Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Εσωτερική κυριαρχία και διχαστικός λόγος στην προεδρία Τραμπ: Μια ρεαλιστική προσέγγιση της εσωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών

Γράφει ο Παναγιώτης Μόσχος

Η εσωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ συχνά εξετάζεται μέσα από την οπτική του λαϊκισμού, της πολιτισμικής αντίδρασης και της κρίσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι οι προσεγγίσεις αυτές προσφέρουν σημαντικά ερμηνευτικά εργαλεία, παραμένουν ανολοκλήρωτες εάν δεν ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανάλυσης της έννοιας της ισχύος. Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι ο διχαστικός λόγος και οι πολιτικές στρατηγικές του Ντόναλντ Τραμπ δε συνιστούν απλά ρητορικές επιλογές ή συγκεκριμένη εκλογική τακτική, αλλά συνθέτουν μία μορφή ρεαλιστικής αναδιάταξης της εσωτερικής ισχύος. Η έννοια της εσωτερικής κυριαρχίας, υπό αυτό το πρίσμα, δεν περιορίζεται στο θεσμικό ρόλο του κράτους, αλλά αφορά στην ικανότητα συγκέντρωσης και διατήρησης της πολιτικής επιρροής στο εσωτερικό του.

Στο πλαίσιο αυτό, ο δομικός ρεαλισμός, όπως αναλύθηκε από τον Waltz (1979), εστιάζει στη δομή του διεθνούς συστήματος και στην προσπάθεια των κρατών για επιβίωση (Waltz, 1979: 91-97). Αν και η ανάλυση αφορά πρωτίστως στο διεθνές επίπεδο, η λογική της ισχύος που περιγράφεται μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στο εσωτερικό πεδίο. Σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό περιβάλλον, οι πολιτικοί δρώντες επιδιώκουν την επίτευξη σχετικού πλεονεκτήματος έναντι των αντιπάλων. Η πολιτική, υπό τη ρεαλιστική της σκοπιά, δεν θεωρείται χώρος συναίνεσης αλλά διαρκούς ανταγωνισμού και αγώνα για άσκηση επιρροής. Εάν στο διεθνές σύστημα η αναρχία οδηγεί συχνά στην ανάγκη για αυτοβοήθεια, στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο η εκλογική και θεσμική αβεβαιότητα δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη για συγκέντρωση και διασφάλιση ισχύος (Waltz, 1979: 105).

Η έννοια της κυριαρχίας, όπως την παρουσιάζει ο Krasner (1999), δεν είναι απλώς νομική κατηγορία αλλά πρακτική ικανότητα ελέγχου. Η εσωτερική κυριαρχία συνδέεται με την αποτελεσματική άσκηση εξουσίας εντός της επικράτειας και την ικανότητα λήψης αποφάσεων (Krasner, 1999: 9-25). Ωστόσο, σε συνθήκες θεσμικής αμφισβήτησης, κοινωνικής αναταραχής και ιδεολογικής πόλωσης, η κυριαρχία καθίσταται αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η πολιτική ηγεσία, όταν αντιλαμβάνεται πιθανή απώλεια ελέγχου ή αποδυνάμωση της νομιμοποίησής της, δύναται να υιοθετήσει στρατηγικές ανασυγκρότησης και ισχυροποίησης της εξουσίας της. Στο πλαίσιο αυτό, ο διχαστικός λόγος λειτουργεί ως μέσο επαναχάραξης των γραμμών πολιτικής νομιμοποίησης.

Παράλληλα, η θεωρία του λαϊκισμού, όπως παρουσιάζεται από τον Mudde (2004), περιγράφει την αντίθεση μεταξύ «αγνού λαού» και «διεφθαρμένης ελίτ». Στην περίπτωση Τραμπ, αυτή η διχοτόμηση είναι κεντρικό ιδεολογικό σχήμα του πολιτικού του λόγου. Μετατρέπεται σε πρακτική πολιτικής κινητοποίησης που επιτρέπει την αναδιάταξη του εσωτερικού πεδίου ισχύος. Η στοχοποίηση θεσμών, μέσων ενημέρωσης, μεταναστευτικών ομάδων ή πολιτικών αντιπάλων δε συνιστά μόνο εκλογική ρητορική, αλλά αποτελεί μηχανισμό συσπείρωσης και ταυτόχρονα απονομιμοποίησης εναλλακτικών κέντρων επιρροής. Με ρεαλιστικούς όρους, πρόκειται για στρατηγική εσωτερικής εξισορρόπησης, όπου η ηγεσία επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της νομιμοποίησης προς τη δική της εκλογική βάση (Mudde, 2004: 543) .

Επιπρόσθετα, η πολιτισμική ερμηνεία των Norris και Inglehart (2019) περί «cultural backlash», δηλαδή πολιτισμική αντίδραση, αναδεικνύει την ανταπόκριση μέρους της κοινωνίας απέναντι σε ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές. Ωστόσο, η πολιτισμική δυσαρέσκεια από μόνη της δεν μπορεί να παράγει πολιτική κυριαρχία. Απαιτείται στρατηγική ενσωμάτωσή της σε λόγο ισχύος. Η επίκληση της «σιωπηλής πλειοψηφίας» από τον Τραμπ δεν είναι απλώς συμβολική· συγκροτεί συλλογική ταυτότητα που νομιμοποιεί συγκεντρωτικές πρακτικές. Η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε μέσο ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας. Στην περίπτωση αυτή, η πόλωση δεν συνιστά παθολογία, αλλά εργαλείο επίδειξης και αναπαραγωγής πολιτικής υπεροχής (Norris & Inglehart, 2019: 87-112).

Εξετάζοντας το οικονομικό πεδίο, οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις και οι προστατευτικές εμπορικές πολιτικές μπορούν να ιδωθούν ως μέσα ανακατανομής πολιτικής ισχύος. Οι Hacker και Pierson (2010) επισημαίνουν ότι οι οικονομικές πολιτικές συχνά δημιουργούν μακροχρόνιες ανισότητες επιρροής. Στην περίπτωση Τραμπ, η παραχώρηση ωφελειών προς συγκεκριμένες κοινωνικές και επιχειρηματικές ομάδες συνέβαλε στη συγκρότηση σταθερού πολιτικού συνασπισμού (Hacker & Pierson, 2010: 5-12). Η οικονομική πολιτική, συνεπώς, δε λειτουργεί μόνο ως διαχείριση πόρων και παροχή προνομίων αλλά ως στρατηγική διαμόρφωσης συμμαχιών. Κατά τη ρεαλιστική οπτική, πρόκειται για εσωτερική συγκέντρωση ισχύος, που επιτυγχάνεται μέσω επιλεκτικής ενίσχυσης υποστηρικτικών ομάδων.

Η έμφαση στη ρητορική περί «νόμου και τάξης» και η συστηματική επίκληση απειλών — είτε πρόκειται για μετανάστευση, είτε για εσωτερικές διαμαρτυρίες — εντάσσονται στο πλαίσιο μίας λογικής διαχείρισης ανασφάλειας. Ο Mearsheimer (2001) υποστηρίζει ότι η αίσθηση απειλής ενισχύει την επιδίωξη ισχύος στο διεθνές σύστημα. Αναλογικά, στο εσωτερικό επίπεδο, η κατασκευή ή η ανάδειξη απειλής διευκολύνει τη νομιμοποίηση διευρυμένων εξουσιών. Όταν η πολιτική ηγεσία προβάλλει τον εαυτό της ως τον μοναδικό εγγυητή σταθερότητας και ασφάλειας, τότε είναι αναπόφευκτη  η συγκέντρωση εξουσίας. Η αντιμετώπιση της ανασφάλειας μετατρέπεται εν τέλει σε εργαλείο ενίσχυσης της εσωτερικής κυριαρχίας (Mearsheimer, 2001: 29-31).

Σημαντική είναι επίσης η θεωρία της πολιτικής ταυτότητας του Laclau (2005), η οποία δείχνει πως η συγκρότηση συλλογικών ταυτοτήτων προϋποθέτει την κατασκευή αντιπάλου. Συγκεκριμένα στον λόγο του Τραμπ, η κατασκευή αυτή αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα. Η πόλωση, δηλαδή, λειτουργεί ως μηχανισμός σαφούς οριοθέτησης «εμείς» και «αυτοί», ενισχύοντας την εσωτερική συνοχή της βάσης. Η διαρκής σύγκρουση δεν αποσταθεροποιεί κατ’ ανάγκη την εξουσία, αλλά μπορεί να την παγιώσει, εφόσον διατηρεί ενεργό τον μηχανισμό συσπείρωσης. Η πολιτική αντιπαράθεση καθίσταται, με αυτόν τον τρόπο, δομικό στοιχείο αναπαραγωγής της ηγεμονίας (Laclau, 2005: 83-90).

Υπό αυτό το πρίσμα, η εσωτερική κυριαρχία δεν είναι στατική. Αναδιαμορφώνεται μέσα από περιπτώσεις πολιτικής σύγκρουσης και ανακατανομής νομιμοποίησης. Η προσωποκεντρική ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, σε συνδυασμό με τη συστηματική αμφισβήτηση θεσμικών αντιβάρων, υποδηλώνει μετατόπιση του κέντρου ισχύος. Δεν πρόκειται απαραίτητα για κατάλυση δημοκρατικών δομών, αλλά για μετασχηματισμό των εσωτερικών ισορροπιών. Η πόλωση λειτουργεί ως μέσο περιθωριοποίησης των αντιπάλων και σταθεροποίησης της υποστηρικτικής βάσης (Müller, 2016).

Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση της εκλογικής διαδικασίας και των θεσμικών μηχανισμών ισχυροποιεί την προσωποκεντρική αντίληψη κυριαρχίας. Όταν η νομιμοποίηση μετατοπίζεται από τους θεσμούς στο πρόσωπο του ηγέτη, η έννοια της κυριαρχίας επαναπροσδιορίζεται. Η εκτελεστική εξουσία προβάλλεται ως αυθεντική έκφραση της λαϊκής βούλησης, ενώ οι θεσμικοί περιορισμοί λειτουργούν ως εμπόδια. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά επηρεάζει ουσιαστικά τους συσχετισμούς ισχύος στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος (Schmitt, 1922/2005).

Συνεπώς, η ανάλυση της εσωτερικής πολιτικής του Τραμπ απαιτεί μετατόπιση από την περιγραφή της πόλωσης προς την ερμηνεία της ως στρατηγική ισχύος. Ο διχαστικός λόγος, οι οικονομικές και κοινωνικές επιλογές και πρακτικές καθώς και η επίκληση απειλών συγκροτούν συνεκτική στρατηγική αναδιάταξης εσωτερικής επιρροής. Η πολιτική δεν λειτουργεί ως ουδέτερο πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αλλά ως ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου επιδιώκεται η διατήρηση σχετικού πλεονεκτήματος.

Η ρεαλιστική προσέγγιση επιτρέπει, επομένως, να εξετασθεί η εσωτερική πολιτική του Τραμπ όχι ως ανωμαλία, αλλά ως μορφή εφαρμοσμένου πολιτικού ρεαλισμού. Η ηγεσία αξιοποιεί ταυτότητες, πολιτισμικές εντάσεις και οικονομικές πολιτικές ως μέσα επιβολής ισχύος. Η εσωτερική κυριαρχία ανασυγκροτείται μέσω της ανακατανομής νομιμοποίησης και της ενίσχυσης συγκεκριμένων συμμαχιών. Ο διχασμός δεν αποτελεί απλώς κοινωνική συνέπεια, αλλά λειτουργικό στοιχείο μιας στρατηγικής πολιτικής επιβίωσης.

Η ρεαλιστική ανάγνωση, όμως, της εσωτερικής πολιτικής του Τραμπ δεν αποκλείει την ύπαρξη άλλων ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Η ιδεολογική διάσταση, κυρίως η δαιμονοποίηση της παγκοσμιοποίησης και η συνεχής στοχοποίηση των Δημοκρατικών ως φορέων «ελίτ» πολιτικής και πολιτισμικής αποξένωσης, αποτελεί βασικό στοιχείο κατανόησης του φαινομένου. Παράλληλα, προσωπολογικοί παράγοντες που έχουν σχέση με το ηγετικό ύφος, τη ρητορική επιθετικότητα και τη στρατηγική αυτοπροβολή του ίδιου του Προέδρου επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Οι οπτικές αυτές δεν αναιρούν τη ρεαλιστική προσέγγιση, αλλά την συμπληρώνουν, αποδεικνύοντας ότι η πολιτική ισχύς συγκροτείται μέσα από την αλληλεπίδραση ιδεολογικών, θεσμικών και προσωπικών παραγόντων. Η έμφαση που δίνεται στην ισχύ, δεν υποκαθιστά τις υπόλοιπες αναγνώσεις, αλλά συνθέτει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές αποκτούν συνοχή.

Συμπερασματικά, η ερμηνεία της περιόδου Τραμπ υπό ρεαλιστική σκοπιά αναδεικνύει ότι η εσωτερική πολιτική μελετάται ως πεδίο δομικού ανταγωνισμού για ισχύ. Η συγκέντρωση εκτελεστικής επιρροής, η αναδιάταξη οικονομικών συμμαχιών και η συστηματική πόλωση συνιστούν μηχανισμούς αναπαραγωγής κυριαρχίας. Η κατανόηση αυτής της δυναμικής συμβάλλει στη βαθύτερη ανάλυση και κατανόηση της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής και επιτρέπει πιο ακριβή ερμηνεία των εσωτερικών της μετασχηματισμών.

 

Βιβλιογραφία

Hacker, J. S., & Pierson, P. (2010), Winner-Take-All Politics. Simon & Schuster.

Διαθέσιμο σε : https://www.simonandschuster.com/books/Winner-Take-All-Politics/Jacob-S-Hacker/9781416588701

Krasner, S. D. (1999), Sovereignty: Organized Hypocrisy. Princeton University Press

Διαθέσιμο σε :

file:///C:/Users/Win%2010/Downloads/sovereignty-organized-hypocrisy-core-textbooknbsped-9781400823260_compress.pdf

Laclau, E. (2005), On Populist Reason. Verso Books. Διαθέσιμο σε :

https://voidnetwork.gr/wp-content/uploads/2016/09/On-Populist-Reason-by-Ernesto-Laclau.pdf

Mearsheimer, J. J. (2001), The Tragedy of Great Power Politics. W. W. Norton & Company. Διαθέσιμο σε :

file:///C:/Users/Win%2010/Downloads/the-tragedy-of-great-power-politics-0393020258-2001030915_compress.pdf

Müller, J. (2016), What Is Populism?, Philadelphia: University of Pennsylvania Press. Διαθέσιμο σε :

https://www.researchgate.net/publication/318853847_Jan-Werner_Muller_What_Is_Populism_2016

Mudde, C. (2004), “The Populist Zeitgeist.” Government and Opposition, 39(4), 541–563. Διαθέσιμο σε : https://scispace.com/papers/the-populist-zeitgeist-4s5xd26w7y

Norris, P. & Inglehart, R. (2019), Cultural Backlash. Cambridge University Press. Διαθέσιμο σε : https://www.elibrarynigeria.com.ng/files/books/0.950087001603937252CulturalBacklashTrump%2CBrexit%2CandAuthoritarianPopulismbyPippaNorris%2CRonaldInglehart%28z-lib.org%29.pdf

Schmitt, C. (1922/2005), Political Theology: Four Chapters on the Concept of Sovereignty. Chicago: University of Chicago Press.

Διαθέσιμο σε: https://pdflibrary.wordpress.com/wp-content/uploads/2008/02/schmitt_polittheology.pdf

Waltz, K. N. (1979), Theory of International Politics, Addison-Wesley

Διαθέσιμο σε: https://dl1.cuni.cz/pluginfile.php/486328/mod_resource/content/0/Kenneth%20N.%20Waltz%20Theory%20of%20International%20Politics%20Addison-Wesley%20series%20in%20political%20science%20%20%20%201979.pdf

Πηγή εικόνας

The White House (2019). President Donald J. Trump embraces the American flag at CPAC 2019. Wikimedia Commons.  Διαθέσιμη στο: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:President_Donald_J._Trump_embraces_the_American_flag_at_CPAC_2019.jpg