Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Τα «Αντισυστημικά» Κόμματα στη Σύγχρονη Ευρώπη: Τα Αποτελέσματα της Διακυβέρνησής τους και η Μεταμόρφωσή τους

Γράφει ο Γιώργος Τσικνάκης

Στο προηγούμενο κείμενο αυτής της θεματικής ενότητας επιχειρήθηκε μια πρώτη εννοιολογική προσέγγιση των αντισυστημικών κομμάτων, καθώς και μια σύντομη χαρτογράφηση των αιτιών ανόδου τους στη σύγχρονη Ευρώπη. Η κατανόηση, ωστόσο, ενός πολιτικού φαινομένου δεν εξαντλείται στον ορισμό και στην ερμηνεία της εμφάνισής του, αλλά απαιτεί εξίσου την εξέταση των συνεπειών του όταν αυτό ωριμάζει πολιτικά, δηλαδή όταν τα εν λόγω κόμματα καλούνται να ασκήσουν εξουσία. Το ερώτημα που τίθεται στο παρόν κείμενο είναι διττό: αφενός, ποια είναι τα εμπειρικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα της διακυβέρνησης από αντισυστημικές και, όπου οι κατηγορίες επικαλύπτονται, λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις στην οικονομία, στους θεσμούς και στη διαχείριση κρίσεων· αφετέρου, με ποιον τρόπο μεταβάλλεται η ίδια η φύση αυτών των κομμάτων μόλις μεταβούν από την αντιπολίτευση στην κυβερνητική άσκηση εξουσίας.

Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, ο Zulianello (2019, σσ. 121-156) προσφέρει ένα χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο, εξετάζοντας τους τρόπους με τους οποίους ένα αντισυστημικό κόμμα ενσωματώνεται —ή αντιστέκεται στην ενσωμάτωση— στο συστημικό επίπεδο μόλις αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, υπό την πίεση τόσο των μετα-πολιτικών του δεσμεύσεων όσο και των συγκυβερνητικών του συμμαχιών. Στην ίδια κατεύθυνση, η λεγόμενη «θέση της συμπερίληψης-μετρίασης» (inclusion-moderation thesis) υποστηρίζει ότι τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα τείνουν να μετριάζουν τις θέσεις τους, καθώς και τον βαθμό λαϊκισμού της ρητορικής τους, όταν εισέρχονται σε κυβέρνηση (Akkerman, de Lange & Rooduijn, 2016). Η εμπειρική τεκμηρίωση της θέσης αυτής παραμένει, ωστόσο, αμφιλεγόμενη· ο Bernhard (2020) δείχνει πως η μετρίαση δεν είναι αυτόματη συνέπεια της συμμετοχής σε κυβέρνηση, αλλά συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον τύπο της κομματικής ηγεσίας, ενώ ο Zulianello (2020, σ. 334) υποστηρίζει ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην οριστική εγκατάλειψη της αντισυστημικής θέσης, καθώς ορισμένα λαϊκιστικά κόμματα μπορούν να επανέλθουν σε αντισυστημική θέση μέσω μιας διαδικασίας ριζικής αποδέσμευσης από το σύστημα (radical disembedding).

Σε ό,τι αφορά το πρώτο και κεντρικότερο ερώτημα του παρόντος κειμένου, δηλαδή τα εμπειρικά αποτελέσματα της διακυβέρνησης από πολιτικές δυνάμεις με αντισυστημικά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, η πλέον εμβληματική συνεισφορά προέρχεται από τους Funke, Schularick και Trebesch (2023), οι οποίοι κατασκεύασαν μια βάση δεδομένων 51 λαϊκιστών προέδρων και πρωθυπουργών παγκοσμίως για την περίοδο 1900-2020. Το κεντρικό εύρημά τους είναι εντυπωσιακό: δεκαπέντε χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από μια λαϊκιστική κυβέρνηση, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι κατά μέσο όρο 10% χαμηλότερο σε σύγκριση με ένα θεωρητικό, αλλά εύλογο, μη λαϊκιστικό σενάριο (Funke et al., 2023, σ. 3251). Το εύρημα αυτό είναι συμβατό με παλαιότερες θεωρητικές διαπιστώσεις περί της τάσης των λαϊκιστικών κυβερνήσεων να δίνουν προτεραιότητα σε βραχυπρόθεσμα και δημοφιλή μέτρα, ανεξαρτήτως της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς τους (Dornbusch & Edwards, 2007; Dovis et al., 2016). Πέραν της συνολικής οικονομικής μεγέθυνσης, η ίδια έρευνα καταγράφει σημαντική αύξηση των δασμών και συνακόλουθη συρρίκνωση του εμπορίου ως ποσοστού του ΑΕΠ, καθώς και σημαντική επιδείνωση τόσο του δημόσιου χρέους όσο και του πληθωρισμού, χωρίς όμως αντίστοιχη βελτίωση στους δείκτες ανισότητας ή απασχόλησης, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις των ίδιων των λαϊκιστικών κομμάτων (Funke et al., 2023). Παράλληλα, οι Rode και Revuelta (2015), καθώς και, μεταγενέστερα, η πληρέστερη μελέτη του Fraser Institute (Celico & Rode, 2023), επιβεβαιώνουν την αρνητική σχέση λαϊκισμού και οικονομικής ελευθερίας, επισημαίνοντας ότι η επίδραση αυτή μετριάζεται σημαντικά στις χώρες του ΟΟΣΑ, όπου οι πολιτικοί και θεσμικοί περιορισμοί φαίνεται να λειτουργούν ως αναχώματα, ενώ η αρνητική αυτή σχέση είναι εντονότερη εκεί όπου τέτοιοι θεσμικοί περιορισμοί απουσιάζουν, όπως, λόγου χάρη, στη Λατινική Αμερική.

Στο πεδίο των πολιτικών θεσμών, η βιβλιογραφία συγκλίνει σε ένα ανάλογο συμπέρασμα, με μία κρίσιμη διαφοροποίηση. Οι Kyriacou και Trivin (2024), σε μια εκτεταμένη μελέτη για την περίοδο 1920–2019, βασισμένη σε έως 51 περιπτώσεις ανόδου λαϊκιστών στην εξουσία, δείχνουν ότι η επίδραση μιας λαϊκιστικής κυβέρνησης στο κράτος δικαίου εξαρτάται κρίσιμα από τη θεσμική «κληρονομιά» της εκάστοτε χώρας: εκεί όπου το κράτος δικαίου ήταν ήδη ασθενές πριν από την άνοδο της λαϊκιστικής κυβέρνησης, η υπονόμευσή του είναι εντονότερη και πιο διαρκής (π.χ. στη Λατινική Αμερική), ενώ αντίθετα, σε χώρες με προϋπάρχουσα ισχυρή παράδοση θεσμικών αντίβαρων (όπως, π.χ., στις ΗΠΑ), η επιδείνωση είναι αισθητά βραδύτερη και περιορισμένη. Στο ίδιο πνεύμα, οι Houle και Kenny (2018), εξετάζοντας δεκαεννέα χώρες της Λατινικής Αμερικής, καταλήγουν ότι τα αντισυστημικά κόμματα στην εξουσία σχετίζονται συστηματικά με την αποδυνάμωση των θεσμικών περιορισμών της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από την υποσχόμενη αύξηση της πολιτικής συμμετοχής ή της αναδιανομής. Ο περιορισμός της ελευθερίας του Τύπου και της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας συνιστά επίσης σταθερό χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας θεσμικής αποδυνάμωσης (Kenny, 2020).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, η ασυμμετρία που εντοπίζουν οι Fekolli και Cela (2024) ανάμεσα σε δεξιές και αριστερές λαϊκιστικές κυβερνήσεις: ενώ οι δεξιές λαϊκιστικές κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας προχώρησαν σε συστηματική και βαθιά υπονόμευση του κράτους δικαίου, οι αριστερές λαϊκιστικές κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας περιορίστηκαν κυρίως σε επιμέρους αλλαγές κοινωνικοοικονομικής πολιτικής, χωρίς να καταφέρουν να αλλοιώσουν ουσιωδώς τις θεσμικές διαστάσεις του πολιτικού συστήματος, λόγω των ισχυρότερων περιορισμών που επέβαλαν οι προϋπάρχοντες ελεγκτικοί μηχανισμοί. Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί φυσικά στην εξέταση των δύο πλέον χαρακτηριστικών περιπτώσεων θεσμικής οπισθοδρόμησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι περιπτώσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας παρουσιάζουν ιδιαίτερο συγκριτικό ενδιαφέρον, καθώς, παρά τις εμφανείς ομοιότητές τους —αφού αμφότερες αναδείχθηκαν πρωτοπόρες της μετακομμουνιστικής δημοκρατικοποίησης στην Κεντρική Ευρώπη πριν στραφούν προς αντισυστημικά, εθνικιστικά κόμματα— η έκταση της τελικής θεσμικής υπονόμευσης διέφερε σημαντικά. Το Fidesz του Viktor Orbán κατάφερε να προχωρήσει πολύ βαθύτερα από το PiS στην αποδόμηση των δημοκρατικών αντίβαρων, αξιοποιώντας τη μακρόχρονη παραμονή του στην εξουσία και ένα εκλογικό σύστημα που μετέτρεπε ευκολότερα τις σχετικές πλειοψηφίες σε συνταγματικές υπερ-πλειοψηφίες, στοιχείο που του επέτρεψε να αναθεωρήσει το ίδιο το Σύνταγμα (Bernhard, 2021). Το PiS, αντίθετα, βρήκε απέναντί του ένα πιο ανθεκτικό θεσμικό εμπόδιο: το δίγυρο εκλογικό σύστημα των δημαρχιακών εκλογών στην Πολωνία λειτούργησε ως ανάχωμα υπέρ της αντιπολίτευσης, σε αντίθεση με το μονογυρικό σύστημα της Ουγγαρίας που διευκόλυνε τη συγκέντρωση τοπικής εξουσίας από το Fidesz, με αποτέλεσμα το PiS να μην καταφέρει να παγιώσει ανάλογο βαθμό ελέγχου, ιδίως στις μεγάλες πόλεις, όπου η αντιπολίτευση διατήρησε σημαντικά ερείσματα (O’Dwyer & Stenberg, 2022). Η σύγκριση αυτή επιβεβαιώνει το γενικότερο συμπέρασμα της βιβλιογραφίας: η ένταση της θεσμικής οπισθοδρόμησης δεν εξαρτάται τόσο από την ιδεολογική ριζοσπαστικότητα του κόμματος όσο από τις προϋπάρχουσες θεσμικές αντιστάσεις που αυτό συναντά.

Μια εξίσου σημαντική δοκιμασία για τις αντισυστημικές και λαϊκιστικές κυβερνήσεις αποτέλεσε η διαχείριση της πανδημίας COVID-19. Σύμφωνα με τους Bayerlein, Boese, Gates, Kamin και Murshed (2021), οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις τείνουν να υποβαθμίζουν συστηματικά τη σοβαρότητα μιας κρίσης και να αποφεύγουν αυστηρά περιοριστικά μέτρα, με αποτέλεσμα να καταγράφουν κατά μέσο όρο υπερβάλλουσα θνησιμότητα υψηλότερη κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις μη λαϊκιστικές κυβερνήσεις. Ο μηχανισμός πίσω από αυτό το εύρημα φαίνεται να σχετίζεται λιγότερο με ελλείψεις σε υγειονομικούς πόρους και περισσότερο με την πολιτική πόλωση: οι Gollwitzer κ.ά. (2020) δείχνουν ότι η κοινωνική αποστασιοποίηση στις ΗΠΑ ήταν σαφώς μικρότερη σε περιοχές με υψηλή έκθεση σε συντηρητικά μέσα ενημέρωσης (όπως το Fox News), ενώ οι Ansell, Cansunar και Elkjaer (2021), εξετάζοντας ευρωπαϊκά δεδομένα, καταγράφουν ανάλογη συσχέτιση ανάμεσα στην εκλογική υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων και στη μειωμένη συμμόρφωση με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Πέρα, ωστόσο, από τα εμπειρικά αποτελέσματα διακυβέρνησης, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν μεταμορφώνονται όλα τα αντισυστημικά κόμματα προς την ίδια κατεύθυνση μόλις αναλάβουν εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα μετριασμού: από ριζοσπαστική αντιπολίτευση με σαφή αντισυστημικό προσανατολισμό, το κόμμα κατέληξε σταδιακά, κατά την περίοδο 2015-2019 και μετέπειτα, σε μια «ρεαλιστική» πολιτική δύναμη διαχείρισης εντός των υφιστάμενων θεσμικών ορίων (Markou, 2021), μια πορεία που συνοδεύτηκε παράλληλα από εσωτερικό φατριασμό, συγκέντρωση ελέγχου σε στενό ηγετικό πυρήνα (ολιγαρχικοποίηση) και αδυναμία των λαϊκών οργανώσεων του κόμματος να αντισταθούν σε αυτή τη διαδικασία (Brown, 2025). Ανάλογη, αν και λιγότερο γραμμική, υπήρξε η πορεία του ιταλικού Κινήματος Πέντε Αστέρων, το οποίο, παρά την αρχική αντισυστημική και αντι-θεσμική του ταυτότητα, ακολούθησε σταδιακά μια πορεία «κανονικοποίησης» και θεσμικής προσαρμογής, μεταβάλλοντας σταδιακά τη σχέση του με το πολιτικό σύστημα, χωρίς ωστόσο αυτή η διαδικασία να είναι απαλλαγμένη από εσωτερικές αντιφάσεις και εντάσεις (Bordignon & Ceccarini, 2015).

Συμπερασματικά, όπως συνοψίζει και η πρόσφατη ανασκόπηση του Σαραβάκου (2025), η εμπειρική βιβλιογραφία συγκλίνει σε ένα γενικό συμπέρασμα: η ανάληψη της εξουσίας από αντισυστημικές και λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις δεν συνοδεύεται ούτε από βελτιωμένη οικονομική ευημερία ούτε από την αυτόματη μετρίαση που θα ανέμενε κανείς βάσει της κλασικής θέσης της συμπερίληψης. Αντίθετα, τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν χαμηλότερη οικονομική μεγέθυνση, αυξημένο προστατευτισμό, επιδεινούμενα δημοσιονομικά μεγέθη, συστηματική τάση υπονόμευσης του κράτους δικαίου —με ένταση που εξαρτάται κρίσιμα από την προϋπάρχουσα θεσμική ανθεκτικότητα της εκάστοτε χώρας— και αναποτελεσματική διαχείριση έκτακτων κρίσεων. Παράλληλα, η ίδια η φύση των κομμάτων αυτών δεν παραμένει σταθερή μετά την ανάληψη της εξουσίας: άλλα, όπως το Fidesz, εμβαθύνουν τον αντισυστημικό τους χαρακτήρα, ενώ άλλα, όπως το ΣΥΡΙΖΑ ή το Κίνημα Πέντε Αστέρων, οδηγούνται σε μια προοδευτική μεταμόρφωση προς πιο συστημικές και λαϊκιστικές μορφές πολιτικής έκφρασης. Η κατεύθυνση αυτής της μεταμόρφωσης δεν φαίνεται να καθορίζεται τόσο από την αρχική ιδεολογική τοποθέτηση του κόμματος, όσο από τις θεσμικές αντιστάσεις που αυτό συναντά στην πράξη της διακυβέρνησης. Το συμπέρασμα αυτό καταδεικνύει εναργώς τη σημασία της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι οποίοι λειτουργούν ως βασικά αναχώματα απέναντι στις ολοένα αυξανόμενες αντιδημοκρατικές απειλές.

Βιβλιογραφία/Πηγές:

Βιβλία

Akkerman, T., de Lange, S. L., & Rooduijn, M. (Eds.). (2016). Radical right-wing populist parties in Western Europe: Into the mainstream? Routledge.

Dornbusch, R., & Edwards, S. (1991). The macroeconomics of populism in Latin America. University of Chicago Press.

Zulianello, M. (2019). Anti-System Parties: From Parliamentary Breakthrough to Government. Routledge. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.4324/9780429422515

Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές

Σαραβάκος, Κ. (2025). Πώς κυβερνούν τα αντισυστημικά κόμματα; Τα αποτελέσματα της πολιτικής των αντισυστημικών κυβερνήσεων (Policy Brief No. 3). Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ). Διαθέσιμο σε: https://kefim.org/wp-content/uploads/2020/07/No3_AntisistimikaKommata.pdf    

Ansell, B., Cansunar, A., & Elkjaer, M. A. (2021). Social distancing, politics and wealth. West European Politics, 44(5–6), 1283–1313. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/01402382.2021.1917154

Bayerlein, M., Boese, V. A., Gates, S., Kamin, K., & Murshed, S. M. (2021). Populism and COVID-19: How populist governments (mis)handle the pandemic. Journal of Political Institutions and Political Economy, 2(3), 389-428. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1561/113.00000043

Bernhard, L. (2020). Revisiting the Inclusion-Moderation Thesis on Radical Right Populism: Does Party Leadership Matter? Politics and Governance, 8(1), 206-216. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.17645/pag.v8i1.2515

Bernhard, M. (2021). Democratic Backsliding in Poland and Hungary. Slavic Review, 80(3), 585-607. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/slr.2021.145

Bordignon, F., & Ceccarini, L. (2015). The Five-Star Movement: a hybrid actor in the net of state institutions. Journal of Modern Italian Studies, 20(4), 454–473. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/1354571X.2015.1066112

Brown, J. (2025). The Decline of Greece’s Syriza: Moderation, Factionalism, Oligarchization, and Weak Popular Counterpower. New Political Science, 47(3), 436-463. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1215/07393148-11832581

Celico, A., & Rode, M. (2023). Populism, Majority Rule, and Economic Freedom. Fraser Institute. Διαθέσιμο σε: https://efotw.org/sites/default/files/populism-majority-rule-and-economic-freedom-ch3.pdf

Dovis, A., Golosov, M., & Shourideh, A. (2016). Political economy of sovereign debt: A theory of cycles of populism and austerity (Technical Report). National Bureau of Economic Research. Διαθέσιμο σε: https://www.nber.org/system/files/working_papers/w21948/w21948.pdf

Fekolli, S., & Cela, E. (2024). Right-wing and left-wing populism in the EU and their impact on democratic processes. Foreign Affairs Review, 34(3), 67-76. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.46493/2663-2675.34(3).2024.67

Funke, M., Schularick, M., & Trebesch, C. (2023). Populist Leaders and the Economy. American Economic Review, 113(12), 3249-3288. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1257/aer.20202045

Gollwitzer, A., Martel, C., Brady, W. J., Pärnamets, P., Freedman, I. G., Knowles, E. D., & Van Bavel, J. J. (2020). Partisan differences in physical distancing are linked to health outcomes during the COVID-19 pandemic. Nature Human Behaviour, 4(11), 1186-1197. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1038/s41562-020-00977-7

Houle, C., & Kenny, P. D. (2018). The Political and Economic Consequences of Populist Rule in Latin America. Government and Opposition, 53(2), 256-287. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/gov.2016.25

Kenny, P. D. (2020). “The enemy of the people”: Populists and press freedom. Political Research Quarterly, 73(2), 261-275. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1177/1065912918824038

Kyriacou, A., & Trivin, P. (2024). Populism and the rule of law: The importance of institutional legacies. American Journal of Political Science. Advance online publication. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1111/ajps.12935

O’Dwyer, C., & Stenberg, M. (2022). Local-level democratic backsliding? The consolidation of aspiring dominant-party regimes in Hungary and Poland. Government and Opposition, 57(3), 508-531. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/gov.2021.12

Rode, M., & Revuelta, J. (2015). The Wild Bunch! An Empirical Note on Populism and Economic Institutions. Economics of Governance, 16(1), 73-96. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1007/s10101-014-0154-5

Zulianello, M. (2020). Varieties of Populist Parties and Party Systems in Europe: From State-of-the-Art to the Application of a Novel Classification Scheme to 66 Parties in 33 Countries. Government and Opposition, 55(2), 327-347. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/gov.2019.21

Ειδησεογραφικές πηγές, άρθρα από blog

Markou, G. (2021). The systemic metamorphosis of Greece’s once radical left-wing SYRIZA party. openDemocracy. Διαθέσιμο σε: https://www.opendemocracy.net/en/rethinking-populism/the-systemic-metamorphosis-of-greeces-once-radical-left-wing-syriza-party/

 

Πηγή Εικόνας:

Vermeer, M. (2021). Pan-European populism: One ideology with flexible interpretations (Part 1). Shaping Europe. Διαθέσιμο σε: https://shapingeurope.eu/pan-european-populism-one-ideology-with-flexible-interpretations-part-1/