Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
UncategorizedΔιεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Αραβική Άνοιξη και Γυναικείες Φωνές: Το βλέμμα της Ευρώπης

Γράφει η Άρτεμις Λάμπρου

Η Αραβική Άνοιξη αποτέλεσε σημείο καμπής για την πολιτική κινητοποίηση στον αραβικό κόσμο, αλλά και για την επανεκτίμηση της θέσης των γυναικών στις κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι γυναίκες δεν ήταν απλώς παρούσες, αλλά διεκδίκησαν χώρο, διαμόρφωσαν ατζέντες και αμφισβήτησαν καθεστωτικές αφηγήσεις μέσα σε ένα πλαίσιο διασταυρούμενων απειλών και κρίσεων. Το ερώτημα δεν είναι αν συμμετείχαν, διότι αυτό είναι δεδομένο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ο τρόπος που ερμηνεύεται η συμμετοχή τους από την οπτική της ανθρώπινης ασφάλειας, καθώς και η ανταπόκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προκλήσεις που ανέδειξε η γυναικεία παρουσία κατά τη διάρκεια και μετά τις εξεγέρσεις.

Η περίπτωση της Τυνησίας συχνά αναδεικνύεται ως επιτυχές παράδειγμα μετάβασης. Ωστόσο, η ανάλυση του ρόλου των γυναικών σε αυτή την περίπτωση αποκαλύπτει ένα σύνθετο πλέγμα. Οι Τυνήσιες δεν αρκέστηκαν στη μαζική συμμετοχή στις διαδηλώσεις αλλά διεκδίκησαν ρητά τη θεσμική τους παρουσία στο μετα-επαναστατικό κράτος. Η ένταξη της αρχής της ισότητας των φύλων στο Σύνταγμα του 2014 ήταν αποτέλεσμα πιέσεων από γυναικείες οργανώσεις βάσης, που κατάφεραν να επιβάλουν την ατζέντα τους στον δημόσιο διάλογο (Arfaoui, 2016). Παρόλα αυτά, η συνταγματική κατοχύρωση δεν εξάλειψε τις προϋπάρχουσες κοινωνικές εντάσεις. Η άνοδος ισλαμιστικών πολιτικών δυνάμεων συνοδεύτηκε από την επιστροφή συντηρητικών αφηγήσεων γύρω από τον «ρόλο της γυναίκας», αποδεικνύοντας πως οι νίκες δεν είναι οριστικές, αλλά συχνά εντάσσονται σε αντιφατικά καθεστώτα λόγου και εξουσίας.

Στην Αίγυπτο, η συμμετοχή των γυναικών στην εξέγερση του 2011 υπήρξε καθοριστική. Ωστόσο, οι μετέπειτα εξελίξεις έφεραν στην επιφάνεια τις εγγενείς αδυναμίες ενός κινήματος χωρίς σταθερή θεσμική στήριξη. Η χρήση της σεξουαλικής βίας ως εργαλείο ελέγχου και εκφοβισμού των γυναικών στο δημόσιο χώρο, ακόμη και κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στην πλατεία Ταχρίρ, συνιστά μια από τις πλέον βίαιες μορφές περιθωριοποίησης (Ali & Macharia, 2013). Το κράτος δεν προστάτευσε. Αντίθετα, ενίοτε ενορχήστρωσε ή αγνόησε τέτοια περιστατικά. Η έλλειψη θεσμικής στήριξης αποδείχθηκε μοιραία για τη γυναικεία παρουσία στην πολιτική μετάβαση, ενώ η απουσία αξιόπιστων μηχανισμών προσφυγής τις απομάκρυνε σταδιακά από τον δημόσιο λόγο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε το ζήτημα της γυναικείας συμμετοχής με τρόπο αντιφατικό. Ενώ ρητορικά υιοθέτησε τη γλώσσα της ενδυνάμωσης και της ισότητας, στην πράξη επέλεξε να στηριχθεί σε κρατικούς θεσμούς και Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς που θεωρούνταν «ασφαλείς» εταίροι, αδιαφορώντας για το αν αυτοί οι φορείς λειτουργούσαν υπέρ της έμφυλης ισότητας ή απλώς διατηρούσαν την υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων (Canali, 2018). Η εργαλειοποίηση της γυναικείας ενδυνάμωσης ως ένδειξης «ευρωπαϊκής επιρροής» στον αραβικό κόσμο οδηγεί σε μια ρηχή προσέγγιση, όπου οι γυναίκες παρουσιάζονται ως δείκτης εκσυγχρονισμού και όχι ως αυτόνομα πολιτικά υποκείμενα (Huelss, 2019).

