Γράφει ο Χάρης Χρυσανθόπουλος
Η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας του Τρίτου Ράιχ είναι απαραίτητη για να αντιληφθεί κανείς εις βάθος τον χείμαρρο πολιτικών και εξελίξεων που οδήγησαν στην καταστροφική σύγκρουση του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Με μια ματιά στα οικονομικά της ναζιστικής Γερμανίας, μπορεί να εντοπίσει κανείς τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε μία από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες στην ανθρώπινη ιστορία. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα διαχρονικής κρίσης, πρωτίστως οικονομικής. Το οικονομικό κραχ που ξεκίνησε από τη Γουόλ Στριτ το 1929 απέκτησε καταστροφικές διαστάσεις και στην Ευρώπη. Η κρίση του χρηματιστηρίου οδήγησε σε δραματική πτώση της παραγωγής, αύξηση της ανεργίας και στην χρεοκοπία, ενώ οικονομική απαξίωση άνοιξε την πόρτα για τον απολυταρχισμό στην Ευρώπη, με τις δημοκρατικές δυνάμεις να εξασθενούν καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Αντιμέτωπα με το οικονομικό αδιέξοδο, τα ευρωπαϊκά κράτη αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν το καθένα τη δική του πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης (Mazower, 1998, σ.118).
Η κατάρρευση του ελεύθερου εμπορίου ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, ώθησε τις ευρωπαϊκές χώρες να περιφρακτούν εντός των συνόρων τους, επιδιώκοντας οι χώρες τους να παράγουν μόνες τους τους πόρους, προκειμένου να επιτευχθεί μία σχετική αυτάρκεια, τακτική η οποία κατέστησε τον κρατικό παρεμβατισμό αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομίας των ευρωπαϊκών χωρών, μέχρι και μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Mazower, 1998, σ.131). Το κράτος επεμβαίνει προκειμένου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να εξασφαλίσει την έξοδο της χώρας από την κρίση.
Στη Γερμανία, τα αποτελέσματα της κρίσης ήταν καταστροφικά. Μέσα σε τρία μόλις χρόνια, από το 1929 μέχρι το 1932, η βιομηχανική παραγωγή είχε παρουσιάσει πτώση κατά 50%, με το κλείσιμο βιομηχανικών μονάδων να οδηγεί εκατομμύρια Γερμανούς πολίτες στην ανεργία (Kershaw, 2016, σ.201). Η χώρα έχασε το καλοκαίρι του 1931 δύο δισεκατομμύρια μάρκα σε χρυσό και συνάλλαγμα. Τα αποθεματικά της γερμανικής κεντρικής τράπεζας μειώθηκαν από τον Ιούλιο του 1929 σχεδόν στο 10%, φτάνοντας το καλοκαίρι του 1931 στα 58 εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που οδήγησε σε πανικό, με τους καταθέτες να εφορμούν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στις τράπεζες προκειμένου να αποσύρουν τις καταθέσεις τους. Οι συνθήκες αυτές οδήγησαν στην πλήρη κατάρρευση του γερμανικού τραπεζικού συστήματος (Berend, 2021, σ.113). Η χώρα έφτασε το 1932 σε πάνω από έξι εκατομμύρια ανέργους, αριθμός που αντιστοιχούσε στο 1/3 του εργατικού δυναμικού της εκείνο το έτος (Kershaw, 2016, σ.201).
Η κρατική βοήθεια προς τους ανέργους υπήρξε ανεπαρκής. Το 1932, το ποσοστό των ανέργων που λάμβαναν έστω και ένα μικρό επίδομα ανεργίας ανερχόταν μόλις στο 10%. Το 25% στηριζόταν σε έκτακτα βοηθήματα, το 40% στη βοήθεια για τους άπορους, ενώ οι υπόλοιποι δεν λάμβαναν τίποτα (Kershaw, 2016, σ.202).
