, την ικανότητα δηλαδή του στρατού ενός κράτους να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει επιτυχώς και αποφασιστικά τις εξωτερικές απειλές(Morgenthau, 2018, Κεφ. 6). Πριν όμως τα κράτη επιλέξουν να καταφύγουν στην ένοπλη σύρραξη, προσπαθούν με τις ενέργειές τους να εξισορροπήσουν την απειλή που δημιουργεί ο αντίπαλός τους. Σε εσωτερικό επίπεδο, υπάρχει η κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων (οικονομικών, τεχνολογικών, πολεμική προετοιμασία κλπ.) ενώ σε εξωτερικό επίπεδο προχωρούν σε συμμαχίες. Στο εξωτερικό επίπεδο όμως η αναζήτηση συμμάχων γίνεται είτε με βάση την απειλή που προκαλεί ο αντίπαλος(ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος) είτε με βάση τη δυνατότητά του να υλοποιήσει την απειλή (Πλατιάς, 2007, Κεφ. 1).

Ολοκληρώνοντας τη θεωρητική εξήγηση, ακολουθεί η πράξη και η ανάλυση των δύο κειμένων. Πέραν της θεωρίας, τα δύο αυτά πρόσωπα βίωσαν μια πολεμική σύγκρουση αναλαμβάνοντας μάλιστα ρόλο στο σχεδιασμό των πολεμικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, ο Θουκυδίδης είχε εκλεγεί στο αξίωμα του στρατηγού, του κορυφαίου αξιώματος της στρατιωτικής ηγεσίας της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, και στάλθηκε στο Βόρειο Αιγαίο ώστε να διασφαλίσει την αθηναϊκή παρουσία στη περιοχή και ειδικότερα τον έλεγχο της Αμφίπολης (Παπαθωμάς, 2018, σσ. 45-46). Δεν πέτυχε όμως το σκοπό του, διότι ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας ξάφνιασε τους Αθηναίους κάνοντας επίθεση στην Αμφίπολη διασχίζοντας την ηπειρωτική Ελλάδα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η απώλεια της Αμφίπολης από τους Σπαρτιάτες, έφερε σε δυσμένεια τον Θουκυδίδη με αποτέλεσμα να χάσει το αξίωμά του και λίγο αργότερα αποχώρησε από την Αθήνα (Παπαθωμάς, 2018, σ. 47). Ο Κλάουζεβιτς από την άλλη, ναι μεν πολέμησε στους Ναπολεόντειους Πολέμους ως αξιωματικός του πρωσικού στρατού-συγκεκριμένα στο βαθμό του υποστρατήγου-αλλά δεν ανέλαβε τη διοίκηση μεγάλου στρατιωτικού σχηματισμού, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σε επιτελικά καθήκοντα. Παράλληλα, ανέλαβε και την εκπαίδευση νέων στρατιωτικών όντας ο διευθυντής της πρωσικής Σχολής Πολέμου (Κολιόπουλος, 2008, σ. 139).

