Loading...
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η τουρκική απόπειρα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας επί της Κρήτης και γιατί είναι αβάσιμη με βάση το Διεθνές Δίκαιο

Γράφει ο Δρ. Γιώργος Λιμαντζάκης

Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται συχνά στον τουρκικό Τύπο -κυρίως στις εφημερίδες Aydınlık, Sözcü και Yeni Şafak– δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ότι η Κρήτη δεν έχει παραχωρηθεί ολόκληρη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ελλάδα, αλλά μόνο εν μέρει. Κατά συνέπεια η Τουρκία «μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει τα 3/4 της Κρήτης», σύμφωνα με μια αρκετά διαστρεβλωμένη -αν όχι αρρωστημένη- αντίληψη του Δικαίου. Η πατρότητα αυτής της ιδέας ανήκει στον Ümit Yalım, πρώην γενικό γραμματέα του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, χωρίς να είναι γνωστό αν του ζητήθηκε να την προβάλλει ή αν είναι πραγματικά δική του. Σε κάθε περίπτωση, η αμφισβήτηση που επιχειρείται είναι νομικά αβάσιμη και εξόφθαλμα προκλητική, πολύ δε περισσότερο όταν συνδέεται με την απόπειρα της Τουρκίας να διεκδικήσει ως «γαλάζια πατρίδα» (Mavi Vatan) ένα μεγάλο μέρος του θαλάσσιου χώρου της ανατολικής Μεσογείου ως υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της, παραβλέποντας ή σκόπιμα παρερμηνεύοντας όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αποδείξει το αυτονόητο, δηλαδή να εξηγήσει στους Τούρκους ημιμαθείς που υποστηρίζουν αυτά τα πράγματα και στους Έλληνες που τα αναπαράγουν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί στερούνται νομικής βάσης, κατά συνέπεια δεν μπορούν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, παρά μόνο στο πλαίσιο της σάτιρας για την -ευρύτατη δυστυχώς- έκταση της τουρκικής αμφισβήτησης σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Οι διεθνείς συνθήκες με βάση τις οποίες η Κρήτη ενσωματώθηκε στην Ελλάδα

Προτού εξετάσουμε τα επιχειρήματα του κ. Yalım, οφείλουμε να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στις διεθνείς συνθήκες με τις οποίες η Κρήτη μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα. Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913, η Κρήτη ήταν τυπικά μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από το 1898 δεν υπήρχαν οθωμανικές αρχές ή οθωμανικός στρατός στο νησί, αλλά αυτό εξακολουθούσε τυπικά (de jure) να αποτελεί μέρος της οθωμανικής επικράτειας. Το καθεστώς αυτό άλλαξε επίσημα με τη Συνθήκη του Λονδίνου (17 / 30 Μαΐου 1913), η οποία σηματοδότησε το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και θεωρήθηκε προκαταρκτική των επιμέρους συμφωνιών που θα υπέγραφε κάθε εμπόλεμο βαλκανικό κράτος με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Λόγω του χαρακτήρα της, η Συνθήκη δεν περιείχε μια σαφή διανομή των οθωμανικών εδαφών, αλλά μια γενική αναφορά στα εδάφη που θα έχανε ο Οθωμανός σουλτάνος Μεχμέτ E΄ Ρεσάντ (Mehmed V Reşad) και θα προσαρτούσαν τα βαλκανικά κράτη. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 2 προέβλεπε ότι «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εκχωρεί προς τας Αυτών Μεγαλειότητας τους Συμμάχους Ηγεμόνας πάσας τας επί της Ευρωπαϊκής Ηπείρου εδαφικάς εκτάσεις της Αυτοκρατορίας Αυτού προς δυσμάς γραμμής αρχομένης από της επί του Αιγαίου Πελάγους Αίνου [σήμερα Enez] μέχρι της επί του Ευξείνου Πόντου Μήδειας [σήμερα Kıyıköy], εξαιρουμένης της Αλβανίας».[1]