Η κρίση στη Γερμανία δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά συνοδευόταν και από κρατική και κοινωνική κρίση, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η πίστη στην αποτελεσματικότητα του δημοκρατικού καθεστώτος, το οποίο είχε ξεκινήσει το 1918 και άμεσα ταυτίστηκε με τις σκληρές επιπτώσεις της πολεμικής ήττας, υπονομεύτηκε σοβαρά. Οι συνθήκες δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για υποστήριξη προς το ναζιστικό κόμμα (Kershaw, 2016, σ.209). Αν και οι ακραίες θέσεις του κόμματος ήταν διαδεδομένες ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, οι υποσχέσεις των Ναζί για τον τερματισμό της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης ήταν αυτό που τους χάρισε την εξουσία (Kershaw, 2016, σ.212). Ο Χίτλερ διορίστηκε Καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933. Μέσα σε λίγους μήνες, οι Ναζί είχαν κατακερματίσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και είχαν επιβάλει τη δικτατορία τους. Ο δρόμος για την υλοποίηση των πολιτικών τους ήταν πλέον ανοιχτός.
Οι εθνικοσοσιαλιστές είχαν αποφύγει να διατυπώσουν με σαφήνεια το οικονομικό τους πρόγραμμα πριν από την άνοδό τους στην εξουσία. Όπως στον φασισμό, έτσι και στον εθνικοσοσιαλισμό η οικονομία φαίνεται να είναι ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας. Ο Χίτλερ, την 1 Φεβρουαρίου του 1933, ανακοίνωσε ότι η ναζιστική κυβέρνηση θα προέβαινε στην υλοποίηση δύο τετραετών σχεδίων για την εξαφάνιση της ανεργίας και τη διάσωση των αγροτών (Kershaw, 2016, σ.223).
Οι Ναζί προχώρησαν στον αφανισμό των αριστερών δυνάμεων και των συνδικάτων, αν και το κράτος πίεσε τους εργοστασιάρχες για την υιοθέτηση μέτρων που παρείχαν κάποια βελτίωση των συνθηκών εργασίας (Mazower, 1998, σ.133). Το καλοκαίρι του 1933, το ένα δισεκατομμύριο μάρκων Πρώτο Πρόγραμμα Ράινχαρντ οδήγησε στη δημιουργία σημαντικών δημοσίων έργων και στην δημιουργία πολλών θέσεων εργασίας, ενώ το φθινόπωρο, το Δεύτερο Πρόγραμμα Ράινχαρντ παρείχε 400.000 μάρκα σε φορολογικά προνόμια για αστικά προγράμματα στέγασης και αγροτικές κατασκευές, ενώ άλλα 500 εκατομμύρια δόθηκαν σε επιχορηγήσεις (Berend, 2021, σ.172).
Τα μεγάλα προγράμματα για τη δημιουργία δημοσίων έργων που πραγματοποίησαν οι Ναζί, ανεξαρτήτως του πραγματικού τους αντικτύπου στην βελτίωση της εθνικής οικονομίας, λειτούργησαν αποτελεσματικά ως προς την επίδραση του κόμματος στην ψυχολογία των Γερμανών, κάτι στο οποίο συνέβαλε συνοδευτικά και η εξαιρετικά αποτελεσματική κρατική προπαγάνδα. Το 1935, το ναζιστικό καθεστώς διέθεσε πέντε δισεκατομμύρια μάρκα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ κυβέρνηση του Φον Παπέν το 1932 δεν είχε διαθέσει παραπάνω από 167 εκατομμύρια μάρκα για τον ίδιο σκοπό (Kershaw, 2016, σ.224).
Διάφορα κοινωνικά προγράμματα που εισήγαγαν οι Ναζί εξασφάλιζαν την κοινωνική ικανοποίηση, όπως ειδικά πακέτα διακοπών, φοροαπαλλαγές, φεστιβάλ και φυσικά το χαρακτηριστικό παράδειγμα του Volkswagen (Hobsbawm, 1994, σ.168). Το 1933, ο Φερντινάντ Πόρσε ήρθε σε επικοινωνία με τον Χίτλερ και του παρουσίασε τα σχέδιά του για τη μαζική παραγωγή ενός φθηνού αυτοκινήτου, με το οποίο οι γερμανικές μάζες θα μπορούσαν να κυκλοφορούν, τον Σκαραβαίο. Οι δύο άνδρες υπέγραψαν συμφωνία που προέβλεπε την ίδρυση εργοστασίου, χρηματοδοτούμενου από το ναζιστικό κόμμα, στα τέλη της δεκαετίας του 1930 (Berend, 2021, σ.190-191).