H σύγκριση των κειμένων θα γίνει με βάση δύο άξονες, τη πολιτική και τη ψυχολογία. Ως προς τη πολιτική, ο Θουκυδίδης βλέπει ότι η πολιτική κατάσταση μεταξύ των πόλεων-κρατών τα είχε φέρει όλο και πιο κοντά στον πόλεμο (Πλατιάς, 2007, σ. 47). Το βασικό αίτιο αυτής της κατάστασης ήταν η διαρκώς αυξανόμενη αθηναϊκή ισχύς, που ήταν αποτέλεσμα της Αθηναϊκής Συμμαχίας (Πλατιάς, 2007, όπως παραπάνω). Πρακτικά, η συμμαχία αυτή λειτουργούσε ως το μέσο που θα ενίσχυε περαιτέρω την αθηναϊκή επιρροή και ισχύ, καθιστώντας τη μια ισχυρή αυτοκρατορική-κατά κάποιο τρόπο-δύναμη. Η συμμαχία αυτή αποτελούμενη από διάσπαρτες πόλεις-κράτη ανά το Αιγαίο και γενικότερα σε όλη περίπου τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, προϋπέθετε την ύπαρξη ενός ισχυρού στόλου (Πλατιάς, 2007, όπως παραπάνω), ο οποίος θα ήταν σε θέση να διασφαλίσει τα αθηναϊκά συμφέροντα. άλλωστε κι ο ίδιος ο Θουκυδίδης, στο 1ο βιβλίο της Ιστορίας του (Α4, Α5, Α8) παρουσιάζει τη θάλασσα ως το κυρίαρχο στοιχείο στον ελληνικό χώρο (Παπαθωμάς, 2018, σσ. 282-286, 292). Η άνοδος, όμως, της αθηναϊκής ισχύος προκάλεσε την ανησυχία της Σπάρτης, η οποία  έπρεπε να διατηρήσει με κάθε τρόπο τη σχετική της ισχύ. Είχε επομένως δύο επιλογές, είτε να αυξήσει με τέτοιο τρόπο την ισχύ της ώστε να ξεπεράσει την Αθήνα είτε να σταματήσει την άνοδο της Αθήνας. Καθώς όμως δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει τη πρώτη επιλογή, επέλεξε τη δεύτερη, με τις επιλογές της μάλιστα να φτάνουν μέχρι και τη συμμαχία με τη Περσία, τον παλιό αντίπαλο των ελληνικών πόλεων (Πλατιάς, 2007, σ. 54). Μέσα στην όλη κατάσταση, οι πόλεις-κράτη που είχαν περιορισμένη ισχύ κλήθηκαν να διαλέξουν με ποια μεγάλη δύναμη θα συμπαραταχθούν. Αυτές ήταν η Κόρινθος, η Κέρκυρα κι η Θήβα, ακόμη κι οι Πλαταιές κι η Μυτιλήνη αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στο πόλεμο στο πλευρό των Αθηναίων ή των Σπαρτιατών (Πλατιάς, σ. 28). Ο Θουκυδίδης επομένως διεπίστωνε πως το διεθνές σύστημα της εποχής του είχε έναν έντονα διπολικό χαρακτήρα.

Σε αντιδιαστολή με τον Θουκυδίδη, ο Κλάουζεβιτς είναι διάσημος για το ρητό του σύμφωνα με το οποίο ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Το συγκεκριμένο ρητό δεν είναι ο ορισμός του πολέμου που έκανε, αλλά αποτελεί μια ιδιότητα του φαινομένου (Κολιόπουλος, 2008, σ. 141). Ειδικότερα, πιστεύει ότι ο πόλεμος έχει τρεις διαστάσεις-η λεγόμενη τριλογία του πολέμου-που είναι τα πάθη και γενικότερα το εχθρικό συναίσθημα, ο παράγοντας του απρόβλεπτου και η πολιτική καθοδήγηση (Κολιόπουλος, 2008, σ. 154).

Προς το παρόν θα σχολιαστεί το πολιτικό σκέλος της τριλογίας αυτής. Ο Κλάουζεβιτς θεωρεί πως ο πόλεμος προκαλείται λόγω δύο αιτιών, του εχθρικού συναισθήματος και της εχθρικής πρόθεσης (Κολιόπουλος, 2008, σ. 141). Καθώς το συναίσθημα μπορεί να ενταχθεί στη ψυχολογική διάσταση της τριλογίας, αφού συνδέεται με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, η εχθρική πρόθεση είναι αυτή που απασχολεί τα κλιμάκια της πολιτικής ηγεσίας (Κολιόπουλος, 2008, σσ. 141-142). Αυτά τα δύο πολλές ως επί το πλείστον δεν είναι αλληλένδετα αλλά ενδέχεται να συμβαδίζουν, καθώς η πρόθεση δεν είναι προϊόν του εχθρικού αισθήματος (Κολιόπουλος, 2008, σ. 142). Με βάση το παραπάνω, ο Κλάουζεβιτς θεωρεί πως η κλιμάκωση του πολέμου δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό του φαινομένου αλλά είναι ο κακός υπολογισμός της πλευράς που πιστεύει ότι ένας πόλεμος μπορεί να είναι περιορισμένης διάρκειας χωρίς να ληφθεί υπόψιν η κλιμακούμενη χρήση βίας από τον αντίπαλο. Υπάρχουν δηλαδή περιορισμοί ως προς την έννοια του απόλυτου πολέμου που μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: ο πόλεμος δεν προκαλείται μόνο από έναν αλλά είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης δύο ή και περισσότερων, δεν έχει μόνο μία επιχειρησιακή φάση αλλά μπορεί να προκύψουν περισσότερες λόγω ενδεχόμενων χρονικών παύσεων και η έκβασή του δεν είναι απόλυτη, αλλά μπορεί να υπάρξει και ανταπόδοση (Κολιόπουλος, 2008, σ. 143). Με βάση τα παραπάνω, βλέπουμε ότι ο Κλάουζεβιτς θεωρεί πως ο πόλεμος είναι μια πολιτική πράξη, η οποία έχει σαν στόχο την ολοκλήρωση συγκεκριμένων αντικειμενικών σκοπών, χωρίς όμως να απασχολεί τη πολιτική ηγεσία αν είναι σωστή ή λανθασμένη επιλογή (Κολιόπουλις, 2008, σ. 145). Τονίζοντας όμως το απρόβλεπτο στοιχείο μιας σύγκρουσης, αναφέρει ότι ενώ οι δύο πλευρές θα πρέπει να έχουν ξεκάθαρους αντικειμενικούς σκοπούς και μια θεωρία νίκης, τον τρόπο δηλαδή που θα μπορέσουν να τους επιτύχουν, κινητοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα-οι πολιτικές ηγεσίες θα είναι αυτές που θα αντιληφθούν τη κατάλληλη στιγμή για να χρησιμοποιήσουν τα πολεμικά τους μέσα (Κολιόπουλος, 2008, σ. 145).