Με δεδομένο ότι η Κρήτη ήταν οθωμανική κτήση δυτικά της ανωτέρω γραμμής, θεωρητικά δε χρειαζόταν να περιληφθεί ονομαστικά στη Συνθήκη. Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψη πόσες επιπλοκές και κρίσεις είχαν προκύψει με αφορμή την Κρήτη κατά τα τελευταία χρόνια, οι Δυνάμεις και η Ελλάδα θεώρησαν δόκιμο να αναφερθεί ονομαστικά, ώστε να εκλείψει κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση σχετικά με το καθεστώς της. Στο πλαίσιο αυτό, το Άρθρο 4 της ίδιας Συνθήκης όριζε ότι «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών δηλοί ότι εκχωρεί την Νήσον Κρήτην εις τους Συμμάχους Ηγεμόνας και ότι παραιτείται υπέρ Αυτών πάντων των ων εκέκτητο επί της Νήσου ταύτης κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων».[2] Η πρόνοια αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς σηματοδότησε κατά τρόπο απόλυτα σαφή το επίσημο τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας επί της Κρήτης, μετά από δυόμισι περίπου αιώνες (1669-1913). Από την άλλη, ο τρόπος που αναφερόταν η παραίτηση του Οθωμανού σουλτάνου από την Κρήτη περιέπλεξε το νομικό καθεστώς του νησιού, καθώς οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι της Ελλάδας έπρεπε να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που απέκτησαν με τη Συνθήκη του Λονδίνου, ώστε η Κρήτη να μεταβιβαστεί ασφαλώς και καθ’ ολοκληρία στην Ελλάδα.

            Η κυβέρνηση της Σερβίας προχώρησε αρχικά έμμεσα σε αυτή την κίνηση, υπογράφοντας μόλις δύο μέρες αργότερα (19 Μαΐου / 1 Ιουνίου 1913) την ελληνοσερβική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας, η οποία αναγνώριζε το υφιστάμενο εδαφικό καθεστώς όπως αυτό είχε διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα της πραγματικής κατοχής των πρώην οθωμανικών εδαφών από τα βαλκανικά κράτη (αρχή μετέπειτα γνωστή ως uti possidetis). Η Βουλγαρία, ωστόσο, δεν ήταν εξίσου πρόθυμη να συνεργαστεί, καθώς διαφωνούσε με την Ελλάδα και τη Σερβία ως προς τη διανομή των οθωμανικών εδαφών στη Μακεδονία. Οι σχέσεις μεταξύ των πρώην συμμάχων συνέχισαν να οξύνονται κατά τις επόμενες εβδομάδες, οδηγώντας τελικά στον σύντομο αλλά εξαιρετικά αιματηρό Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (26 Ιουνίου – 10 Αυγούστου 1913). Λίγο πριν το τέλος του πολέμου αυτού, η Σερβία παραιτήθηκε επίσημα από κάθε δικαίωμα επί της Κρήτης με συμπληρωματικό πρωτόκολλο που υπέγραψαν οι πρωθυπουργοί Νίκολα Πάσιτς (Nikola Pašić) και Ελευθέριος Βενιζέλος (21 Ιουλίου / 3 Αυγούστου 1913), το Άρθρο 5 του οποίου ανέφερε ότι «Διά της αποδοχής της μεθοριακής γραμμής της περιγραφείσης εις Άρθρον 1 η Σερβία αφίσταται πάσης διεκδικήσεως επί της νήσου Κρήτης».[3]

Ως αποτέλεσμα της ήττας της στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, μια εβδομάδα αργότερα ακολούθησε και η Βουλγαρία, η οποία αναγνώρισε το νέο εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1913).[4] Αν και τα συμβαλλόμενα μέρη ενδιαφέρονταν περισσότερο να ορίσουν τα νέα σύνορα της Βουλγαρίας, το Άρθρο 5 της Συνθήκης ανέφερε πως «Συνομολογείται ρητώς ότι η Βουλγαρία παραιτείται στο εξής πάσης επί της Κρήτης αξιώσεως».[5] Με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου οι συμβαλλόμενοι θεώρησαν ότι είχαν διευθετήσει οριστικά το ζήτημα, καθώς δεν υπήρχε βαλκανικό κράτος ή άλλος ενδιαφερόμενος που ν’ αμφισβητεί το εδαφικό καθεστώς που είχε προκύψει. Στο πλαίσιο αυτό, οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι δεν έκριναν σκόπιμο το να παραιτηθεί και το Μαυροβούνιο από τυχόν αξιώσεις επί της Κρήτης. Ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο αυτό αποφεύχθηκε ήταν ότι το Μαυροβούνιο δεν ήταν επίσημα σύμμαχος της Ελλάδας, καθώς συνδεόταν έμμεσα με αυτήν μέσω των συμμαχικών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει προς τη Βουλγαρία και τη Σερβία (στις 26 Αυγούστου και 2 Οκτωβρίου 1912 αντίστοιχα), οι οποίες ήταν παρεμφερείς με αυτές που είχε αναλάβει η Ελλάδα (στις 29 Μαΐου 1912 και 1 Ιουνίου 1913 αντίστοιχα). Ένας τρίτος λόγος ήταν η διαδεδομένη πεποίθηση ότι το Μαυροβούνιο θα ενωνόταν σύντομα με τη Σερβία, κι έτσι θα εξέλειπε κάθε λόγος επίσημης παραίτησής του από την Κρήτη. Την εποχή εκείνη πολλοί πίστευαν ότι η ένωση αυτή ήταν επικείμενη, αλλά άργησε να υλοποιηθεί λόγω της εκδήλωσης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το τέλος του οποίου η Σερβία, το Μαυροβούνιο και το Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων ενώθηκαν το 1918 για να αποτελέσουν το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, γνωστό από το 1929 και εξής ως Γιουγκοσλαβία.

