Γράφει ο Γιώργος Τσικνάκης
Η άνοδος των φερόμενων ως «αντισυστημικών» κομμάτων αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά φαινόμενα της ευρωπαϊκής πολιτικής κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, και ιδιαίτερα μετά την προσφυγική και οικονομική κρίση της Ευρώπης τη δεκαετία του 2010 (Hopkin, 2020). Η ενίσχυση αυτών των κομμάτων δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως μια περιοδική εκλογική μετατόπιση, αλλά αντανακλά βαθύτερες μεταβολές στη σχέση μεταξύ πολιτικών συστημάτων, κομμάτων και κοινωνίας. Τα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα βιώνουν μια σταδιακή αποσύνδεση από τις κοινωνικές τους βάσεις, γεγονός που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για πολιτικούς σχηματισμούς που αμφισβητούν το υπάρχον καθεστώς πολιτικής εκπροσώπησης και φέρουν νέα αφηγήματα «μεταπολιτικής» (Peter Mair, 2013, σσ. 57-62). Η κατανόηση πολυσχιδών φαινομένων δεν μπορεί, ωστόσο, να παραμείνει στην εμπειρική διαπίστωση τους, αλλά απαιτείται πρωτίστως η διεξοδική ερμηνεία των ορισμών και των αιτιών τους.
Αναφορικά με τον εννοιολογικό τους προσδιορισμό, έχουν κατατεθεί στην παγκόσμια βιβλιογραφία πολλαπλά εγχειρήματα θεωρητικής πλαισίωσης των αντισυστημικών κομμάτων. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο εγχείρημα εντοπίζεται στον Giovanni Sartori, ο οποίος ορίζει ως αντισυστημικό κόμμα αυτό που υπονομεύει τη νομιμότητα του καθεστώτος στο οποίο αντιτίθεται (Sartori, 1976, σ. 132). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αντισυστημικά είναι εκείνα τα κόμματα που παίρνουν θέσεις μακριά από το «κέντρο», το οποίο ορίζεται με πολιτικό-συνταγματικούς όρους και όχι ιδεολογικούς (Sartori, 1976, σ. 154).
Πιο πρόσφατα, ο Capoccia (2002) εισάγει μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές «αντισυστημικότητας». Έτσι, όταν η ανάλυση αφορά στα κομματικά συστήματα, το βασικό κριτήριο είναι η «σχεσιακή αντισυστημικότητα», δηλαδή η ιδιότητα ενός κόμματος να προκαλεί πόλωση και να ενεργοποιεί φυγόκεντρους μηχανισμούς στο πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, όταν το ενδιαφέρον στρέφεται στη συγκριτική μελέτη των δημοκρατιών, το καθοριστικό χαρακτηριστικό είναι η «ιδεολογική αντισυστημικότητα», η οποία ορίζεται ως η αντίθεση ενός κόμματος προς τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του δημοκρατικού συστήματος. (Capoccia 2002, σ. 10)
Σε μία ακόμη πιο σύγχρονη και αναθεωρητική προσέγγιση, ο Zulianello (2018, σ. 657) υποστηρίζει πως ένα κόμμα δύναται να χαρακτηριστεί ως αντισυστημικό, όταν διέπεται από δύο συγκεκριμένες ιδιότητες ταυτόχρονα: Πρώτον, ο ιδεολογικός του προσανατολισμός απέναντι στη «καθεστηκυία τάξη» (status quo) δεν εκφράζεται απλώς ως μια συνήθης αντιπολίτευση προς συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές. Αντίθετα, επεκτείνεται σε μια βαθύτερη αμφισβήτηση των καθιερωμένων «μεταπολιτικών», ήτοι των βασικών κανόνων, παραδοχών και πλαισίων μέσα στα οποία λειτουργεί συνολικά το πολιτικό σύστημα. Και δεύτερον, παράλληλα, το κόμμα αυτό δεν συμμετέχει (ή συμμετέχει αμυδρά) σε ορατές μορφές συνεργασίας σε συστημικό επίπεδο. Κάτι που μπορεί, όπως λέει ο συγγραφέας, να οφείλεται είτε στη δική του επιλογή ως κόμμα, είτε στη στάση των υπόλοιπων κομμάτων που το αντιμετωπίζουν ως μη συνεργάσιμο. Ακόμα όμως, και σε περιπτώσεις όπου έχει προηγηθεί κάποια μορφή συνεργασίας, το ίδιο το κόμμα ενδέχεται να επιλέγει συνειδητά την απομάκρυνση από το κέντρο του κομματικού συστήματος και την επιστροφή σε μια πιο περιθωριακή θέση.
