Οι πηγές του δικαίου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το Ευρωπαϊκό δίκαιο, διαρθρώνονται σε βαθμίδες. Στην ιεράρχηση αυτή, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής Ε.Ε.) υπερισχύει κάθε αντίθετου κανόνα εθνικού δικαίου ακόμη και του καταστατικού χάρτη της εκάστοτε χώρας, δηλαδή του Συντάγματος (Γεωργιάδης, 2020, σ. 46-47). Η αρχή της υπεροχής ή αρχή προτεραιότητας εφαρμογής συνιστά μια νομολογιακά κατοχυρωμένη αρχή ήδη από το 1964. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) με την απόφαση ορόσημο Costa κατά Enel (6/1964) κατοχύρωσε την αρχή αυτή, σύμφωνα με την οποία το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει έναντι του εθνικού (Σπυρόπουλος, 2020, σ.134-137). Αν και η υπεροχή δεν κατοχυρώνεται ρητά στις ιδρυτικές συνθήκες, πλέον με την Συνθήκη της Λισαβώνας βρίσκεται προσαρτημένη στη Δήλωση 17, η οποία υπενθυμίζει ότι οι συνθήκες και το δίκαιο της Ε.Ε. (πρωτογενές και παράγωγο) υπερισχύουν έναντι του δικαίου των κρατών-μελών (Καλαβρός, Γεωργόπουλος, 2017, σ. 179).
Πιο συγκρεκριμένα, στην προδικαστική απόφαση 6/64, το ΔΕΕ (τότε ΔΕΚ) διευκρίνισε πως εν αντιθέσει με τις διεθνείς έως τότε Συνθήκες το ευρωπαϊκό νομικό σύστημα αποτελεί μέρος του νομικού συστήματος των κρατών που συμμετέχουν στο ενωσιακό εγχείρημα και τα δεσμεύει άμεσα. Τα μέλη της Ένωσης, με την προσχώρηση τους παραχώρησαν μέρος της κυριαρχίας τους και συμφώνησαν στη μεταφορά και απόλαυση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τα ίδια και τους πολίτες τους. Με αυτόν τον τρόπο εξηγείται το γεγονός, πως δεν μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις αντίθετες με την ενωσιακή έννομη τάξη, διότι αυτή αποτελεί τη βάση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που διαμορφώθηκε συλλογικά με το πέρας του χρόνου (European Union, H υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου).
Επιπροσθέτως, η Ε.Ε. έχει τόσο αυτόνομη νομική προσωπικότητα όσο και μια αυτοτελή έννομη τάξη, δηλαδή έχει ένα δικό της δικαιϊκό σύστημα, το οποίο είναι υπερέχον και συνιστά αναπόσπαστο μέρος των εννόμων τάξεων όλων των κρατών-μελών. Άλλωστε, η απόφαση ενός κράτους να προσχωρήσει και να αποτελέσει μέρος της Ένωσης ως μίας ενιαίας πολιτικής οντότητας, προϋποθέτει την εκούσια συμφωνία του εννόμου αυτού συστήματος και τον -έως έναν βαθμό- περιορισμό της κυριαρχίας του. Η αρχή της υπεροχής δεν αναιρεί την εθνική έννομη τάξη, τους εθνικούς νόμους και τις διατάξεις, απλά σε περίπτωση σύγκρουσής τους η εθνική διάταξη είναι αυτή που θα καταστεί μη εφαρμοστέα (Μεταξάς, 2016, σ. 4-11). Για παράδειγμα, εάν ένα κράτος-μέλος αποφασίσει με νόμο πως η προαγωγή θα αφορά με προτεραιότητα τις νέες γυναίκες έναντι των υπολοίπων, τότε αυτή η διάταξη θα πρέπει να θεωρηθεί μη εφαρμοστέα, αφού αντιβαίνει εκείνες αντίστοιχα (τις διατάξεις) του ενωσιακού δικαίου σχετικά με την ισότητα. Επομένως, φαίνεται πως τα κράτη-μέλη έχουν διττό νομικό status (εθνικό και ενωσιακό), γι’ αυτό είναι αναγκαία η αρχή της υπεροχής (Σπυρόπουλος, 2020, σ. 134). Γιατί συνιστά όμως η αρχή αυτή λειτουργική αναγκαιότητα;
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ενωσιακό εγχείρημα δομείται στη βάση ενός νομικού αλλά και αξιακού υποβάθρου. Όπως κάθε δικαιϊκό σύστημα, έτσι και το ενωσιακό χρειάζεται κάποιους προστατευτικούς μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή των κανονιστικών επιταγών της Ένωσης και αυτές να μπορούν να δεσμεύουν όλα τα κράτη-μέλη. Για να επιβιώσει μια έννομη τάξη, θα πρέπει να υπάρχει ισότητα μεταξύ τόσο των κρατών-μελών όσο και των πολιτών της Ένωσης. Σε επίπεδο ενωσιακής έννομης τάξης δε, εκτός από υποχρεώσεις για τα κράτη-μέλη προβλέπεται και μια πληθώρα δικαιωμάτων για τους πολίτες της τα οποία μπορούν να αξιοποιούν και να επικαλούνται. Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως σε εθνικό έτσι και σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αδήριτη η ανάγκη συμμόρφωσης με τις αξίες και εν γένει τις νομικές επιταγές της έννομης τάξης (Μεταξάς, 2020, σ. 68-74).
Συγκεκριμένα, μέσω της ως άνω συμμόρφωσης, θα μπορούν να εφαρμόζονται οι πολιτικές της Ένωσης και να υπάρχει ισότητα μεταξύ των πολιτών όλων των συμμετεχόντων κρατών χάρη στην ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων δικαίου στο σύνολο της Ένωσης ενώ θα διασφαλίζεται η εφαρμογή όσων έχουν τυπικά θεσπιστεί. Ιδιαιτέρως σημαντική δε, κρίνεται, πλην της αρχής της υπεροχής, η οποία εξασφαλίζει τη συνεκτική εφαρμογή των ενωσιακών διατάξεων, και η αρχή της ευθύνης, σύμφωνα με την οποία προβλέπονται έννομες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης των κανονιστικών διατάξεων. Επομένως, η λειτουργική αναγκαιότητα της αρχής της υπεροχής έγκειται στο γεγονός ότι προστατεύει τους πολίτες, διασφαλίζοντας ταυτοχρόνως την ομαλή λειτουργία της Ένωσης, αφού αν κάθε κράτος είχε τη δυνατότητα να εκδίδει διατάξεις αντιθέτου περιεχομένου από αυτές της Ένωσης, τότε θα υπήρχαν πολίτες πολλών ταχυτήτων (Μεταξάς, 2020, σ. 68-74).
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η χώρα προσχώρησε στην Ένωση έχοντας γνώση της νομολογίας και αναδιαμορφώνοντας με την αναθεώρηση του 2001 το άρθρο 28 στο Σύνταγμα, το οποίο πλέον αποτελεί το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το προαναφερόμενο άρθρο, ορίζει με τρόπο σαφή την αρχή της υπεροχής και επιτρέπει τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνή περιορίζοντας, έτσι, την εθνική κυριαρχία. Φυσικά, σε περίπτωση ύπαρξης ενωσιακού κανόνα που αντίκειται στα ανθρώπινα δικαιώματα και το δημοκρατικό πολίτευμα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αυτός θα ήταν κατώτερης ισχύος του Συντάγματος (Σπυρόπουλος, 2020, σ. 134-137). Ένα πρόσφατο παράδειγμα για τη σχέση εθνικού και ενωσιακού δικαίου, που αφορά στη χώρα μας, είναι η απόφαση 1918/2025, σχετικά με τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Δρόσο (2025), μεταξύ εθνικού και κοινοτικού δικαίου δεν υφίσταται σχέση ιεραρχίας αλλά προτεραιότητας εφαρμογής του δεύτερου έναντι του πρώτου. Το παρόν δε, είναι απόρροια του γεγονότος πως το κράτος-μέλος έχει ευθύνη να εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης.
Εν κατακλείδη, η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου κρίνεται θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία της Ένωσης, ενώ άνευ αυτής το ενωσιακό εγχείρημα δεν θα είχε τη δυναμική, την εξέλιξη αλλά και τη θέση που κατέχει σήμερα. Χάρη στη συγκεκριμένη αρχή, διατηρείται η νομιμότητα, επιλύονται οι διαφορές και εξασφαλίζονται τα δικαιώματα των πολιτών μέσα σε αυτό το εξέχως ιδιαίτερο πολιτικό μόρφωμα. Επομένως, τα κράτη-μέλη οφείλουν να προστατεύσουν αυτή την κατάκτηση στην οποία με τόσο κόπο κατάφερε να επιτύχει η Ένωση.
Βιβλιογραφία:
Βιβλία:
Γεωργιάδης Α. Σ. (2020). Τι είναι δίκαιο; Η νομική επιστήμη για όλους. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Καλαβρός Γ.Ε.Φ. & Γεωργόπουλος Θ. Γ. (2017). Το δίκαιο της ευρωπαικής ένωσης. Θεσμικό δίκαιο. Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.
Μεταξάς Α. (2020). Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης. Αλληλένθεση, Κρίση, Εξαίρεση. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σπυρόπουλος Φ. Κ. (2020). Συνταγματικό Δίκαιο. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Πρωτογενείς Πηγές:
European Union. H υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου. Διαθέσιμο σε : Η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου | EUR-Lex
Άρθρα από το διαδίκτυο:
Δρόσος Γ. (2025). Ο ν.5094/2024 για τα «Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» και η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 υπό το φως του Συντάγματος και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΣΥΝΤΑGΜΑWATCH.GR. Διαθέσιμο σε : Ο ν. 5094/2024 για τα «Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» και η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 υπό το φως του Συντάγματος και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης* – Syntagma Watch .
Μεταξάς Α. (2016). Σκέψεις για την ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης. Constitutionalism. Διαθέσιμο σε : 2016.11_Metaxas_europaiko-dikaio.pdf .
Πηγή Εικόνας:
Heinrich-Böll-Stiftung European Union. (n.d.). The rule of law in the EU. Heinrich-Böll-Stiftung Brussels Office. Διαθέσιμη σε: https://eu.boell.org/en/Rule-of-Law-EU