Η ναζιστική κινητοποίηση της οικονομίας συνοδευόταν με την εξολόθρευση ή την απομάκρυνση σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας των ατόμων που το καθεστώς αντιλαμβανόταν ως οικονομικό βάρος στον εθνικό κορμό. Το 1939, περίπου 80.000 τρόφιμοι ασύλων εκτελέστηκαν κατόπιν σχετικής άδειας από τον Χίτλερ (Mazower, 1998, σ.105). Η κρατική προπαγανδιστική μηχανή, παράλληλα, φρόντιζε να διαδίδει τυχόν οικονομικά οφέλη τέτοιων φρικαλεοτήτων. Η αρπαγή των εβραϊκών περιουσιών, η οποία κορυφώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, μπορεί να θεωρηθεί επίσης πτυχή της ναζιστικής οικονομικής δραστηριότητας (Mazower, 1998, σ. 107). Το κράτος εγκαινίασε καμπάνια κατά της απασχόλησης των γυναικών, καθώς, σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, η θέση της “άριας” γυναίκας είναι στο σπίτι (Mazower, 1998, σ.132).
Τον Σεπτέμβριο του 1934, ο Γιαλμαρ Σαχτ, πρόεδρος της Τράπεζας του Ράιχ, εγκαινίασε το Neuer Plan, το οποίο όριζε ένα νέο είδος εξωτερικού εμπορίου, το οποίο προέβλεπε περιορισμούς στηνποσότητα των εισαγόμενων προϊόντων στη Γερμανία, ενώ η αποπληρωμή τους θα γινόταν αποκλειστικά σε είδος, μέσω διμερών διακρατικών συμφωνιών (Berend, 2021, σ.185). Το Neuer Plan προέβλεπε κυρίως την εισαγωγή τροφίμων και πρώτων υλών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη (Ρουμανία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία κ.ά.). Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι χώρες ερχόταν υπό τη γερμανική οικονομική σφαίρα επιρροής, γεγονός που θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στρατοπέδων που θα δημιουργούνταν τα επόμενα έτη (Berend, 2021, σ.185).
Τα οικονομικά προγράμματα των Ναζί κατάφεραν να βγάλουν τη χώρα από την ύφεση, κάνοντάς την μία από τις πρώτες στην Ευρώπη που ανέκαμψαν. Η ανεργία έπεφτε σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια του δευτέρου μισού της δεκαετίας του 1930, φτάνοντας το 1939 να επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση (Mazower, 1998, σ.132). Οι μισθοί, ωστόσο, ελεγχόμενοι από το κράτος, παρέμειναν σχετικά χαμηλοί.
Η οικονομική ανάπτυξη είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τον απώτερο στόχο των Ναζί, τον επανεξοπλισμό της χώρας και τη διεξαγωγή επεκτατικού πολέμου (Kershaw, 2016, σ.226). Οι θέσεις αυτές του Χίτλερ ήταν γνωστές από τη δεκαετία του 1920. Η απόσυρση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών στις 14 Οκτωβρίου 1934 σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας κούρσας επανεξοπλισμού στην Ευρώπη (Kersaw, 2016, σ.252). Η Γερμανία ξεκινούσε την προετοιμασία για πόλεμο.
Τον Μάρτιο του 1935 ο Χίτλερ ανακοίνωσε την δημιουργία μιας νέας Βέρμαχτ η οποία θα αποτελούντο από 36 μεραρχίες και περισσότερο από μισό εκατομμύριο άνδρες (Kersaw, 2016, σ.252). Οι δαπάνες για την άμυνα αυξήθηκαν κατά 470% στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 (Berend, 2021, σ. 124). Το γερμανικό κράτος κατάφερε να συγκροτήσει το ισχυρότερο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα της Ευρώπης. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Γερμανία ξόδευε για την άμυνα το διπλάσιο από τη Βρετανία και το δεκαπλάσιο από τις ΗΠΑ (Mazower, 133). Οι υψηλές επενδύσεις στον επανεξοπλισμό και στην άμυνα οδήγησαν, κατά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1930, σε έλλειψη εργατικών χεριών και σε πληθωριστικές πιέσεις (Mazower, 1998, σ. 134).
