Γράφει η Τσιανοπούλου Αναστασία
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής τάξη εισήλθε σε μία νέα περίοδο, η οποία χαρακτηρίστηκε από την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν οδηγήσει σε σταδιακή αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο διεθνές σύστημα. Η οικονομική και στρατηγική άνοδος της Κίνας, καθώς και η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων και σχημάτων έχουν εντείνει τη συζήτηση σχετικά με τη μετάβαση σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Σηματοδοτεί, επομένως, η άνοδος της Κίνας τη μετάβαση προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα ή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού της διεθνούς τάξης;
Παραδοσιακά, η διεθνής τάξη αναλύεται, μεταξύ άλλων, μέσω της έννοιας της πολικότητας, η οποία αναφέρεται πρωτίστως στον τρόπο κατανομής της υλικής ισχύος μεταξύ των σημαντικότερων κρατών του διεθνούς συστήματος. Η μονοπολικότητα, η διπολικότητα και η πολυπολικότητα συνιστούν διαφορετικές μορφές κατανομής ισχύος που έχουν χαρακτηρίσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η πολυπολικότητα αναφέρεται σε μια δομή του διεθνούς συστήματος στην οποία η ισχύς κατανέμεται μεταξύ περισσότερων μεγάλων δυνάμεων, χωρίς να συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε έναν ή δύο κυρίαρχους πόλους (Acharya et al., 2023). Ωστόσο, η σταδιακή αμφισβήτηση της μεταψυχροπολεμικής αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα την κατάρρευση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Παράλληλα, οι μεταβολές στην κατανομή της διεθνούς ισχύος αναδεικνύουν τον ενισχυμένο ρόλο άλλων μεγάλων δυνάμεων και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας περισσότερο σύνθετης διεθνούς τάξης.
Η διάκριση μεταξύ της διατήρησης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και της δυνατότητας μονομερούς καθορισμού των διεθνών εξελίξεων είναι καθοριστική για την κατανόηση αυτής της μεταβολής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και άλλων διμερών συνεργασιών, ενώ παράλληλα κατέχουν κεντρική θέση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω του δολαρίου (Costigan et al., 2017). Επομένως, η ανάδυση ανταγωνιστικών δυνάμεων δεν αναιρεί τα υφιστάμενα αμερικανικά πλεονεκτήματα, αλλά ενδέχεται να περιορίζει τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν μονομερώς τις διεθνείς εξελίξεις. Η σημασία αυτής της εξέλιξης έγκειται στο ότι η υλική υπεροχή δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αντίστοιχη πολιτική αποτελεσματικότητα. Η ικανότητα ενός κράτους να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις εξαρτάται επίσης από την προθυμία των άλλων κρατών να αποδεχθούν την ηγεσία του, τη διατήρηση των συμμαχιών του και την προσαρμογή του σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Συνεπώς, η αμερικανική πρωτοκαθεδρία δεν έχει κατ’ ανάγκην τερματιστεί, αλλά η άσκησή της αμφισβητείται ολοένα περισσότερο.
Η άνοδος της Κίνας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες μεταβολής της διεθνούς κατανομής ισχύος. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται επίσης με μία νέα μορφή περιφερειακής συνεργασίας, η οποία αποκαλείται περιφερειοποίηση τρίτου κύματος (third-wave regionalism). Μετά το πρώτο κύμα περιφερειακής ολοκλήρωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και το δεύτερο, μεταψυχροπολεμικό κύμα, το οποίο χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη πρωτοβουλιών συνεργασίας στη Νοτιοανατολική Ασία (π.χ. ASEAN+), αναδύεται ένα τρίτο κύμα περιφερειοποίησης, το οποίο συνδυάζει την ενδοπεριφερειακή με τη διαπεριφερειακή συνεργασία (Liu, 2026). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρωτοβουλία Belt and Road Initiative (BRI), η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη υποδομών και στην ενίσχυση της οικονομικής διασύνδεσης μεταξύ κρατών σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή. Η σημασία του BRI δεν περιορίζεται στη δημιουργία εμπορικών διαδρομών ή στην ενίσχυση των κινεζικών οικονομικών σχέσεων. Μέσω των υποδομών και των μακροχρόνιων οικονομικών δεσμών, η Κίνα αποκτά πρόσθετες δυνατότητες παρουσίας και διαπραγμάτευσης σε διαφορετικές περιοχές, διευρύνοντας τα μέσα μέσω των οποίων μπορεί να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις. Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομική ισχύς μπορεί να μετατρέπεται σε διπλωματική επιρροή, χωρίς, ωστόσο, η διαδικασία αυτή να είναι αυτόματη ή να συνεπάγεται πολιτική εξάρτηση των κρατών που συμμετέχουν στις πρωτοβουλίες της. Συνεπώς, η Κίνα δεν περιορίζεται στη συμμετοχή σε υφιστάμενα σχήματα συνεργασίας, αλλά συμβάλλει και στη διαμόρφωση νέων περιφερειακών και διαπεριφερειακών δικτύων οικονομικής και πολιτικής επιρροής.
