Γράφει η Μαρία Σιούτα
Η προάσπιση και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστούν θεμελιώδη πυλώνα στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξη. Παρά την κατοχύρωση τους, μέσω της θέσπισης διεθνών κανόνων και της καθιέρωσης μηχανισμών προστασίας, η παραβίαση και καταπάτηση τους παραμένουν συστηματικές και εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα μελανά σημεία της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας. Η πράξη της εκτόπισης ή της απέλασης συνιστά, στο πλαίσιο αυτό, μία από τις σοβαρότερες παραβιάσεις θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς συνεπάγεται τον εξαναγκαστικό αποχωρισμό ατόμων ή πληθυσμιακών ομάδων από τον τόπο στον οποίο διαμένουν. Παράλληλα, πέραν της ανθρωπιστικής της διάστασης, η πράξη της εκτόπισης ή απέλασης δύναται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να στοιχειοθετήσει έγκλημα, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς ποινικού δικαίου.
Προτού αναλυθεί η έννοια της απέλασης και της εκτόπισης υπό το πρίσμα του διεθνούς ποινικού δικαίου, σκόπιμο είναι να οριοθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο το περιεχόμενο των δύο αυτών εννοιών. Ως απέλαση νοείται γενικά στη νομική επιστήμη, η επίσημη διαδικασία, μέσω της οποίας ένα κυρίαρχο κράτος διατάσσει την αναγκαστική απομάκρυνση ενός ή περισσότερων αλλοδαπών οι οποίοι διαμένουν στην επικράτεια του. Πρόκειται για πράξη μονομερούς άσκησης κυριαρχικής εξουσίας, η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου του εκάστοτε κράτους. (Legal Information Institute, Cornell Law School, 2025). Από την άλλη, η εκτόπιση αποτελεί ευρύτερη έννοια και νοείται ως η αναγκαστική μετακίνηση ατόμων ή ομάδων πληθυσμού, οι οποίοι εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν την κατοικία ή τους συνήθεις τόπους διαμονής τους, ιδίως στο πλαίσιο ενόπλων συρράξεων, καταστάσεων γενικευμένης βίας ή και φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών. Η εκτόπιση δεν αποκλείεται να έχει βίαιο ή εξαναγκαστικό χαρακτήρα, και, κατά κανόνα, αφορά μετακίνηση εντός της επικράτειας ενός κράτους, αν και είναι δυνατό να συνδέεται και με διασυνοριακή μετακίνηση σε ευρύτερο πλαίσιο αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών. (International Organization for Migration (IOM), 2017). Η διάκριση μεταξύ των παραπάνω εννοιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πεδίο του διεθνούς ποινικού δικαίου, και, ειδικότερα, στην εξέταση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο αυτό, συγκεκριμένα, η απέλαση διακρίνεται από την αναγκαστική μεταφορά πληθυσμού με κριτήριο τον διασυνοριακό χαρακτήρα της μετακίνησης: η απέλαση προϋποθέτει τη μετακίνηση προσώπων πέρα από διεθνή σύνορα προς άλλο κράτος, ενώ η αναγκαστική μεταφορά αφορά τη μετακίνησή τους σε άλλη τοποθεσία, εντός όμως της επικράτειας του ίδιου κράτους. Οι δύο πράξεις συνιστούν διακριτές μορφές εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας και δεν αποτελούν ταυτόσημες νομικές έννοιες.
Η προστασία από την αναγκαστική ή αυθαίρετη εκτόπιση και απέλαση αποτελεί καταρχήν αντικείμενο του διεθνούς δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατοχυρώνεται σε σειρά διεθνών συμβάσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, απαγορεύει την αυθαίρετη απέλαση των αλλοδαπών, οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα («lawfully») στην επικράτεια των συμβαλλόμενων στο Σύμφωνο κρατών. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 περιλαμβάνει τους αλλοδαπούς που βρίσκονται νόμιμα στην επικράτεια του κράτους, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, προσφύγων και ανιθαγενών. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η απέλαση αλλοδαπών είναι επιτρεπτή μόνο εάν προβλέπεται σχετικά από τον νόμο ή αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας. (Νάσκου-Περράκη, 2022, σελ.143) Παράλληλα, ειδικότερα στην περίπτωση των προσφύγων, βρίσκει εφαρμογή η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, η οποία αποτελεί μέχρι και σήμερα το θεμελιώδες νομικό κείμενο για την προστασία των προσφύγων και κατοχυρώνει τις δύο θεμελιώδεις αρχές της απαγόρευσης της απέλασης (άρθρο 32) και της μη επαναπροώθησης («non refoulement») (άρθρο 33). (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR),2017). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32, η απέλαση των προσφύγων καταρχήν απαγορεύεται, ενώ κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται για λόγους δημοσίας τάξης ή εθνικής ασφάλειας, τελούμενη κατά τη διακριτική ευχέρεια του κράτους και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία. (Νάσκου-Περράκη, 2022, σελ 84-86).
Παράλληλα, στο άρθρο 33 της Σύμβασης, θεμελιώνεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, η οποία συνιστά μια υποχρέωση για τα κράτη-μέλη να «μην απελαύνουν ή επαναπροωθούν με οποιονδήποτε τρόπο πρόσφυγες σε εδάφη στα οποία απειλείται, η ζωή ή η ελευθερία τους λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων». (Νάσκου-Περράκη, 2022, σελ 88-91). Η αρχή αυτή της μη επαναπροώθησης, κατοχυρώνεται και στο άρθρο 3 της Σύμβασης των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, στο οποίο θεσπίζεται η απαγόρευση της απέλασης ή επαναπροώθησης ενός ατόμου σε άλλη χώρα, όταν υπάρχουν “βάσιμοι λόγοι” (“substantial grounds”) να θεωρείται ότι εκεί κινδυνεύει να υποστεί σε βασανιστήρια. Θεμελιώνεται επίσης και στο άρθρο 16 της Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία Όλων των Προσώπων από Αναγκαστική Εξαφάνιση, όπου η αρχή της μη επαναπροώθησης θεμελιώνεται ειδικά για την προστασία από τον κίνδυνο της αναγκαστικής εξαφάνισης, η οποία περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης, σωρευτικά τα εξής τρία στοιχεία: στέρηση της ελευθερίας, η οποία στέρηση διενεργείται με κρατική εμπλοκή, άμεση ή έμμεση, και συνακόλουθη άρνηση αναγνώρισης της στέρησης της ελευθερίας ή απόκρυψη της τύχης ή του τόπου όπου βρίσκεται το εξαφανισμένο άτομο.
Στις συγκεκριμένες, επομένως, προαναφερθείσες Συμβάσεις, το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες, αλλά οποιοδήποτε άτομο, για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι απειλείται από τους κινδύνους αυτούς. Από το κανονιστικό, επομένως, πλαίσιο των διεθνών αυτών κειμένων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αναγκαστική και αυθαίρετη απέλαση και εκτόπιση, καθώς και η επαναπροώθηση, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δυνάμενες να θεμελιώσουν διεθνή κρατική ευθύνη.
Ωστόσο, πέρα από παράβαση διεθνών εγγυήσεων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη θεμελίωση κρατικής ευθύνης, η εκτόπιση και η απέλαση συνιστούν, όταν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εγκλήματα του διεθνούς ποινικού δικαίου και θεμελιώνουν ατομική ποινική ευθύνη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου ‒γνωστό και ως το Καταστατικό της Νυρεμβέργης‒ εντάσσει την απέλαση τόσο στην κατηγορία των εγκλημάτων πολέμου, όσο και στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Με την πρόβλεψη αυτή, κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά η απέλαση ως αυτοτελώς αξιόποινη πράξη στο διεθνές ποινικό δίκαιο.