Προς επικύρωση του νέου -εδαφικού και μη- καθεστώτος, το φθινόπωρο του 1913 η Ελλάδα ξεκίνησε διαβουλεύσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σκοπό τη σύναψη μιας διμερούς συνθήκης που θα διευθετούσε τα εκκρεμή ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών. Κατά τη διάρκεια των σχετικών επαφών, η οθωμανική πλευρά ουδέποτε αμφισβήτησε την μεταβίβαση και ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα, αν και εξακολούθησε να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου (κυρίως επί της Λέσβου, της Χίου και της Σάμου). Παρά τη διαφωνία αυτή, οι εκπρόσωποι των δύο χωρών υπέγραψαν την ελληνοτουρκική Σύμβαση των Αθηνών (1 / 14 Νοεμβρίου 1913), η οποία προέβλεπε την άμεση αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών (Άρθρο 1) και την επαναφορά σε ισχύ όλων των συνθηκών που είχαν υπογραφεί μεταξύ τους (Άρθρο 2).[6] Κατά τρόπο συνήθη σε κείμενα που αφορούν εδαφικές μεταβολές, η Σύμβαση όρισε ότι όλοι οι κάτοικοι των «Νέων Χωρών» του Βασιλείου της Ελλάδας -μεταξύ των οποίων και η Κρήτη- αποκτούσαν αυτοδίκαια την ελληνική υπηκοότητα. Διατηρούσαν όμως το δικαίωμα να επιλέξουν μέσα σε διάστημα τριών ετών την οθωμανική υπηκοότητα, περίπτωση κατά την οποία θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια και να εγκατασταθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Άρθρο 4 και συναφές πρωτόκολλο για τους κατοίκους εξωτερικού).[7]

Σε τι λοιπόν συνίσταται η τουρκική αμφισβήτηση;

Παρά το γεγονός ότι η Κρήτη δεν αναφέρεται έκτοτε σε άλλη διεθνή συνθήκη, το 2017 ο κ. Yalım άρχισε να αμφισβητεί τη μεταβίβαση της Κρήτης στην Ελλάδα, 104 χρόνια μετά την πλήρη παραίτηση του Οθωμανού σουλτάνου από αυτήν (τον Μάιο του 1913), αλλά και από την επίσημη ένωσή της με την Ελλάδα (1η Δεκεμβρίου του 1913). Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, κανένα κράτος και καμία κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τη μεταβίβαση και υπαγωγή της Κρήτης στην Ελλάδα, κατάσταση που εξακολουθεί να ισχύει έως σήμερα, καθώς η τουρκική κυβέρνηση δεν έχει αναγνωρίσει ή θέσει -σε οποιοδήποτε επίπεδο- τέτοιο ζήτημα. Παρά ταύτα, ο κ. Yalım υποστηρίζει ότι το καλοκαίρι του 1913 η Σερβία και η Βουλγαρία δεν παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους επί της Κρήτης υπέρ της Ελλάδας, αλλά υπέρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας! Το «επιχείρημά» του ως προς αυτό είναι ότι κατά την παραίτησή τους η Σερβία και η Βουλγαρία δεν ανέφεραν ονομαστικά ότι παραιτούνται «υπέρ της Ελλάδας», άρα κατά τον ίδιο η παραίτησή τους ανάσχεσε τη μεταβίβαση, με αποτέλεσμα τα «μερίδια» που τους αναλογούσαν να «επιστραφούν» στο οθωμανικό κράτος.