Παράλληλα, η κινεζική άνοδος έχει και σημαντική στρατηγική διάσταση. Ειδικότερα, η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της και η εντεινόμενη στρατηγική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τον ρόλο της ως παράγοντα διαμόρφωσης της διεθνούς τάξης. Η στρατηγική σημασία της κινεζικής στρατιωτικής ενίσχυσης αναδεικνύεται ιδιαίτερα στον Ινδοειρηνικό, όπου οι εντάσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα και γύρω από την Ταϊβάν καταδεικνύουν τη σημασία των μεταβαλλόμενων στρατιωτικών ισορροπιών για την περιφερειακή ασφάλεια (Karim, 2014). Η κινεζική ενίσχυση δεν επηρεάζει μόνο την ισορροπία μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, αλλά και τον στρατηγικό σχεδιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών και των περιφερειακών συμμάχων τους. Έτσι, η άνοδος της Κίνας αποκτά ευρύτερη σημασία για το διεθνές σύστημα, καθώς επηρεάζει τις εκτιμήσεις περί ασφάλειας και τις στρατηγικές επιλογές άλλων κρατών.
Η στρατηγική διάσταση της ανόδου της Κίνας δεν περιορίζεται στα υλικά μέσα, καθώς εκδηλώνεται και μέσα από μια ευρύτερη προσπάθεια επηρεασμού των πρακτικών της διεθνούς συνεργασίας μέσω της συμμετοχής σε πολυμερείς θεσμούς όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organisation – SCO) (Foot & Zhang, 2026). Η συμμετοχή της Κίνας σε τέτοια πολυμερή σχήματα μπορεί να ερμηνευθεί όχι μόνο ως έκφραση της αυξανόμενης διεθνούς επιρροής της, αλλά και ως μέσο διαμόρφωσης των θεσμικών και κανονιστικών όρων που διέπουν τη διεθνή συνεργασία. Εντούτοις, η συμμετοχή της Κίνας σε εναλλακτικά πολυμερή σχήματα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι διαθέτει την ισχύ και την επιρροή που απαιτούνται για τη συνολική αναδιαμόρφωση της υφιστάμενης διεθνούς τάξης. Οι διαφορετικές προτεραιότητες των συμμετεχόντων κρατών και οι αποκλίσεις στα στρατηγικά τους συμφέροντα περιορίζουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός ενιαίου πολιτικού μετώπου. Η σημασία αυτών των θεσμών βρίσκεται, επομένως, όχι απαραίτητα στην άμεση ανατροπή των υφιστάμενων δομών, αλλά στη σταδιακή διεύρυνση των διαθέσιμων πλαισίων συνεργασίας και στην αμφισβήτηση της αποκλειστικότητας των δυτικών θεσμικών προτύπων. Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσπάθειας δεν είναι δεδομένη, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με τον θεσμό. Στο πλαίσιο αυτό, η κινεζική δραστηριότητα μπορεί να εξεταστεί ως μια διαδικασία σταδιακής αναδιαμόρφωσης της διεθνούς τάξης (incremental reordering) (Foot & Zhang, 2026).
Έτσι, η Κίνα δεν εξελίσσεται απλώς σε ισχυρότερο κράτος· αναπτύσσει παράλληλα θεσμούς, εταιρικές σχέσεις και δίκτυα μέσω των οποίων δύναται να ασκεί διεθνή επιρροή. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των κινεζικών δυνατοτήτων, αλλά και τη διεύρυνση των πεδίων στα οποία αμφισβητείται η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν μονομερώς τους όρους της διεθνούς συνεργασίας. Παράλληλα, η ανάπτυξη εναλλακτικών θεσμών δεν συνεπάγεται την πλήρη αποσύνδεση από τις υφιστάμενες δομές, καθώς ο ανταγωνισμός και η συνεργασία μπορούν να συνυπάρχουν. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το επιχείρημα περί μετατόπισης από μια αμερικανοκεντρική τάξη, αλλά ταυτόχρονα θέτει το ερώτημα εάν η μεταβολή οδηγεί πράγματι σε ένα πολυπολικό σύστημα με την κλασική έννοια του όρου ή σε μια πιο σύνθετη, αποκεντρωμένη και multiplex διεθνή τάξη.
Από τη μία πλευρά, η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη σταδιακής μετάβασης προς την πολυπολικότητα. Η σχετική υποχώρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, σε συνδυασμό με την άνοδο της Κίνας και την παρουσία άλλων κρατών με σημαντική στρατιωτική, οικονομική ή περιφερειακή επιρροή, όπως η Ρωσία και η Ινδία, υποδηλώνει μια σταδιακή διασπορά της ισχύος μεταξύ περισσότερων κέντρων. Υπό αυτήν την οπτική, παρατηρείται η υποχώρηση της μεταψυχροπολεμικής μονοπολικότητας και η είσοδος του διεθνούς συστήματος σε μια περίοδο αυξημένου ανταγωνισμού μεταξύ περισσότερων κέντρων ισχύος (Zala, 2021; Popescu, 2025). Το επιχείρημα υπέρ της πολυπολικότητας στηρίζεται, επομένως, στο ότι η δυνατότητα διαμόρφωσης των διεθνών εξελίξεων δεν συγκεντρώνεται πλέον αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η ύπαρξη περισσότερων ισχυρών κρατών δεν αρκεί για να τεκμηριώσει μια πλήρως διαμορφωμένη πολυπολική τάξη. Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι δυνάμεις αυτές είναι σε θέση να ασκούν σχετικά αυτόνομη επιρροή σε διαφορετικά πεδία και να περιορίζουν ουσιαστικά τις στρατηγικές επιλογές άλλων κρατών. Επιπλέον, η Ρωσία και η Ινδία δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην μέρος ενός ενιαίου συνασπισμού με την Κίνα, γεγονός που αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των μεταξύ τους σχέσεων. Η ύπαρξη περισσότερων κέντρων ισχύος δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη συγκρότηση σταθερών ή συνεκτικών συμμαχικών σχηματισμών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας αναδεικνύει παράλληλα το ενδεχόμενο διαμόρφωσης μιας νέας διπολικότητας. Η επικέντρωση των δύο δυνάμεων σε ζητήματα στρατιωτικής ασφάλειας, τεχνολογικής υπεροχής και διεθνούς επιρροής παραπέμπει σε χαρακτηριστικά διπολικού ανταγωνισμού (Maher, 2018). Ωστόσο, η σημερινή διεθνής πραγματικότητα δεν αναπαράγει πλήρως τη διπολική δομή του Ψυχρού Πολέμου. Η παρουσία άλλων ισχυρών κρατών, η διατήρηση πολλαπλών περιφερειακών συνεργασιών και η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο δυνάμεων διαφοροποιούν τη σημερινή πραγματικότητα από τη συγκρότηση δύο διακριτών και συνεκτικών στρατοπέδων που χαρακτήριζε τον Ψυχρό Πόλεμο. Συνεπώς, η διπολικότητα μπορεί να περιγράψει επιμέρους διαστάσεις του ανταγωνισμού, χωρίς να αποτυπώνει απαραίτητα τη συνολική δομή του διεθνούς συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, η μεταβολή αυτή δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη μετάβαση σε ένα αυστηρά πολυπολικό σύστημα. Η άσκηση επιρροής τόσο από τις μεγάλες δυνάμεις όσο και από περιφερειακούς οργανισμούς, διεθνείς θεσμούς και οικονομικά δίκτυα αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της σύγχρονης διεθνούς τάξης, η οποία μπορεί να εξεταστεί μέσα από την προσέγγιση της multiplex διεθνούς τάξης (Acharya et al., 2023). Η έννοια αυτή μετατοπίζει την ανάλυση από το ερώτημα «πόσοι είναι οι πόλοι;» στο ερώτημα «μέσω ποιών δρώντων, θεσμών και δικτύων ασκείται η επιρροή;». Η διάκριση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων είναι σημαντική: ενώ η πολυπολικότητα εξετάζει κυρίως τη σχετική κατανομή της ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η προσέγγιση της multiplex διεθνούς τάξης επιτρέπει την ανάλυση της συνύπαρξης διαφορετικών κέντρων επιρροής, τα οποία δεν συμπίπτουν απαραίτητα με τους ισχυρότερους κρατικούς δρώντες. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σημαντική στρατιωτική ισχύ, χωρίς να κυριαρχεί εξίσου σε όλα τα οικονομικά, θεσμικά ή περιφερειακά δίκτυα. Αντίστοιχα, ένας θεσμός ή μια περιφερειακή συνεργασία μπορεί να επηρεάζει συγκεκριμένες διεθνείς εξελίξεις χωρίς να αποτελεί αυτοτελή πόλο υλικής ισχύος.
Η άνοδος της Κίνας αναδεικνύει τη σημασία αυτής της διάκρισης, καθώς μπορεί να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας αποκέντρωσης της διεθνούς ισχύος και επιρροής, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι έχει ήδη διαμορφωθεί ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Η προσέγγιση της multiplex διεθνούς τάξης επιτρέπει να εξεταστεί αυτή η μεταβολή πέρα από την κατανομή της υλικής ισχύος, λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο των θεσμών, των δικτύων και των διαφορετικών μορφών συνεργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενίσχυση της κινεζικής επιρροής μπορεί να ερμηνευθεί ως μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού της διεθνούς τάξης, χωρίς να προϋποθέτει την αντικατάσταση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας από ένα πλήρως διαμορφωμένο πολυπολικό σύστημα.
Η σταδιακή αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα την υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την κεντρική τους θέση στο διεθνές σύστημα ούτε την ανάδειξη της Κίνας ως νέας ηγεμονικής δύναμης. Η ανάλυση, επομένως, αναδεικνύει τις τάσεις διαμόρφωσης μιας περισσότερο αποκεντρωμένης διεθνούς τάξης, η οποία χαρακτηρίζεται από διασπορά της ισχύος, πολλαπλότητα θεσμών και επικαλυπτόμενες σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, η άνοδος της Κίνας δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει τη μετάβαση σε ένα πλήρως διαμορφωμένο πολυπολικό σύστημα. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας παρουσιάζει χαρακτηριστικά διπολικότητας, χωρίς ωστόσο να αποτυπώνει το σύνολο της σύγχρονης διεθνούς τάξης. Αντιθέτως, αναδεικνύει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό της διεθνούς τάξης, στον οποίο ο ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων δυνάμεων συνυπάρχει με την πολλαπλότητα θεσμών, δικτύων και μορφών συνεργασίας. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει τη σημασία της συνδυαστικής αξιοποίησης διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων για την κατανόηση των σύγχρονων διεθνών σχέσεων.
Βιβλιογραφία / Πηγές
Βιβλία:
Foot, R., & Zhang, X. (2026). Bounded ambition: China as a multilateral actor in world politics. Cambridge University Press. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/9781009740678
Zala, B. (2021). Introduction: The utility and limits of polarity analysis. In B. Zala (Ed.), National perspectives on a multipolar order: Interrogating the global power transition (pp. 1–18). Manchester University Press. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/jj.21996599.7
Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές:
Acharya, A., Estevadeordal, A., & Goodman, L. W. (2023). Multipolar or multiplex? Interaction capacity, global cooperation and world order. International Affairs, 99(6), 2339–2365. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1093/ia/iiad242
Costigan, T., Cottle, D., & Keys, A. (2017). The US dollar as the global reserve currency: Implications for US hegemony. World Review of Political Economy, 8(1), 104–122. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.13169/worlrevipoliecon.8.1.0104
Karim, M. A. (2014). China’s power politics and modernization: Implications for Taiwan and the South China Sea. Pacific Focus, 29(2), 188–210. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1111/pafo.12028
Liu, T. T.-T. (2026). Regionalism with Chinese Characteristics: The Belt and Road Initiative, New Narratives and Implications for International Order. Uluslararası İlişkiler / International Relations, 23(90), 57–72. Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/27491585
Maher, R. (2018). Bipolarity and the future of U.S.-China relations. Political Science Quarterly, 133(3), 497–525. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1002/polq.12801
Popescu, I. (2025). Great power competition, offensive realism, and the new debates on US grand strategy. Comparative Strategy, 44(1), 92–114. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/01495933.2024.2445492
Πηγή Εικόνας
Jin, C. (2022). Chinese flag waving over the city [Photograph]. Pexels. Διαθέσιμο σε: https://www.pexels.com/el-gr/photo/13239275/