Δεδομένων των περιορισμών που επιβλήθηκαν στη Γερμανία από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που περιόριζαν την αναδιάρθρωση του στρατού και τον επανεξοπλισμό της χώρας, η ναζιστική κυβέρνηση, προχώρησε σε κρυφή χρηματοδότηση των στρατιωτικών της προγραμμάτων μέσω ενός μηχανισμού που συνίστατο στις λεγόμενες “εταιρείες MEFO”. Οι MEFO (Münchener Forderungs-Obligationen, που σημαίνει “Υποχρεώσεις Απαιτήσεων του Μονάχου”) ήταν εικονικές εταιρείες, χωρίς πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Δημιουργήθηκαν από τους ναζί ως μέσο κάλυψης των αμυντικών δαπανών, χωρίς να αυξάνεται άμεσα ο δημόσιος χρέος ή να παραβιάζονται οι όροι της Συνθήκης. Η κυβέρνηση εξέδιδε γραμμάτια MEFO, τα οποία λειτουργούσαν ως χρηματοδοτικά εργαλεία, τα οποία μπορούσαν να πληρωθούν μόνο μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με όρους που συμφωνούνταν με τις εταιρείες παραγωγής όπλων και πολεμικού υλικού. Οι εταιρείες παραγωγής όπλων, πληρώνονταν με τα γραμμάτια αυτά, τα οποία είχαν τη μορφή “χρεογράφων”, και στη συνέχεια μπορούσαν να τα χρησιμοποιούν ως εγγύηση για άλλες οικονομικές συναλλαγές (Singh, 2024).
Το 1936, ο Χίτλερ πέρασε στην επαναστρατικοποίηση της Ρηνανίας, παραβιάζοντας και πάλι τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι δυτικές δημοκρατίες απέφυγαν τη δυναμική αντιμετώπιση των παραβιάσεων του Χίτλερ, θέλοντας να αποφευχθεί η αιματοχυσία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (Kershaw, 2016, σ.256-257). Στα τέλη του καλοκαιριού του 1936, ο Χίτλερ συνέταξε μνημόνιο το οποίο προέβλεπε την ετοιμασία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων για τη διεξαγωγή πολέμου εντός τεσσάρων ετών (Kershaw, 2016, σ.259). Ο Χίτλερ θεωρούσε πως η κατάκτηση της ανατολικής Ευρώπης θα χάριζε στο γερμανικό έθνος τους πόρους που χρειαζόταν για την ευημερία του.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 1939 με την εισβολή της Γερμανίας και αργότερα της ΕΣΣΔ στην Πολωνία. Η Γερμανία εισήγαγε το Blitzkrieg, τον «Αστραπιαίο Πόλεμο», ο οποίος της χάρισε σημαντικές νίκες στο αρχικό στάδιο του πολέμου. Η οικονομία της χώρας υποτάχθηκε πλήρως στις ανάγκες του πολέμου. Η βασική βιομηχανική παραγωγή και η παραγωγή εξοπλισμών αυξήθηκαν από το 30% της βιομηχανικής παραγωγής το 1939 στο 61% το 1944, ενώ οι δαπάνες κατανάλωσης, στην ίδια περίπου περίοδο, είδαν μείωση κατά ποσοστό του ΑΕΠ σχεδόν 20% (Berend, 2021, σ.130).
Στις 22 Ιουνίου 1941, η σύγκρουση κορυφώθηκε με την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα στην Σοβιετική Ένωση. Μέχρι τον χειμώνα του 1941, τα στρατεύματα του τρίτου ράιχ είχαν φτάσει μέχρι τον Καύκασο, καταλαμβάνοντας τεράστιες εκτάσεις της αχανούς σοβιετικής επικράτειας. Η ναζιστική διοίκηση υπολόγιζε σε μια σύντομη εξουδετέρωση του Κόκκινου Στρατού και σε μια κατάρρευση του καθεστώτος, κάτι το οποίο, δεν συνέβη. Οι Σοβιετικοί, παρά τις αρχικές τους ήττες, κατάφεραν να μεταφέρουν τις παραγωγικές μονάδες πίσω από τα Ουράλια Όρη και να κινητοποιήσουν αποτελεσματικά έναν τεράστιο στρατό. Αυτός ο νέος ολοκληρωτικός πόλεμος θα κερδιζόταν με πόρους και ανθρώπινες ζωές. Η πολεμική οικονομία που οι Ναζί είχαν σχεδιάσει για το Τρίτο Ράιχ δεν ήταν έτοιμη για μια μακροχρόνια σύγκρουση.