Η περίπτωση της Λιβύης φέρνει στην επιφάνεια έναν συμπληρωματικό βαθμό περιπλοκότητας και λειτουργεί ως αντίστροφο παράδειγμα. Ειδικότερα, η απουσία σταθερής κρατικής εξουσίας και η ανάδυση ένοπλων ομάδων είχαν δραματικές συνέπειες στη γυναικεία παρουσία στον δημόσιο χώρο. Παρόλο που οι γυναίκες της περιοχής δραστηριοποιήθηκαν έντονα τόσο στις διαμαρτυρίες όσο και στη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας και στην τεκμηρίωση παραβιάσεων, η αστάθεια του πολιτικού συστήματος και η έλλειψη μηχανισμών προστασίας τις κατέστησαν ευάλωτες σε πολλαπλές μορφές βίας (Elnaili, 2018 & Hweio, 2013). Οπότε δε δείχνει μόνο τι σημαίνει η συμμετοχή των γυναικών, αλλά κυρίως τι συνεπάγεται η απουσία ενός πλαισίου εγγυήσεων για τη διασφάλιση της συνέχειας αυτής της συμμετοχής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και μετά την εμπειρία της Αραβικής Άνοιξης, απέτυχε να ενσωματώσει ουσιαστικά την έννοια της ανθρώπινης ασφάλειας στις πολιτικές της. Επένδυσε σε τεχνοκρατικά εργαλεία, παραγνωρίζοντας τον ρόλο των άτυπων αλλά εξαιρετικά ενεργών γυναικείων δικτύων. Αντί να στηρίξει τις φεμινιστικές οργανώσεις βάσης, αναπαρήγαγε λογικές διαχείρισης που συχνά λειτουργούσαν αποπροσανατολιστικά (Robinson, 2013). Η στρατηγική της απέτυχε να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη ασφάλεια δεν είναι μόνο θέμα προστασίας από φυσικούς κινδύνους ή πολεμικές συγκρούσεις, αλλά περιλαμβάνει και την εγγύηση πολιτικής φωνής, κοινωνικής ορατότητας και δικαιώματος στον δημόσιο χώρο.

Η συζήτηση για τη συμμετοχή των γυναικών κατά την Αραβική Άνοιξη δεν μπορεί να αγνοήσει τη σημασία των ψηφιακών μέσων. Η αξιοποίηση των κοινωνικών δικτύων επέτρεψε τη διαμόρφωση εναλλακτικών αφηγήσεων, πέρα από τον κυρίαρχο κρατικό ή διεθνή λόγο. Οι Newsom και Lengel (2012) υποστηρίζουν ότι τα ψηφιακά μέσα αποτέλεσαν όχι απλώς εργαλεία επικοινωνίας, αλλά μηχανισμούς πολιτικής ορατότητας. Μέσα από αυτά, οι γυναίκες επανεπιβεβαίωσαν τη φωνή τους, προσέφεραν ένα νέο νόημα στη συμμετοχή και δημιούργησαν διεθνείς συμμαχίες. Ωστόσο, η Ευρώπη δεν κατανόησε εγκαίρως την πολιτική δυναμική αυτής της νέας ψηφιακής σφαίρας, παραμένοντας προσηλωμένη σε αναπτυξιακά προγράμματα παλαιάς κοπής, που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σύγχρονου ακτιβισμού.

Επίσης, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε περιπτώσεις όπου υπήρξε ήδη εγκαθιδρυμένη φεμινιστική παράδοση, όπως στην Τυνησία, τα αποτελέσματα υπήρξαν πιο απτά (Moghadam, 2018). Όμως, σε χώρες όπως η Λιβύη ή η Αίγυπτος, όπου το φεμινιστικό κίνημα δεν είχε σταθερή θεσμική υποδομή, η συμμετοχή των γυναικών απορροφήθηκε από την αστάθεια ή και καταπνίγηκε εντελώς. Αυτό αναδεικνύει ότι η πολιτική συμμετοχή δεν εξαρτάται μόνο από τη θέληση των ατόμων, αλλά και από τη δυνατότητα ύπαρξης ενός ασφαλούς και θεσμικά κατοχυρωμένου περιβάλλοντος που να επιτρέπει την ανάδυση πολιτικής υποκειμενικότητας.

Επιπλέον, η έννοια της ανθρώπινης ασφάλειας φαίνεται να χάνει το νόημά της, όταν δε συνοδεύεται από πρακτικά μέσα επιβολής. Δεν επαρκεί η αποστολή εμπειρογνωμόνων ή η παροχή οικονομικής στήριξης, εάν δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς παρακολούθησης, πολιτικής πίεσης και αξιολόγησης. Η περίπτωση της Αιγύπτου είναι ενδεικτική, καθώς παρά τις παραβιάσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνέχισε τη συνεργασία, χωρίς να επιβάλλει ουσιαστικούς όρους. Αυτό ενισχύει την εντύπωση ότι η έμφυλη ισότητα λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο δημόσιας διπλωματίας παρά ως πραγματική στρατηγική προτεραιότητα (el-Husseini, 2016).

Συνολικά, η γυναικεία συμμετοχή στην Αραβική Άνοιξη υπήρξε ουσιαστική, αλλά οι δομές εξουσίας, τοπικές και διεθνείς, συχνά υποβάθμισαν ή αποσιώπησαν αυτή τη δράση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και φαινομενικά ταυτισμένη με την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας, παρέμεινε αμήχανη απέναντι στις δομικές ανισότητες και προτίμησε τεχνοκρατικές απαντήσεις. Αντί να ενισχύσει τα κινήματα βάσης, επέλεξε να συνεργαστεί με θεσμούς που σπανίως αντιπροσώπευαν την κοινωνική δυναμική των εξεγέρσεων. Η αποτυχία αυτή δεν είναι απλώς στρατηγική, είναι βαθιά πολιτική. Αν η Ένωση επιθυμεί να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας και υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οφείλει να αναθεωρήσει ριζικά τη φεμινιστική της πολιτική στη Μεσόγειο.

 

Βιβλιογραφία

Arfaoui, K. (2016). Women and Leadership in the Post-Arab Spring: The Case of Tunisia. In: Sadiqi, F. (eds) Women’s Movements in Post-“Arab Spring” North Africa. Comparative Feminist Studies. Palgrave Macmillan, New York. 223-235. Διαθέσιμο σε: https://content.e-bookshelf.de/media/reading/L-7683256-8d6687ca84.pdf

Canali, S. (2018). The thin veil of change: The EU’s promotion of gender equality in Egypt and Tunisia (EU Diplomacy Paper No. 2/2018). College of Europe. Διαθέσιμο σε: https://www.coleurope.eu/sites/default/files/research-paper/edp-2-2018_canali_0.pdf

el-Husseini, R. (2016). Is gender the barrier to democracy? Women, Islamism, and the “Arab Spring”. Contemporary Islam, 10(1), 53–66. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1007/s11562-015-0324-4

Huelss, H. (2019). Be free? The European Union’s post-Arab Spring women’s empowerment as neoliberal governmentality. Journal of International Relations and Development, 22(1), 136-158. Διαθέσιμο σε: https://kar.kent.ac.uk/59763/1/Final%20manuscript%20Huelss.pdf

Johansson-Nogués, E. (2013). Gendering the Arab Spring? Rights and (in)security of Tunisian, Egyptian and Libyan women. Security Dialogue, 44(5-6), 393-409. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1177/0967010613499784

Moghadam, V. M. (2018). Explaining divergent outcomes of the Arab Spring: the significance of gender and women’s mobilizations. Politics, Groups, and Identities, 6(4), 666–681. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/21565503.2016.1256824

Newsom, V. A., & Lengel, L. (2012). Arab women, social media, and the Arab Spring: Applying the framework of digital reflexivity to analyze gender and online activism. Journal of International Women’s Studies, 13(5). Διαθέσιμο σε: https://vc.bridgew.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1004&context=jiws

Robinson, E. C. (2013). The Arab Spring: A litmus test for the EU’s women’s rights policy in the Euro-Mediterranean area? (BRIGG Working Paper No. 2013/1). College of Europe & United Nations University Institute on Comparative Regional Integration Studies (UNU-CRIS), Bruges. Διαθέσιμο σε: https://cris.unu.edu/sites/cris.unu.edu/files/BRIGG_1_2013_Robinson.pdf

Sjoberg, L., & Whooley, J. (2015). The Arab Spring for Women? Representations of Women in Middle East Politics in 2011. Journal of Women, Politics & Policy, 36(3), 261–284. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/1554477X.2015.1050902

 

Πηγή εικόνας: Khamis, S. (2021). The unfinished gender equality revolution of the Arab Spring. The New Arab, https://www.newarab.com/features/unfinished-gender-equality-revolution-arab-spring