            Επιχειρώντας να οπτικοποιήσει τον παραλογισμό του, ο κ. Yalım έφτιαξε έναν χάρτη στον οποίο εικονίζεται η Κρήτη μοιρασμένη σε τέσσερα κάθετα χωρισμένα κομμάτια, τα οποία έχει αυθαίρετα «μοιράσει» στους τέσσερις Βαλκάνιους συμμάχους (αποδίδοντας -κατά προσέγγιση- το Λασίθι στη Σερβία, το Ηράκλειο στο Μαυροβούνιο, το Ρέθυμνο στη Βουλγαρία και τα Χανιά στην Ελλάδα). Χωρίς να κάνει καμία αναφορά στο πως το Μαυροβούνιο παραιτήθηκε υπέρ του οθωμανικού κράτος (μάλλον του ξέφυγε αυτή η λεπτομέρεια), σε επόμενο χάρτη εικονίζει τα μερίδια των τριών Βαλκάνιων συμμάχων της Ελλάδας ως «επιστραφέντα» στο οθωμανικό κράτος -και μάλιστα χωρίς καν να το αναφέρει, αφού καταλήγει κατευθείαν στο συμπέρασμα ότι «στην Ελλάδα ανήκει μόνο το 1/4 της Κρήτης», ενώ «τα 3/4 της Κρήτης και 14 νησιά γύρω από αυτήν ανήκουν στην Τουρκική Δημοκρατία». Σύμφωνα με τη «λογική» του, τα νησιά γύρω από την Κρήτη θα πρέπει να είναι κάποιο είδος bonus!

Εάν ο κ. Yalım είχε επιδείξει σπουδή αντίστοιχη με την εικονογράφηση στο να ψάξει τι προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, θα είχε ανακαλύψει ότι η παραίτηση ενός κράτους από την άσκηση κυριαρχίας επί ορισμένου εδάφους δεν γίνεται υπέρ του «προκατόχου» ή «παρόχου» (εν προκειμένω του Οθωμανού σουλτάνου), αλλά υπέρ των άλλων «διαδόχων» ή «δικαιούχων» που έχουν δικαιώματα επ’ αυτού (εν προκειμένω της Ελλάδας). Κατά συνέπεια, μετά την παραίτηση των Βαλκάνιων συμμάχων της Ελλάδας από τα δικαιώματα που απέκτησαν επί της Κρήτης με τη Συνθήκη του Λονδίνου, το νησί πέρασε ασφαλώς και καθ’ ολοκληρία στην Ελλάδα, η οποία ασκούσε ήδη και ασκεί έκτοτε αδιάλειπτα την κυριαρχία της επ’ αυτού.  

Πέρα από τον γενικό αυτό κανόνα, ένα σημείο που φαίνεται «να διαφεύγει της προσοχής» του κ. Yalım είναι ότι με τη Συνθήκη του Λονδίνου ο Οθωμανός σουλτάνος εκχώρησε την Κρήτη ονομαστικά «εις τους Συμμάχους Ηγεμόνας», υπέρ των οποίων παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά του επ’ αυτής. Πιστή σε όσα συμφώνησε και ερμήνευσε κατά τον ίδιο τρόπο που ερμήνευσαν και τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν διεκδίκησε ξανά την Κρήτη, αλλά ούτε και αμφισβήτησε την μεταβίβαση και υπαγωγή της στην Ελλάδα μέχρι το τέλος της ύπαρξής της. Η στάση της αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο μια συνθήκη μπορούν να ερμηνεύσουν αυθεντικά μόνο οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι.[8]