Ωστόσο, στον καθημερινό διάλογο, είθισται να συγχέεται η έννοια του «αντισυστημικού» με του «λαϊκιστικού» κόμματος. Σύμφωνα με τον Cas Mudde (2004, σ. 543-547) λαϊκιστικό είναι ένα κόμμα που χαρακτηρίζεται από μια «άβαθη ιδεολογία» (thin-centred ideology), η οποία διαχωρίζει την κοινωνία σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα που τα συμφέροντα τους δεν δύνανται ποτέ να συγκλίνουν, τον «αγνό λαό» και την «διεφθαρμένη ελίτ», ενώ η ιδεολογία αυτή στηρίζει ότι ιδανικά η πολιτική οφείλει να εκφράζει τη γενική βούληση του λαού.
Συνεπώς, αναφορικά με τη διαφορά των δύο ορισμών, τα αντισυστημικά κόμματα επιδιώκουν την κατάργηση ή τη ριζική μεταμόρφωση της υφιστάμενης πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής τάξης, αμφισβητώντας πολλές φορές την ίδια τη νομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών (Capoccia, 2002; Zulianello, 2018). Αντίθετα, τα λαϊκιστικά κόμματα εστιάζουν σε αφηγήματα «λαός εναντίον ελίτ», επιδιώκοντας την αντικατάσταση του πολιτικού κατεστημένου, ενώ συνήθως δρουν εντός του δημοκρατικού πλαισίου, μέσω του οποίου επιδιώκουν την εξουσία (Mudde & Kaltwasser, 2017). Εντούτοις, είθισται κάποια κόμματα είτε να συνδυάζουν χαρακτηριστικά και από τους δύο εννοιολογικούς χώρους αλλά να χαρακτηρίζονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα με έναν από τους δύο ορισμούς, είτε να μεταμορφώνονται διαχρονικά από το ένα είδος στο άλλο, εκκινώντας ως αντισυστημικά και αργότερα μεταποιώντας τον πυρήνα τους σε μια πιο συστημική και λαϊκιστική μορφή (Chryssogelos, 2013; Zulianello, 2020; Mudde & Kaltwasser, 2017). Γεγονότα που, όπως είναι εύλογο, καθιστούν την απόλυτα αυστηρή τυπολογία στο εν λόγω θέμα ανέφικτη.
Παραταύτα, εν σχέσει με την εμπειρική καταμέτρηση της επιρροής των αντισυστημικών κομμάτων τα πράγματα είναι πιο απλά. Τα πρώτα αντισυστημικά κόμματα που ανέβηκαν στο «άρμα» του αντι-καθεστωτικού κοινωνικού αισθήματος τη δεκαετία του 2010 και εκμεταλλευτήκαν εκλογικά την ευκαιρία αυτή ήταν κατεξοχήν τα αριστερά λαϊκιστικά κόμματα. Όπως ευκρινώς αναφέρει ο Σαραβάκος (2025, σ. 2), «Εκείνη την περίοδο […] η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και η άνοδος των Podemos στην Ισπανία, κορύφωσαν την απήχηση των αριστερών αντισυστημικών κομμάτων, ωστόσο, έκτοτε παρατηρείται αποκλιμάκωση». Συνεχίζει δε, με τη διαπίστωση ότι «Αντίθετα, η αύξηση της εκλογικής απήχησης των δεξιών αντιστυστημικών κομμάτων συνεχίστηκε και πλέον έχει κορυφωθεί» Σαραβάκος (2025, σ. 3).