 Στη συνέχεια, ακολουθεί ο ψυχολογικός χαρακτήρας του πολέμου. Ο Θουκυδίδης επιλέγοντας τον όρο βίαιος διδάσκαλος (Γ 82-83) περιέγραψε μέσα σε δύο λέξεις τη ψυχολογική επίδραση του πολέμου. Από τη στιγμή που όλες οι ελληνικές πόλεις διάλεξαν στρατόπεδο, ήταν αναπόφευκτο πως θα υπήρχαν έριδες στο εσωτερικό τους καθώς υπήρχαν υποστηρικτές και των δύο πλευρών. Αυτές οι έριδες μάλιστα ήταν πάρα πολύ βίαιες, κάτι που φαίνεται κι από το επεισόδιο των Κερκυραϊκών (Γ 80-81) που παρουσιάζεται με επαρκή τρόπο αυτή η κατάσταση (Παπαθώμας 2018, σ. 71). Ενώ εν καιρώ ειρήνης η επέμβαση των δύο ισχυρών πόλεων δεν ήταν απαραίτητη κι επιθυμητή, η ατμόσφαιρα του γενικευμένου πολέμου τις ανάγκασε να στραφούν σε αυτές. Αυτό οδήγησε τους κατοίκους των πόλεων αυτών που είχαν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις να αδιαφορήσουν πλήρως γι’ αυτές δίνοντας έμφαση στη πολιτική ταυτότητα (Παπαθωμάς, 2018, σσ. 71-72). Ακόμη, οδήγησε τους ανθρώπους να αδιαφορήσουν πλήρως για τις ηθικές αξίες και τους κανόνες ειρηνικής συνύπαρξης. Λόγω των απότομων αλλαγών στις συνθήκες διαβίωσης που προκάλεσε ο πόλεμος, βγήκαν στην επιφάνεια τα πιο βίαια ένστικτα των ανθρώπων που παρέμεναν κρυμμένα εν καιρώ ειρήνης (Παπαθωμάς 2018, σ. 72). Δηλαδή, καθώς παρατηρούσαν όλες αυτές τις καταστροφές και τους θανάτους ενός πολέμου που διήρκησε περίπου 30 χρόνια, αυτός δίδαξε στους ανθρώπους να αντιδρούν με το πιο βίαιο τρόπο (Παπαθωμάς, 2018, σ. 73). Παρόμοιες συμπεριφορές καταγράφει κι ο Κλάουζεβιτς στο Περί Πολέμου. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η μία όψη του πολέμου είναι το εχθρικό συναίσθημα που τρέφουν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας για τον αντίπαλο. Αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα προϋπάρχουν-αντίθετα με την εχθρική πρόθεση-αλλά είναι πολύ πιθανό να προκύψουν στη διάρκεια μιας σύγκρουσης, με αποτέλεσμα η πρόθεση και το συναίσθημα να είναι δύο συγκοινωνούντα δοχεία (Κολιόπουλος, 2008, σσ. 141-142).