Ένα άλλο γεγονός που ο κ. Yalım σκόπιμα παραβλέπει ή υποβαθμίζει είναι ότι το κράτος που εκχώρησε την Κρήτη το 1913 ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι η σημερινή Τουρκία που ιδρύθηκε το 1923 και αρέσκεται να προβάλλεται ως διάδοχο κράτος της. Ως προς τα ζητήματα διαδοχής, το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει ότι «ανεξαρτήτως του αν το προγενέστερο κράτος [Οθωμανική Αυτοκρατορία] εξακολουθεί ή όχι να υφίσταται, κάθε Συνθήκη ισχύουσα κατά το χρονικό σημείο της διαδοχής των κρατών έναντι του συνόλου του εδάφους του προγενέστερου κράτους εξακολουθεί να ισχύει έναντι κάθε διάδοχου κράτους», όπως η Τουρκία. (Άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης του 1978) Παρότι τα παραπάνω θα πρέπει να κάνουν σαφές ακόμα και στον πιο δύσπιστο ότι οι θεωρίες του κ. Yalım δεν έχουν βάση στο Διεθνές Δίκαιο, οι ισχυρισμοί αυτού του είδους δεν πρέπει να μένουν αναπάντητοι από τους Έλληνες επιστήμονες, ερευνητές και ακαδημαϊκούς, καθώς οι κλιμακούμενες προκλήσεις και αμφισβητήσεις της Άγκυρας μπορεί να δημιουργήσουν σε βάθος χρόνου «έθιμο» (όπως για παράδειγμα οι παραβάσεις και παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου), το οποίο η τουρκική πλευρά αργότερα επικαλείται για να αμφισβητήσει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα ή να διεκδικήσει δικαιώματα και αρμοδιότητες σε περιοχές που κατά το Διεθνές Δίκαιο δεν έχει.

Πηγές


[1] Η Αλβανία εξαιρέθηκε της παραίτησης αυτής επειδή υπήρχαν διαφωνίες ως προς το αν έπρεπε να παραμείνει υπό οθωμανική κυριαρχία, να γίνει ανεξάρτητο κράτος ή να διαμελιστεί μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η Συνθήκη του Λονδίνου δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 229/14 Νοεμβρίου 1913 χωρίς να έχει κυρωθεί, επειδή η εκδήλωση του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου εμπόδισε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής κυρώσεων μεταξύ των πρώην συμμάχων.

[2] Η. Δημητρακόπουλος, Τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας, 1991, σελ. 132.

[3] Λ. Διβάνη, Η Εδαφική Ολοκλήρωση της Ελλάδας, 2010, σελ. 314.

[4] Συμβαλλόμενα μέρη στη συνθήκη αυτή ήταν αφενός η Βουλγαρία, και αφετέρου η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επίσης επωφεληθεί του B΄ Βαλκανικού Πολέμου για να ανακτήσει την Αδριανούπολη (Edirne), αλλά δεν προσκλήθηκε να μετάσχει στις διαπραγματεύσεις στο Βουκουρέστι. Τη διευθέτηση των διαφορών της με τη Βουλγαρία όρισε η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (29 Σεπτεμβρίου 1913).

[5] Η. Δημητρακόπουλος, Τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας, 1991, σελ. 143 και 145.

[6] Η πρόνοια αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνεπαγόταν την επαναφορά του προνομιακού καθεστώτος των διομολογήσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων που διαβιούσαν ή εμπορεύονταν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τη Συνθήκη της Κάνλιτζα (27 Μαΐου / 8 Ιουνίου 1855) και εξής. Α. Συρίγος, «Μειονοτικές και άλλες διατάξεις στην Ελληνοτουρκική Σύμβαση των Αθηνών (1913)», 100 Χρόνια από τη Διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, 2014, σελ. 398.

[7] Σε κάθε περίπτωση, τα περιουσιακά τους δικαιώματα θα παρέμεναν αναλλοίωτα, καθώς ακόμη και αυτοί που θα επέλεγαν την οθωμανική υπηκοότητα και θα εγκατέλειπαν την Ελλάδα διατηρούσαν το δικαίωμα να νέμονται την ιδιοκτησία τους είτε με εκμίσθωση είτε μέσω διαχειριστών (Άρθρο 6). Γ. Γκλαβίνας, «Πολιτική της Ελληνικής Διοίκησης απέναντι στη Μουσουλμανική Γαιοκτησία των Νέων Χωρών», Πρακτικά ΚΖ’ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου, 2007, σελ. 3.

[8] Στην περίπτωση που είναι ανάγκη να διευκρινιστεί το περιεχόμενο μιας συνθήκης, τα κράτη που τη συνομολόγησαν μπορούν με μεταγενέστερη -ρητή πάντα- πράξη τους να διευκρινίσουν το περιεχόμενό της. Αυτό ωστόσο δεν έχει συμβεί έως σήμερα, κι έτσι τείνουμε να θεωρούμε αυθεντική την ερμηνεία που δίνεται σιωπηρά με βάση τη συμπεριφορά των συμβαλλόμενων κρατών. Ε. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, τεύχος Α΄, γ΄ έκδοση, 2004, σελ. 196.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *