Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Οικονομία

Η αναβίωση του μερκαντιλισμού του 17ου αιώνα μέσω των πολιτικών του Ντόναλντ Τραμπ

Γράφει η Γεωργία Καραμαγκιόλη

Η σχέση οικονομικής πολιτικής και κρατικής ισχύος αποτελεί ένα διαχρονικό ζήτημα της διεθνούς πολιτικής. Ο μερκαντιλισμός του 17ου αιώνα θεμελίωσε την αντίληψη ότι το εμπόριο συνιστά εργαλείο ενίσχυσης της εθνικής ανάπτυξης. Υπό αυτό το πρίσμα, βασική προϋπόθεση καθίσταται η ανάπτυξη ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος θα παρενέβαινε αποφασιστικά στην αγορά δίνοντας έμφαση στις εξαγωγές και στη διατήρηση ενός θετικού εμπορικού ισοζυγίου (εξαγωγές > εισαγωγές).

Παρότι ο μερκαντιλισμός αποτελεί μια παρωχημένη θεωρία, βασικά χαρακτηριστικά της προσέγγισης αποτυπώνονται στην οικονομική πολιτική του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ συνιστούν μια επιστροφή στον μερκαντιλισμό του 17ου αιώνα ή μια σύγχρονη εκδοχή του.

Η κατανόηση της σύγχρονης αυτής τάσης προϋποθέτει μια αναδρομή στις ιστορικές συνθήκες γένεσης της θεωρίας και των βασικών αρχών του μερκαντιλισμού. Τον 17ο αιώνα αναπτύσσεται μια από τις σημαντικότερες οικονομικές θεωρίες της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας, ο μερκαντιλισμός. Η ίδια η ετυμολογία του όρου, από το λατινικό ρήμα, mercari (εμπορεύομαι) υποδηλώνει την βασική αρχή του δόγματος, δηλαδή την πίστη στην αντίληψη ότι το εμπόριο αποτελεί τον πυρήνα της εθνικής ισχύος. Σε μια ιστορική περίοδο άκρατου διακρατικού ανταγωνισμού η επαύξηση ισχύος των κρατών καθίσταται βασικό ζητούμενο (Αλογοσκούφης, 2023). Οι κυρίαρχες δυνάμεις αναζητούν τη λύση του «Ολλανδικού αινίγματος»: Πώς μια τόσο μικρή χώρα όπως η Ολλανδία κατόρθωσε να εξελιχθεί σε κορυφαία ναυτική και εμπορική δύναμη της εποχής. Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνεται από μια ομάδα οικονομολόγων και κυβερνητικών αξιωματούχων μια θεωρία προσανατολισμένη στο εμπόριο και τον κρατικό παρεμβατισμό (Craib, 2012, σ. 25).

Το δόγμα του μερκαντιλισμού βασίστηκε στην ιδέα ότι η βασική προϋπόθεση προκειμένου τα κράτη να προασπίσουν την οικονομία τους ήταν η διατήρηση ενός θετικού εμπορικού ισοζυγίου (Craib, 2012, σ. 26). Οι μερκαντιλιστές πίστευαν πως μέσω των συναλλαγών θα επιτυγχανόταν η σώρευση πολύτιμων μετάλλων (χρυσός και ασήμι) που ήταν ο βασικός δείκτης εθνικού πλούτου και ισχύος. Παρατηρώντας την οικονομική πολιτική της Ολλανδίας, οι μερκαντιλιστές συμπέραναν πως ο λόγος του πλουτισμού της ήταν ότι εξήγαγαν ακριβά βιομηχανοποιημένα προϊόντα και εισήγαγαν μόνο φθηνά προϊόντα χαμηλής αξίας, επιτυγχάνοντας έτσι εμπορικό πλεόνασμα (Acemoglu, Laibson & List, 2023, σ. 8). Την περίοδο του μερκαντιλισμού, η αποικιοκρατία είχε βαρύνουσα σημασία. Οι αποικίες παρείχαν στη μητρόπολη τις απαραίτητες πρώτες ύλες σε πολύ χαμηλές τιμές, ενώ ταυτόχρονα εκείνη δημιουργούσε τεχνηέντως πελάτες και για τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα της (Αλογοσκούφης, 2023). Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η θεμελιώδης αρχή του μερκαντιλισμού, δηλαδή η επιδίωξη αύξησης των εξαγωγών και περιορισμού των εισαγωγών ώστε να διασφαλίζεται θετικό εμπορικό ισοζύγιο και συσσώρευση πολύτιμων μετάλλων.

Για την υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, οι μερκαντιλιστές πίστευαν στην ανάγκη ύπαρξης ενός ισχυρού και παρεμβατικού κράτους, το οποίο θα ρύθμιζε την οικονομική δραστηριότητα. Το κράτος όφειλε να επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές και να παρέχει επιδοτήσεις στις εξαγωγές προκειμένου να στρέψει τον καταναλωτή στη προτίμηση εγχώριων προϊόντων αλλά ταυτόχρονα να τα καταστήσει ελκυστικά και στις αγορές του εξωτερικού (LaHaye, n.d). Παράλληλα, οι μερκαντιλιστές υποστήριζαν τη χορήγηση μονοπωλιακών προνομίων σε εμπορικές εταιρείες καθώς αυτό συνέβαλε στον έλεγχο του εμπορίου, στην αύξηση των φορολογικών εσόδων και στη γενικότερη στροφή στις εξαγωγές για την διατήρηση του θετικού εμπορικού ισοζυγίου (Corporate Finance Institute, n.d).

Η συγκεκριμένη οικονομική στρατηγική ήταν συνδεδεμένη με την πολιτική εξουσία. Συγκεκριμένα, στηριζόταν στην ύπαρξη ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος ρύθμιζε το εμπόριο, επέβαλε μονοπώλια, προστάτευε και προωθούσε την εγχώρια παραγωγική δομή ενώ παράλληλα ενίσχυε την στρατιωτική και ναυτική ισχύ της χώρας (Acemoglu, Laibson & List, 2023, σ. 43). Συνεπώς, η αποικιοκρατία δεν αποτελεί μια οικονομική πρακτική αλλά μια στρατηγική κρατικής ισχύος στη διεθνή πολιτική (Μπάρκουλας, 2025).

Η στενή αυτή σύνδεση μεταξύ οικονομικής πολιτικής και κρατικής ισχύος στον μερκαντιλισμό καθιστά εφικτή τη διεύρυνση του μοντέλου στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες. Παρόλο που το μερκαντιλιστικό υπόδειγμα διαμορφώθηκε κάτω από διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι βασικές αρχές του επανεμφανίζονται στον σχεδιασμό της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής των χωρών. Οι παγκόσμιες αλυσίδες αναδεικνύουν μια δομικά άνιση κατανομή ισχύος και έναν θεσμικά παγιωμένο ιεραρχικό καταμερισμό της παραγωγής. Στα πλαίσια του μοντέλου αυτού, ως «Περιφέρεια», νοούνται οι οικονομίες που χαρακτηρίζονται από χαμηλό επίπεδο βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Υπό αυτό το πρίσμα, οι χώρες αυτές εξειδικεύονται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας όπως η εξόρυξη μετάλλων και η παρασκευή πρώτων υλών. Αντίθετα, δραστηριότητες που προϋποθέτουν υψηλή χρηματοδότηση, σχεδιασμό και προηγμένη τεχνολογία υλοποιούνται στο «Κέντρο» (Britannica, n.d). Η δομή αυτή παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το αποικιακό πρότυπο καθώς αναπαράγονται σχέσεις αλληλεξάρτησης στις οποίες όπως υποστηρίζουν οι Prebisch R., Frank A., Furtado C. (υποστήριξαν την θεωρία της εξάρτησης) οι χώρες της περιφέρειας θα εξαρτώνται από το Κέντρο και θα μένουν υπανάπτυκτες (Todaro & Smith, 2022, σ. 123).  Οι σύγχρονες αυτές μορφές εξάρτησης δεν θυμίζουν την αποικιοκρατία υπό την πολιτική ή νομική έννοια αλλά καταδεικνύουν την διαχρονικότητα των πολιτικών εξάρτησης και ελέγχου των παραγωγικών πόρων και των αγορών ως μέσου ενίσχυσης τόσο της οικονομικής όσο και της γεωπολιτικής ισχύος.

Πέραν όμως της τιμής των εμπορευμάτων η αξία των εξαγωγών όπως προτείνει ο Άγγλος οικονομολόγος Thomas Mun, ενισχύεται με την εξασφάλιση της μεταφοράς τους με εθνικά μέσα (Britannica, n.d). Η λογική που υποδηλώνεται σε αυτήν την οικονομική πρόταση είναι πως το κράτος δεν θα αποκομίσει μόνο τα έσοδα από την τιμή των εμπορευμάτων του αλλά θα ωφεληθεί από τα εμπορικά κέρδη, τα ναύλα και τις ασφάλειες που σχετίζονται με την μεταφορά τους. Η πρόταση συγκέντρωσε υψηλή απήχηση. Από την μία πλευρά, ενίσχυε τα εθνικά εισοδήματα και περιόριζε την εξάρτηση από τις εξωτερικές αγορές (Britannica, n.d). Παράλληλα, προωθούσε φανερά τη λογική της οικονομικής αυτάρκειας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι εμποροκράτες πίστευαν στην ενίσχυση του δημόσιου τομέα προκειμένου το κράτος να διαχειρίζεται τις στρατηγικές της οικονομικής δραστηριότητας. Βασικός στόχος, ήταν η ευθυγράμμιση με τη μερκαντιλιστική πολιτική με απώτερο στόχο την ισχυροποίηση της εθνικής οικονομίας (Μπάρκουλας, 2025).

Η τελευταία πολιτική στόχευση διαφαίνεται μέσω των πρωτοβουλιών του Γάλλου Υπουργού Οικονομικών, Colbert του Λουδοβίκου του 14ου, ο οποίος έδωσε υλική υπόσταση στο όραμα των μερκαντιλιστών θέτοντας ως ακόμη έναν στόχο, την αύξηση του πληθυσμού. Ο Colbert, μέσω αυτής της πολιτικής στόχευε στην παράλληλη αύξηση του εργατικού δυναμικού αλλά και την διεύρυνση της φορολογικής βάσης (Britannica, n.d). Ακολούθως ο Colbert απαγόρευσε τη μετανάστευση των εξειδικευμένων εργατών καθώς ήθελε να κρατήσει και να επεκτείνει το γνωστικό κεφάλαιο εντός της χώρας, τονώνοντάς περαιτέρω την εγχώρια παραγωγή (Μπάρκουλας, 2025).

Μολονότι οι βασικές στοχεύσεις και οι πρακτικές του μερκαντιλιστικού δόγματος συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατανόηση της ισχύος των κρατών, συχνά κατηγορούνται ως αναχρονιστικές (Rodrik, 2025). Η πίστη στον προστατευτισμό, στον κρατικό παρεμβατισμό και η αντιμετώπιση του διεθνούς εμπορίου ως ανταγωνισμού μηδενικού αθροίσματος -όπου το κέρδος του ενός είναι η απώλεια του άλλου- δεν συνάδουν με τις αξίες που κληροδότησε ο φιλελευθερισμός, ο οποίος θα κυριαρχήσει λίγο αργότερα. Παρ’ όλα αυτά, η επανεμφάνιση παρόμοιων πολιτικών εγείρει τελικά το ερώτημα αν ο μερκαντιλισμός είναι ένα παρωχημένο και παλαιωμένο σχήμα ή μήπως ένα εργαλείο πολιτικής που χρησιμοποιείται σε καιρούς έντονου διεθνούς ανταγωνισμού και κρίσης της παγκοσμιοποίησης (Acemoglu, Laibson & List, 2023, σ. 16-18).

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να εξεταστεί η οικονομική πολιτική που εφαρμόζει ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Κεντρική αρχή της αποτελεί η προσήλωση στο «America First», δηλαδή η προτεραιοποίηση των εθνικών οικονομικών συμφερόντων (America First Policy, n.d). Το διεθνές εμπόριο ως πεδίο ανταγωνισμού και τα εμπορικά ελλείμματα ως μια πληγή και μια ένδειξη οικονομικής αποδυνάμωσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώνεται αφενός μια σαφώς μερκαντιλιστική «διάγνωση» της οικονομικής πραγματικότητας και αφετέρου μια αντίστοιχη «θεραπευτική» προσέγγιση μέσω επιβολής αυστηρών δασμών, περιορισμού εισαγωγών και προτίμηση της εγχώριας παραγωγής – μέτρα που είναι βασικά στοιχεία της μερκαντιλιστικής ατζέντας (Acemoglu, Laibson & List, 2023, σ. 308-325).

Συγκεκριμένα, η οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί να αναλυθεί ως μια αναβιωμένη εκδοχή της μερκαντιλιστικής θεωρίας, προσαρμοσμένης στα δεδομένα της σύγχρονης οικονομίας. Στον πυρήνα της λογικής αυτής βρίσκεται μια αντιμετώπιση του διεθνούς εμπορίου όχι ως πεδίου αμοιβαίου συμφέροντος αλλά ανταγωνισμού, όπου το κέρδος ενός κράτους προϋποθέτει την αντίστοιχη ζημία του άλλου κράτους. Υπό αυτό το πρίσμα, το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο αντιμετωπίζεται ως ένδειξη οικονομικής αποσταθεροποίησης και προϊόν αθέμιτης εκμετάλλευσης από τους εμπορικούς τους εταίρους (America First Policy, n.d). Η ανάγνωση των όρων μέσω αυτής της σκοπιάς, οδηγεί στην αντίληψη ότι η αποκατάσταση της εθνικής ισχύος βρίσκεται στην επέκταση του παρεμβατισμού του κράτους στην αγορά μέσα από προστατευτικά μέτρα (Rodrik, 2025).

Ο κρατικός παρεμβατισμός εκδηλώνεται στην πράξη μέσω της υιοθέτησης προστατευτικών μέτρων από το κράτος. Η λογική αυτή μετουσιώνεται μέσω της επιβολής υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα κυρίως από την Κίνα με στόχο τον περιορισμό των εισαγωγών και την τόνωση της εθνικής παραγωγής. Στην αρχή του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε την αύξηση των δασμών για τον χάλυβα και το αλουμίνιο στα 50% επικαλούμενη την προστασία της εγχώριας παραγωγής (Bown & Kolb, 2018).  Πέραν αυτού, κεντρικό επιχείρημα προς δικαιολόγηση αυτών των πρακτικών αποτελεί η προάσπιση της εθνικής ασφάλειας κάτι που επίσης αποτελεί αρχή του μερκαντιλισμού. Αυτό εξηγείται καθώς για τους μερκαντιλιστές η οικονομία αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό εργαλείο ισχύος και όχι ως μέσο συνεργασίας ισότιμων εταίρων (World Economic Forum, 2025).

Στην ίδια λογική ο Τραμπ ακολουθεί το μοτίβο επαναπατρισμού της παραγωγής (reshoring). Εκτός από τους υπέρογκους δασμούς που πληρώνουν οι εταιρείες που παράγουν στο εξωτερικό, ο Τραμπ ασκεί πολυεπίπεδη πίεση στις πολυεθνικές εταιρείες επιβάλλοντας όρους που τις υποχρεώνουν να υπογράφουν ειδικές συμβάσεις που προτεραιοποιούν την εγχώρια παραγωγή (America First Policy, n.d). Από την άλλη πλευρά, οι εταιρείες που παράγουν και επενδύουν εντός των ΗΠΑ ευνοούνται με φοροελαφρύνσεις, διαμορφώνοντας έτσι ένα αυστηρά παρεμβατικό κράτος που λειτουργεί τιμωρητικά σε όσους δεν επενδύουν σε αυτό (Office of the United States Trade Representative, 2025 σ. 2-4).

Ένα ακόμα στοιχείο για να κατανοηθεί πλήρως η μερκαντιλιστική πρακτική του Αμερικανού προέδρου είναι η σύναψη διμερών συμφωνιών έναντι πολυμερών. Η τακτική αυτή αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ισχυρού κράτους καθώς άτυπα αυτό θέτει τους όρους της συμφωνίας. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η συστηματική υποβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο Τραμπ συνεχώς επιβάλλει μονομερή μέτρα χωρίς συναίνεση και μπλοκάρει γενικά την λειτουργία του οργάνου ως προς την επίλυση των εμπορικών διαφορών (America First Policy, n.d).  Συγκεκριμένα, το 2019 η κυβέρνηση Τραμπ αρνήθηκε τον διορισμό νέων δικαστών στον παγκόσμιο οργανισμό εμπορίου με την πρόφαση της προστασίας της αμερικανικής κυριαρχίας με αποτέλεσμα την διακοπή λειτουργίας του οργανισμού (Council on Foreign Relations, 2020).

Συμπερασματικά, ο μερκαντιλισμός -τόσο στην πρώιμη όσο και στην σύγχρονη εκδοχή του μέσω των πολιτικών του Τραμπ- αντιμετωπίζει το εμπόριο ως ένα στρατηγικό και ανταγωνιστικό πεδίο όπου το κράτος παρεμβαίνει προκειμένου να προστατέψει την εγχώρια παραγωγή και να διατηρήσει ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο εφαρμογής, η επανεμφάνιση αυτών των πολιτικών αναδεικνύει την διαχρονικότητα της οικονομικής πολιτικής με την ισχυρή κρατική παρέμβαση. Επομένως, το ερώτημα που συνάγεται δεν είναι αν «επιστρέφει» ο μερκαντιλισμός αλλά αν οι συνθήκες της παγκόσμιας αβεβαιότητας ωθούν τα κράτη σε πιο ανταγωνιστικές και προστατευτικές στρατηγικές, επαναπροσδιορίζοντας τα όρια της ελεύθερης αγοράς.

 

Βιβλιογραφία:

Βιβλία

Acemoglu, D., Laibson, D., & List, J. A. (2023). Μικροοικονομική. Εκδόσεις Κριτική.

Craib, I. (2012). Κλασική κοινωνική θεωρία. Εκδόσεις Παπαζήση.

Todaro, M. P., & Smith, S. C. (2022). Οικονομική ανάπτυξη (13η έκδ.). Εκδόσεις Τζιόλα.

Πρωτογενείς πηγές

America First Policy Institute. (n.d.). Agenda. America First Policy Institute. Διαθέσιμο σε:
https://agenda.americafirstpolicy.com/

Office of the United States Trade Representative. (2025). President Trump’s 2025 trade policy agenda. USTR. Διαθέσιμο σε:
https://ustr.gov/sites/default/files/files/reports/2025/President%20Trump%27s%202025%20Trade%20Policy%20Agenda.pdf

Διαδικτυακές πηγές

Αλογοσκούφης, Γ. (2023). Ο μερκαντιλισμός. International-Economics.com. Διαθέσιμο σε:
https://international-economics.com/2023/03/07/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/

Μπάρκουλας, Δ. (2025). Οικονομική θεωρία, εμποροκρατία (μερκαντιλισμός) και διεθνής ανταγωνισμός. ΚΕΔΙΣΑ. Διαθέσιμο σε:
https://kedisa.gr/oikonomiki-theoria-emporokratia-merkantilismos-kai-diethnis-antagonismos/

Bown, C., & Kolb, M. (2018). Trump’s Trade War Timeline: An Up-to-Date Guide. Peterson Institute for International Economics. Διαθέσιμο σε:
https://www.piie.com/blogs/trade-and-investment-policy-watch/2018/trumps-trade-war-timeline-date-guide

Britannica. (n.d.). Dependency theory. Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο σε:
https://www.britannica.com/topic/dependency-theory

Britannica. (n.d.). Jean-Baptiste Colbert. Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο σε:
https://www.britannica.com/biography/Jean-Baptiste-Colbert

Britannica. (n.d.). Thomas Mun. Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο σε:
https://www.britannica.com/money/Thomas-Mun

Corporate Finance Institute. (n.d.). Mercantilism. Corporate Finance Institute. Διαθέσιμο σε:
https://corporatefinanceinstitute.com/resources/economics/mercantilism/

Council on Foreign Relations. (2020). A reset of the World Trade Organization’s Appellate Body. Council on Foreign Relations. Διαθέσιμο σε:
https://www.cfr.org/report/reset-world-trade-organizations-appellate-body

LaHaye, L. (n.d.). Mercantilism. The Library of Economics and Liberty. Διαθέσιμο σε:
https://www.econlib.org/library/Enc/Mercantilism.html

Rodrik, D. (2025). Mercantilism isn’t all bad, but Trump’s version is the worst. Project Syndicate. Διαθέσιμο σε:
https://www.project-syndicate.org/commentary/trump-mercantilism-worst-features-with-none-of-the-benefits-by-dani-rodrik-2025-05

World Economic Forum. (2025). Trump tariffs: Visualising US trade restrictions. World Economic Forum. Διαθέσιμο σε:
https://www.weforum.org/stories/2025/02/trump-tariffs-visualising-new-us-trade-restrictions

Πηγή εικόνας

Ναυτεμπορική. (2024). Αμερικανικές εκλογές: Και τυπικά νικητής ο Τραμπ, παίρνει 277 εκλέκτορες χάρη στο Ουισκόνσιν. Ναυτεμπορική. Διαθέσιμο σε:
https://www.naftemporiki.gr/kosmos/1818880/amerikanikes-ekloges-kai-typika-nikitis-o-tramp-pairnei-277-eklektores-chari-sto-oyiskonsin