Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η Γλώσσα ως πολιτικό εργαλείο στο διεθνοκρατικό επίπεδο από τον 17ο αιώνα έως σήμερα: Εθνική ομογενοποίηση υπό το γλωσσικό πρίσμα

Γράφει η Μαρία Σαπουντζή

Η ιδιότητα ενός ατόμου ως πολίτη ενός κράτους το καθιστά μέλος ενός ευρύτατου κοινωνικού συνόλου εντός του οποίου θα μοιράζεται με τα υπόλοιπα μέλη συγκεκριμένα βασικά χαρακτηριστικά. Ανάμεσα σε αυτά τα κοινά στοιχεία συναντώνται συνήθως η εθνικότητα, η κουλτούρα και η γλώσσα, τα οποία είναι αναπόσπαστα μέρη της ταυτότητάς του.

Η αξία της γλώσσας, σε πολλαπλά επίπεδα, την καθιστά πολυεργαλείο ύψιστης σημασίας. Στην κοινωνιολογία, για παράδειγμα, διακρίνεται ως φορέας κουλτούρας μεταλαμπαδεύοντας ορισμένες αξίες και ιδανικά στις επόμενες γενιές. Παράλληλα, στη γλωσσολογία αναπτύχθηκε η θεωρία της γλωσσικής σχετικότητας από τους γλωσσολόγους Edward Sapir και Benjamin Lee Whorf. Σύμφωνα με την υπόψη θεωρία, η μητρική μας γλώσσα έχει την ισχύ να επηρεάσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον γύρω μας. Για παράδειγμα, η ομάδα ιθαγενών Ινουίτ διαθέτει στο λεξιλόγιό της ποικίλα συνώνυμα για την λέξη “χιόνι” (λόγω του ψυχρού περιβάλλοντος στο οποίο κατοικούν) σε αντίθεση με την αγγλική γλώσσα που έχει μόνο μία λέξη (Currie, 1966, σ.15-16). Αυτό συνιστά πως οι Ινουίτ αντιλαμβάνονται εκτενέστερα τα χαρακτηριστικά του χιονιού σε σχέση με τους Άγγλους.

Μια κοινή κουλτούρα και ένας κοινός τρόπος σκέψης αποτελούν βασικά κριτήρια της δημιουργίας του αισθήματος του ανήκειν σε ένα είδος κοινωνικού συνόλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κοινωνικό σύνολο είναι το έθνος και αποτελεί κεντρικό αντικείμενο μελέτης των πολιτικών επιστημών. Άλλωστε, η γλώσσα ενός κράτους είναι ένας θεμελιώδης πυλώνας της πολιτιστικής του κληρονομιάς και ταυτότητας. Συμπερασματικά, βάσει όλων των παραπάνω, η γλώσσα και η πολιτική επιστήμη αποτελούν πεδία με ιδιαίτερα στενή αλληλεξάρτηση.

Η διασύνδεση αυτή οφείλεται στην πολιτική χρήση της γλώσσας, ήδη από ιστορικούς χρόνους, για την επίτευξη ποικίλων ενδοκρατικών και διεθνοκρατικών στόχων. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία του 17ου αιώνα, με την προσπάθεια ομογενοποίησης και μετέπειτα τυποποίησης της γαλλικής γλώσσας. Η κύρια μέθοδος για την επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν η ίδρυση της γαλλικής Ακαδημίας το 1635.

Ο κυριότερος σκοπός της, σύμφωνα με το άρθρο 24 του καταστατικού της Académie française (θεσμικό όργανο στη Γαλλία για θέματα που αφορούν τη γαλλική γλώσσα), ήταν να ορίσει σαφείς κανόνες για τη γαλλική γλώσσα και να την καταστήσει καθαρή, εύγλωττη και ικανή να ασχοληθεί με τις τέχνες και τις επιστήμες. Η βασιλική εξουσία, ειδικότερα, αντιλαμβανόταν μια τυποποιημένη γαλλική γλώσσα ως εργαλείο ενοποίησης της χώρας και την θέσπιση της Ακαδημίας ως το μέσο επίτευξης του στόχου αυτού.

Επιπλέον, η γλώσσα δύναται να αξιοποιηθεί, πέρα από εργαλείο εσωτερικής ενοποίησης, ως μέθοδος πολιτικής κυριαρχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτήν την περίπτωση είναι η Βρετανική αποικιοποίηση στην Ινδία, όπου τα Αγγλικά χρησιμοποιήθηκαν για την πολιτιστική αναδιαμόρφωση της Ινδίας βάσει των αποικιακών προτύπων  (Nikam, 2025, σ. 608). Το Πρακτικό του Μακόλεϋ για την ινδική εκπαίδευση (Macaulay’s Minute on Indian Education), για παράδειγμα, προώθησε την διδασκαλία στα αγγλικά. Στόχος του Μακόλεϋ αποτελούσε η δημιουργία ενός κοινωνικού στρώματος ατόμων που θα είναι «Ινδοί στο αίμα και στο χρώμα, αλλά Άγγλοι στο γούστο, τα ήθη και τη διανόηση» (Nikam, 2025, σ. 610). Ως απότοκο της βρετανικής κυριαρχίας, εν τέλει, σχηματίστηκε ένα ταξικό χάσμα μεταξύ της αγγλομαθούς αφρόκρεμας του ινδικού πληθυσμού και των υπόλοιπων κοινωνικών στρωμάτων. Επιπρόσθετα, μειώθηκε το κύρος των άλλων γλωσσών, όπως της Ταμίλ και της Σανσκριτικής, καθώς επίσης υπονομεύτηκε η ινδική ταυτότητα, διότι οι νεότερες γενιές ξεκίνησαν να συνδέουν την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό με την αγγλική γλώσσα (Nikam, 2025, σ.612). Εν ολίγοις, η γλώσσα συνιστά παράγοντα κοινωνικής συνοχής αλλά και διαχωρισμού.

Η παραπάνω περίπτωση εξετάζει την εκμετάλλευση της γλώσσας ως εργαλείο επιβολής ισχύος. Ωστόσο, ένα κράτος δεν ασκεί επιρροή μονάχα διαμέσου εξαναγκασμού, αλλά και μέσω της ήπιας ισχύος. Στις διεθνείς σχέσεις, η ήπια ισχύς ενός κράτους βασίζεται κυρίως σε τρεις παράγοντες: την κουλτούρα, τις πολιτικές αξίες και την εξωτερική πολιτική (Nye, 2020, σ.96). Με άλλα λόγια, ο όρος «ήπια ισχύς» πρόκειται για τη δύναμη ενός κράτους να διαμορφώσει τη στάση άλλων κρατών μέσω έλξης και πειθούς αντί της επιβολής. Μία περίπτωση της άσκησης ήπιας ισχύος, χρησιμοποιώντας την γλώσσα, δύναται να θεωρηθεί η Ρωσική Ομοσπονδία στον 21ο αιώνα.

Η Ρωσική ισχύς, διαμέσου γλωσσικής πολιτικής, ξεκίνησε από την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης. Αρχικά, υποστηρίχθηκε η ανάπτυξη των διαφόρων εθνοτικών ομάδων, εντός της Ένωσης, και η διατήρηση των γλωσσών τους. Ωστόσο, η πολιτική αυτή, που ονομάστηκε «κορενιζάτσια», εγκαταλείφθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930 (Hogan-Brun & Melnyk, 2012, σ.592-593). Συγκεκριμένα, το 1938 επιβλήθηκαν τα ρωσικά ως υποχρεωτικό μάθημα όλων των σχολείων των μελών της Ένωσης, ενώ παράλληλα, μειώθηκαν τα εθνικά σχολεία που χρησιμοποιούσαν την μητρική γλώσσα των μελών αυτών ως μέσο διδασκαλίας. Λόγω της ανωτέρω αλλαγής, η διγλωσσία αποδείχθηκε ασύμμετρη, με τα ρωσικά να αποκτούν σταδιακά περισσότερη ισχύ και κύρος. Μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η διδασκαλία των εθνικών γλωσσών των σοβιετικών δημοκρατιών έπαψε να είναι υποχρεωτική, φανερώνοντας έτσι τη μείωση της αξίας τους (Hogan-Brun & Melnyk, 2012, σ.593). Με αυτόν τον τρόπο, τα ρωσικά άρχισαν να λειτουργούν ως lingua franca (κοινή γλώσσα) της ΕΣΣΔ και, ευνόητα, η γνώση τους ήταν πλέον απαραίτητη στον οικονομικό και πολιτικό τομέα.

Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 προέκυψε από μια πληθώρα παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του εθνικισμού, αφού τα μέλη της ξεκίνησαν να επιδιώκουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία (Woodruff, 2002, σ.371). Η Λιθουανία και η Ουκρανία, μάλιστα, θέσπισαν νέα Συντάγματα ύστερα από την ανεξαρτητοποίησή τους. Το Σύνταγμα της Ουκρανίας τέθηκε σε ισχύ το 1996 και της Λιθουανίας το 1992, λίγο μετά την κατάρρευση της Ένωσης. Στα υπόψη Συντάγματα, διακρίνεται η ιδιαίτερη σημασία της γλώσσας ως μέρος της κρατικής τους ταυτότητας. Για την ακρίβεια, στο άρθρο 14 του λιθουανικού Συντάγματος σημειώνεται μονάχα η λιθουανική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους και στο άρθρο 10 του ουκρανικού μόνο τα ουκρανικά.

Στον 21ο αιώνα παρατηρήθηκε, για ακόμη μια φορά, αλλαγή στην μέθοδο άσκησης ισχύος της Ρωσίας κάνοντας χρήση της ήπιας ισχύος. Εφόσον η ΕΣΣΔ αποτελεί πλέον παρελθόν, η προώθηση της ρωσικής γλώσσας και κουλτούρας θα μπορούσε με ευκολία να λάβει τον ρόλο ως μέσον άσκησης διεθνούς επιρροής. Η ίδρυση του ιδρύματος Ρούσκι Μιρ (Russkiy Mir) ενδέχεται να εκληφθεί ως μια μορφή άσκησης ήπιας ισχύος (Cohen, 2012, σ.202). Στόχος του ήταν η «προώθηση της ρωσικής γλώσσας, ως εθνικής κληρονομιάς της Ρωσίας και σημαντικού στοιχείου της ρωσικής και παγκόσμιας κουλτούρας, και η υποστήριξη προγραμμάτων διδασκαλίας της ρωσικής γλώσσας στο εξωτερικό». Η διάδοση του ρωσικού πολιτισμού σε συνδυασμό με τη διδασκαλία ρωσικών, συμβάλλει σημαντικά στην καλλιέργεια μιας θετικής εικόνας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο εξωτερικό. Συνεπώς, συνεισφέρει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου κλίματος απέναντι στα ρωσικά συμφέροντα.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η γλώσσα αποτελεί μέσο ενοποίησης ενός κοινωνικού συνόλου, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας του 17ου αιώνα ή, πιο πρόσφατα, στην περίπτωση των Η.Π.Α. με το εκτελεστικό διάταγμα του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Μάρτιο του 2025,  που όρισε τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα. Επιπλέον, αξιοποιείται ως μέθοδος επιβολής ισχύος ή επιρροής (ήπια ισχύς) στο διεθνές επίπεδο. Τέλος, η γλώσσα καθίσταται μηχανισμός από-νομιμοποίησης ενός ανεπιθύμητου καθεστώτος. Στην προκειμένη περίπτωση, εντάσσεται το παράδειγμα της Ινδίας που τέθηκε παραπάνω, στο οποίο αναφέρεται η ενοποίηση του ινδικού πληθυσμού έναντι της βρετανικής κυριαρχίας.

Συμπερασματικά, η γλώσσα δεν είναι απλώς ένας δίαυλος επικοινωνίας, αλλά ένα πολυδιάστατο εργαλείο που αξιοποιείται στην πολιτική σφαίρα επί αιώνες και θα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται όσο παραμένει αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας κάθε πολίτη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΒΙΒΛΙΑ

  1. Woodruff W.(2002), Μια σύγχρονη ιστορία του σύγχρονου κόσμου, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS
  2. Hogan-Brun, G., & Melnyk, S. (2012). Language policy management in the former Soviet sphere. In Cambridge University Press eBooks (pp. 592–616). Διαθέσιμο σε:

https://doi.org/10.1017/cbo9780511979026.035

ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

  1. Hogan-Brun, G., & Melnyk, S. (2012). Language policy management in the former Soviet sphere (pp. 592–616).

Διαθέσιμο σε:

https://www.researchgate.net/publication/327307476_Language_policy_management_in_the_former_Soviet_sphere

  1. Currie, I. D. (1966). THE SAPIR-WHORF HYPOTHESIS: A PROBLEM IN THE SOCIOLOGY OF KNOWLEDGE. Berkeley Journal of Sociology, 11, 14–31.

Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/42889010

  1. Nye, J. S. (2020). Countering the Authoritarian Challenge: Public Diplomacy, Soft Power, and Sharp Power. Horizons: Journal of International Relations and Sustainable Development, 15, 94–109.

Διαθέσιμο σε: https://www.jstor.org/stable/48573639

  1. Cohen, A. (2012). IDEOLOGY AND SOFT POWER IN CONTEMPORARY RUSSIA. In S. J. Blank (Ed.), PERSPECTIVES ON RUSSIAN FOREIGN POLICY (pp. 195–214). Strategic Studies Institute, US Army War College. Διαθέσιμο σε: http://www.jstor.org/stable/resrep12049.6
  1. Nikam M. J. (2025) Colonialism, the English Language, and the Decline of Indian Knowledge Systems. International Journal of Humanities, Social Sciences and Management.

Διαθέσιμο σε: https://ijhssm.org/issue_dcp/Colonialism,%20the%20English%20Language,%20and%20the%20Decline%20of%20Indian%20Knowledge%20Systems.pdf

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ 

  1. Académie Française (no date). Les missions.

Διαθέσιμο σε: https://www.academie-francaise.fr/linstitution/les-missions

  1. Σύνταγμα Λιθουανίας (1992).

Διαθέσιμο σε: https://www.lrs.lt/home/Konstitucija/Constitution.htm

  1. Σύνταγμα Ουκρανίας (1991).

Διαθέσιμο σε: https://zakon.rada.gov.ua/laws/show/en/254%D0%BA/96-%D0%B2%D1%80#Text

  1. Russkiy Mir (no date). Creation.

Διαθέσιμο σε: https://russkiymir.ru/en/fund/index.php

  1. The White House (2025). Designating English as the Official Language of the United States.

Διαθέσιμο σε:  https://www.whitehouse.gov/presidential-actions/2025/03/designating-english-as-the-official-language-of-the-united-states/

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣpackingthewriteway.com

Διαθέσιμο σε:

https://amandasoeleiman.medium.com/language-101-c6204907a75f