Πράγματι, αυτό διαπιστώνεται εμπειρικά βάσει του Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού του ινστιτούτου Timbro, ένα κατ’ ουσία αξιόπιστο ποσοτικό εργαλείο που μετρά και συγκρίνει την πολιτική επιρροή και υποστήριξη κομμάτων που συνδυάζουν λαϊκιστικές θέσεις με αυταρχικά και αντισυστημικά χαρακτηριστικά σε ευρωπαϊκές χώρες. Βάσει του δείκτη, μετά το 2015 και με ορίζοντα το 2025, τα αριστερά αντισυστημικά κόμματα είδαν μία αποκλιμάκωση στην απήχηση τους, όπου από 9% της μέσης συνολικής πολιτικής ισχύος τους σε όλη την Ευρώπη, έπεσαν στο 6% και συνεχίζουν την καθοδική πορεία. Τουναντίον, τα δεξιά αντισυστημικά κόμματα που το 2015 είχαν μερίδιο περίπου 11% της μέσης συνολικής εκλογικής «πίτας», εκτοξεύθηκαν στο 18% σε λίγες μόλις εκλογικές αναμετρήσεις (Heinö, 2024).
Με όρους βιβλιογραφικής προσοχής και αναφοράς, τα πιο εξέχοντα παραδείγματα αντισυστημικών και λαϊκιστικών κομμάτων στην σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης φέρεται να είναι το Ενναλακτική για την Γερμανία (AfD) της Γερμανίας, το Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) στην Πολωνία, ο Εθνικός Συναγερμός (RN) στην Γαλλία, το Κόμμα Ελευθερίας (FPÖ) της Αυστρίας, το Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) στην Ολλανδία, τα Αδέρφια της Ιταλίας (Fdl) της Ιταλίας, και το Fidesz στην Ουγγαρία. Με κάποια από αυτά να κατέχουν θέσεις εξουσίας, ενώ άλλα να βρίσκονται στη μείζονα ή ελάσσονα αντιπολίτευση. (Heinö, 2024; Hillebrand, 2014; Özdemir, 2025).
Σε ό,τι αφορά τις αιτίες ανόδου των κομμάτων αυτών, μπορούν να εντοπιστούν τέσσερα θεμελιώδη ερείσματα. Πρώτον, όπως έδειξαν η Teney και συνεργάτες (2014), οι διαδικασίες οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής διεθνοποίησης δημιουργούν ένα νέο ρήγμα μεταξύ «νικητών» και «ηττημένων» της παγκοσμιοποίησης. Οι δεύτεροι, λιγότερο μορφωμένοι, πιο επισφαλείς κοινωνικοοικονομικά, συχνά σε αγροτικές ή περιφερειακές περιοχές, τείνουν να αντιλαμβάνονται το άνοιγμα των συνόρων, την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη μετανάστευση ως απειλή και άρα είναι πιο επιρρεπείς σε κόμματα που προτείνουν πολιτικές «οριοθέτησης» (demarcation), αμφισβητώντας τόσο την οικονομική όσο και την πολιτισμική διάσταση της παγκοσμιοποίησης (Teney et al., 2014). Επιπρόσθετα, εμπειρικές έρευνες κάνουν λόγο για σημαντική εκμετάλλευση του μεταναστευτικού από τα δεξιά αντισυστημικά κόμματα μέσω της ρητορικής μεθόδου της «ασφαλειοποίησης» (securitization) του φαινομένου, για την περαιτέρω εκλογικής τους απήχηση (Eris & Öner, 2021). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει δε, το γεγονός πως σχετικές έρευνες κατέγραψαν μέχρι και αρνητική εμπειρική συσχέτιση (αδύναμη δε) μεταξύ της εισροής μεταναστών και τρομοκρατικών ενεργειών (Jackson & Parkes, 2008)
Δεύτερον, η Μεγάλη Ύφεση και η κρίση χρέους στην Ευρώπη λειτούργησαν ως καταλύτες αστάθειας. Οι Hernández και Kriesi (2016) δείχνουν ότι στην περίοδο 2008-2013 τα κυβερνώντα κόμματα τιμωρήθηκαν εκλογικά σε μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα στις χώρες της ευρωζώνης με βαθιά ύφεση και σκληρά προγράμματα λιτότητας, ενώ ενισχύθηκαν νέοι ή μέχρι τότε περιθωριακοί σχηματισμοί που κατήγγειλαν τις συστημικές ελίτ και τα υπερεθνικά κέντρα αποφάσεων (όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση). Συμπληρωματικά, οι Kriesi και Pappas (2024), διαπιστώνουν πως σε γενικές γραμμές τα αριστερά αντισυστημικά κόμματα επωφελήθηκαν κυρίως σε χώρες «οφειλέτες» εν μέσω της οικονομικής κρίσης, ενώ τα δεξιά σε χώρες «πιστωτές».
Τρίτον, μια σημαντική γραμμή ερμηνείας αφορά την πολιτισμική διάσταση. Στο πλέον επιδραστικό “Cultural Backlash: Trump, Brexit, and Authoritarian Populism”, η Pippa Norris και ο Ronald Inglehart (2019) υποστηρίζουν ότι η άνοδος αυταρχικών λαϊκιστικών και αντισυστημικών κομμάτων δεν είναι μόνο απάντηση στην οικονομική ανασφάλεια, αλλά και αντίδραση απέναντι στην σταδιακή φιλελευθεροποίηση των Δυτικών κοινωνιών. Καθώς νομοθετούνται νέα δικαιώματα για γυναίκες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, μειονότητες και μετανάστες, ένα παραδοσιακό, συχνά μεγαλύτερης ηλικίας και λιγότερο μορφωμένο τμήμα του εκλογικού σώματος βιώνει αυτές τις εξελίξεις ως απειλή στην εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα. Επί της ουσίας, δημιουργείται μια κοινωνική σύγκρουση μεταξύ των υπερασπιστών των υλιστικών ή αυταρχικών αξιών, αφενός, και των υποστηρικτών των πιο φιλελεύθερων (liberal) ή «ελευθεριακών» (libertarian) απόψεων, αφετέρου. Έτσι, η «πολιτισμική αντίδραση» αυτής της πρώτης ομάδας έναντι της ταχύτατης φιλελευθεροποίησης των κοινωνιών τροφοδοτεί κόμματα που ζητούν αποκατάσταση της τάξης, αναβίωση των παραδοσιακών αξιών και περιορισμό της πολυπολιτισμικότητας. (Norris & Inglehart, 2019).
Τέλος, ο Zulianello (2019) προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση που συχνά υποτιμάται στον δημόσιο και ακαδημαϊκό διάλογο: την ίδια την προσφορά των αντισυστημικών κομμάτων. Αναλύοντας 47 εκλογές σε 18 χώρες (2009-2018), δείχνει ότι η παρουσία οργανωτικά συγκροτημένων και επικοινωνιακά πειστικών κομμάτων εκτός Βουλής (“credible anti‑system formations”), είναι επαρκής συνθήκη για την κοινοβουλευτική είσοδο, ενώ η απουσία τέτοιας προσφοράς είναι εξίσου επαρκής συνθήκη για την απουσία νέων αντισυστημικών κομμάτων. Με απλά λόγια, οι δομικές κρίσεις και οι κοινωνικές δυσαρέσκειες δεν μετεξελίσσονται τελεολογικά σε αντισυστημική άνοδο, αλλά χρειάζεται και ένας επιτυχής κομματικός φορέας που να τις συγκροτήσει και να τις εκφράσει πολιτικά.
Συμπερασματικά, στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου οι τεκτονικές αλλαγές στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα κινούνται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, η ενδελεχής προσοχή στις λεπτομέρειες κρίνεται επιτακτική για την κατανόηση των νεότευκτων φαινομένων. Η άνοδος των αντισυστημικών κομμάτων, δεξιών και αριστερών, είναι πλέον μέρος την πολιτικής κανονικότητας στην Γηραιά Ήπειρο με αδιαμφισβήτητα κοινωνικά ερείσματα και προοπτικές περαιτέρω επέκτασης. Το παρόν κείμενο συμβάλλει με τον τρόπο του στη συλλήβδην κατανόηση του φαινόμενου εκκινώντας από το πρωτόλειο επίπεδο, τον θεωρητικό ορισμό των αντισυστιμικών κομμάτων και την ανάδειξη των αιτίων της ανόδου τους.
Βιβλιογραφία
Ελληνική βιβλιογραφία
Σαραβάκος, Κ. (2025). Πώς κυβερνούν τα αντισυστημικά κόμματα; Τα αποτελέσματα της πολιτικής των αντισυστημικών κυβερνήσεων (Policy Brief No. 3). Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ)
Διεθνής βιβλιογραφία
Hillebrand, E. (2014). Right Wing Populism in Europe–How do we Respond. Friedrich-Ebert Stiftung
Hopkin, J. (2020). Anti-system politics: The crisis of market liberalism in rich democracies. Oxford University Press.
Kriesi, H., & Pappas, T. S. (Eds.). (2024). European populism in the shadow of the great recession. ECPR Press.
Mair, P. (2023). Ruling the void: The hollowing of Western democracy. Verso books.
Mudde, C., & Kaltwasser, C. R. (2017). Populism: A very short introduction. Oxford University Press.
Norris, P., & Inglehart, R. (2019). Cultural backlash: Trump, Brexit, and authoritarian populism. Cambridge University Press
Sartori, Giovanni (1976) Parties and PartySystems. Cambridge: Cambridge University Press.
Arzheimer, K. (2025). Identification with an anti-system party undermines diffuse political support: The case of Alternative for Germany and trust in the Federal Constitutional Court. Party Politics, 31(3), 397-409. https://doi.org/10.1177/13540688241237493
Bremer, B., Hutter, S., & Kriesi, H. (2020). Dynamics of protest and electoral politics in the Great Recession. European journal of political research, 59(4), 842-866. https://doi.org/10.1111/1475-6765.12375
Capoccia, G. (2002). Anti-system parties: A conceptual reassessment. Journal of Theoretical Politics, 14(1), 9-35. https://doi.org/10.1177/095169280201400103
Chryssogelos, A.-S. (2013). The Evolution of the ‘populist Potential’ in European Politics: From New Right Radicalism to Anti-system Populism. European View, 12(1), 75-83. https://doi.org/10.1007/s12290-013-0249-3
Eriş, Ö. Ü., & Öner, S. (2021). Securitization of migration and the rising influence of populist radical right parties in European politics. Ankara Avrupa Çalışmaları Dergisi, 20(1), 161-193. https://doi.org/10.32450/aacd.995924
Heinö, A., J. (2024). Authoritarian Populism Index 2024. Timbro.
Hernández, E., & Kriesi, H. (2016). The electoral consequences of the financial and economic crisis in Europe. European journal of political research, 55(2), 203-224. https://doi.org/10.1111/1475-6765.12122
Jackson, P. I., & Parkes, R. (2008). The Securitization of Immigration Policy, Shifts in National Immigrant Integration Models and the Incarceration of Immigrants in Germany, France and Britain 1970-2003. Humboldt Journal of Social Relations, 31(1/2), 39-82. http://www.jstor.org/stable/23262807
Mudde, C. (2004). The Populist Zeitgeist. Government and Opposition, 39(4), 541-563. doi:10.1111/j.1477-7053.2004.00135.x
Özdemir, G. (2025). Anti-Immigration, populism and security discourses: The rising Far-right in Europe. International Immigration and Security Policies, 63, 83-96.
Zulianello, M. (2018). Anti-System Parties Revisited: Concept Formation and Guidelines for Empirical Research. Government and Opposition, 53(4), 653-681. doi:10.1017/gov.2017.12
Zulianello, M. (2019). Anti-System Parties: From Parliamentary Breakthrough to Government (1st ed.). Routledge. https://doi.org/10.4324/9780429422515
Zulianello, M. (2020). Varieties of Populist Parties and Party Systems in Europe: From State-of-the-Art to the Application of a Novel Classification Scheme to 66 Parties in 33 Countries. Government and Opposition, 55(2), 327-347. doi:10.1017/gov.2019.21