Το καλοκαίρι του 1941, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης βρισκόταν υπό την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα, με τις κατεχόμενες από τους Γερμανούς ζώνες να αποτελούν σημαντικά τμήματα της γερμανικής οικονομίας, με τη μορφή εκμετάλλευσης (Berend, 2021, σ.135). Οι πόροι που παίρνονταν από τα κατεχόμενα εδάφη ήταν ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του πολέμου. Η κατεχόμενη Ευρώπη χωρίστηκε σε διαφορετικές ζώνες εκμετάλλευσης, με τις κατοχικές δυνάμεις να εφαρμόζουν την απαλλοτρίωση εργοστασίων και επιχειρήσεων, καθώς και την επίταξη αγροτικών προϊόντων και όπλων.
Η ναζιστική πολιτική εκμετάλλευσης δεν στόχευε μόνο στους υλικούς πόρους. Από το 1940, η έλλειψη ενός μεγάλου μέρους του νεαρού ανδρικού πληθυσμού στα μέτωπα κατέστησε προφανή την ανάγκη για ξένο εργατικό δυναμικό. 700.000 Πολωνοί εργάτες εργάζονταν το ίδιο έτος στη Γερμανία (Mazower, 1998, σ.158). Την άνοιξη του επόμενου έτους, το ναζιστικό καθεστώς είχε κινητοποιήσει περίπου 1,2 εκατομμύρια αιχμαλώτους πολέμου και 1,3 εκατομμύρια ξένους πολίτες προκειμένου να εργαστούν ως εργάτες σε εργοστάσια, σε αγροκτήματα αλλά και σε γερμανικά νοικοκυριά (Tooze, 2006, σ.517). Η τακτική για καταναγκαστική στράτευση συνάντησε αντίσταση από τους κατεκτημένους πληθυσμούς, ενώ και ορισμένα μέλη της ναζιστικής ηγεσίας εξέφρασαν την αντίθεσή τους. Ωστόσο τα επόμενα έτη του πολέμου, με την ανάγκη για εργατικά χέρια να αυξάνεται όλο και περισσότερο λόγω της έκβασης του πολέμου για τη Γερμανία, ο αριθμός των ξένων εργατών αυξήθηκε. Το φθινόπωρο του 1944, στη Γερμανία εργάζονταν 8 εκατομμύρια ξένοι, αριθμός που αντιστοιχούσε στο 20% του εργατικού δυναμικού της χώρας (Tooze, 2006, σ.517).
Ο πόλεμος στην Ευρώπη έληξε στις 8 Μαΐου 1945 με τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας και την ολοκληρωτική κατάρρευση του ναζιστικού καθεστώτος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου υπολογίζεται ότι περίπου οκτώ εκατομμύρια Γερμανοί έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων τρία εκατομμύρια άμαχοι, ενώ οι υλικές καταστροφές για τη χώρα είναι ανυπολόγιστες.
Πηγές
Βιβλία:
Berend T. Ivan. (2016). Οικονομική ιστορία του ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, τα οικονομικά συστήματα από το laissez-faire στην παγκοσμιοποίηση. Εκδόσεις Gutenberg
Hobsbawm J. Eric. (1994). Age of extremes–the short twentieth century (1914-1991). Εκδόσεις Θεμέλιο
Kershaw I. (2016). Στην κόλαση των δύο πολέμων Ευρώπη, 1914-1949. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Mazower Mark. (1998). Σκοτεινή ήπειρος, ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Tooze Adam. (2006). The wages of destruction, the making and breaking of the nazi economy. Εκδόσεις PENGUIN
Ειδησεογραφικές πηγές, άρθρα:
Singh N. (2024). The Economics of War: MEFO Bills. Διαθέσιμο σε: https://greydynamics.com/the-economics-of-war-mefo-bills/
Πηγή εικόνας https://www.bbc.co.uk/bitesize/guides/zw6s7p3/revision/3