Προχωρώντας σε μια σύγκριση των δύο κειμένων, παρατηρούνται τα εξής. Στο επίπεδο της ψυχολογίας, οι δύο θεωρητικοί συμφωνούν ως προς την εξαχρείωση που προκαλεί ο πόλεμος στους απλούς ανθρώπους. Στο επίπεδο, όμως, της πολιτικής παρουσιάζεται η εξής διαφορά: ενώ διαφέρουν ως προς το ρόλο της πολιτικής, με τον Θουκυδίδη να προχωρά σε μια καταγραφή της κατάστασης του πολιτικού περίγυρου και τον Κλάουζεβιτς να περιορίζεται στο ρόλο που διαδραματίζει η πολιτική ηγεσία για τη διεξαγωγή ή μη ενός πολέμου-και οι δύο συμφωνούν πως η τελική απόφαση για πόλεμο είναι το αποτέλεσμα της στρατηγικής συμπεριφοράς που έχουν τα κράτη ώστε να διασφαλίσουν την ισχύ τους (Θουκυδίδης) ή να επιτύχουν τους σκοπούς τους (Κλάουζεβιτς). Αυτή η διαφορά οφείλεται κι από τη φύση των δύο κειμένων, καθώς ο Θουκυδίδης γράφει ένα κείμενο στο οποίο ήθελε να καταγράψει την ιστορία ενός συγκεκριμένου πολέμου (Α 1) με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία που παρομοιάζει με τη σημερινή ιστορική έρευνα. Αντίθετα, ο Κλάουζεβιτς έγραψε ένα κείμενο το οποίο περιορίζεται αυστηρά στη πολεμική κατάσταση, καθώς αναφέρεται τόσο στη χάραξη πολεμικής στρατηγικής όσο και στη περιγραφή τύπων επιθετικών ενεργειών. Με άλλα λόγια, έγραψε ένα εγχειρίδιο για το πως να διεξάγει κανείς πόλεμο.

Συμπερασματικά, ενώ τα δύο κείμενα έχουν διαφορετικούς άξονες υπό τους οποίους εξετάζουν το φαινόμενο του πολέμου, ουσιαστικά συμβάλλουν στην ερμηνεία της θεωρίας του κλασικού ρεαλισμού. Η μόνη διαφορά που συναντάμε στα δύο κείμενα είναι ως προς το περιεχόμενο, με την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου που συνέγραψε ο Θουκυδίδης να επικεντρώνεται σε μια συνολική επεξήγηση τόσο των αιτιών όσο και μια πιο γενική περιγραφή ενός πολέμου. Η τριλογία του πολέμου που παρουσίασε ο Κλάουζεβιτς στο Περί του Πολέμου από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιείται ως ένα εκπαιδευτικό εγχειρίδιο σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής ενός πολέμου.

 

Βιβλιογραφία

Γκόφας Ανδρέας-Τζιφάκης Νικόλαος (2017). Θεωρητικές προβολές στη διεθνή πολιτική. Η Σινο-αμερικανική πρόκληση. Εκδόσεις Πεδίο

Ηρακλείδης Αλέξης (2015). Διεθνείς Σχέσεις και Διεθνής Πολιτική. Εκδόσεις Κάλλιπος

Κολιόπουλος Κωνσταντίνος (2008). Η στρατηγική σκέψη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Εκδόσεις Ποιότητα

Mearsheimer John (2007). Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, μτφρ.: Κωνσταντίνος Κολιόπουλος, επιστημ. επιμ.: Π. Ήφαιστος-Ηλ. Κουσκουβέλης. Εκδόσεις Ποιότητα

Morgenthau Hans (2018). Η πολιτική μεταξύ των εθνών, μτφρ.: Καρτελιά Μαρία, επιμ.: Κωνσταντίνος Κολιόπουλος. Εκδόσεις Ποιότητα

Παπαθωμάς Αμφιλόχιος (2018). Βίαιος Διδάσκαλος: Η παθολογία του πολέμου και της δύναμης στον Θουκυδίδη. Εκδόσεις Transversa Charta(ανατύπωση)

Πλατιάς Αθανάσιος (2007). Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στον Θουκυδίδη. Εκδόσεις Εστία

Waltz Kenneth (2011). Θεωρία διεθνούς πολιτικής, μτφρ.: Κωνσταντίνος Κολιόπουλος. Εκδόσεις Ποιότητα