Ως έγκλημα πολέμου, υπό τη στενή έννοια του όρου, χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε παραβίαση των συμβατικών ή των εθιμικών κανόνων του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, στις οποίες εντάσσονται και οι σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης και των Προσθέτων Πρωτοκόλλων τους. (Β. Καρατζιάς, Β. Ζαλίδης, Α. Λιούτας, 2022, σελ. 223). Απαραίτητη προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως “έγκλημα πολέμου” και για να εφαρμοστεί το δίκαιο ενόπλων συρράξεων είναι να τελείται στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης, η οποία δύναται να είναι διεθνής (International Armed Conflict – IAC) ή μη διεθνούς χαρακτήρα (Non-International Armed Conflict – NIAC). (Β. Καρατζιάς, Β. Ζαλίδης, Α. Λιούτας, 2022, σελ. 19). Συγκεκριμένα,το άρθρο 49 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης, χαρακτηρίζει ως παράνομη και απαγορεύει τη, μεμονωμένη ή μαζική, αναγκαστική μεταφορά ή απέλαση των αμάχων πολιτών, όταν αυτοί βρίσκονται υπό το καθεστώς στρατιωτικής κατοχής και δεν έχουν την υπηκοότητα της «κατοχικής» Δύναμης. Οι άμαχοι αυτοί, εφόσον πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 4 της Σύμβασης, χαρακτηρίζονται ως «προστατευόμενα πρόσωπα» και εμπίπτουν στο ρυθμιστικό της πεδίο. Αξιοσημείωτο είναι να αναφερθεί ότι η οριζόμενη στο άρθρο απαγόρευση δεν αποκλείει τις προσωρινές εκκενώσεις, οι οποίες επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση και υπό τις προϋποθέσεις της Σύμβασης.
Το άρθρο 147, ωστόσο, της Σύμβασης, είναι αυτό που συγκαταλέγει την παράνομη μεταφορά ή απέλαση των προστατευόμενων από τη Σύμβαση προσώπων στις “σοβαρές παραβιάσεις” της Σύμβασης, θεμελιώνοντας, εφόσον συντρέχουν και οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τον χαρακτηρισμό της πράξης ως εγκλήματος πολέμου. Ταυτόχρονα, το άρθρο 146 καθιερώνει την ειδική υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να αναζητούν τα πρόσωπα που φέρονται να έχουν διαπράξει ή να έχουν διατάξει τη διάπραξη σοβαρών παραβιάσεων, και να τα προσαγάγουν ενώπιον των δικαστηρίων τους ή να τα παραδίδουν για εκδίκαση σε άλλο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο κράτος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η Σύμβαση. (Β. Καρατζιάς, Β. Ζαλίδης, Α. Λιούτας, 2022, σελ. 225). Η υποχρέωση αυτή συνδέεται με την αρχή της καθολικής δικαιοδοσίας, καθώς η άσκηση της ποινικής δίωξης δεν εξαρτάται από την εθνικότητα των φερόμενων ως δραστών ή από την ύπαρξη εδαφικού συνδέσμου με το κράτος που ασκεί τη δικαιοδοσία. (Ιnternational Committee of the Red Cross, 2016).
Παράλληλα, με το Καταστατικό της Ρώμης, το οποίο υιοθετήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1998, ιδρύθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και κατοχυρώθηκε η δικαιοδοσία του να εκδικάζει τα εγκλήματα πολέμου, όπως αυτά ορίζονται από τις Συμβάσεις της Γενεύης, καθώς και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της γενοκτονίας. Το Καταστατικό χαρακτηρίζει την «παράνομη απέλαση ή μεταφορά» ως έγκλημα πολέμου, όταν αυτή διαπράττεται στο πλαίσιο ενόπλων συρράξεων, εφόσον την εντάσσει στις σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης, σύμφωνα και με το άρθρο 8(2)(α) (vii). Επομένως, για να στοιχειοθετήσει η πράξη της αναγκαστικής μεταφοράς ή απέλασης έγκλημα πολέμου, πρέπει να φέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
- i) ο φερόμενος ως δράστης να έχει απελάσει ή μεταφέρει ένα ή περισσότερα πρόσωπα σε άλλο κράτος ή σε άλλη τοποθεσία
- ii) το πρόσωπο ή τα πρόσωπα να έχουν την ιδιότητα των «προστατευόμενων προσώπων» και να εμπίπτουν έτσι στο προστατευτικό πλαίσιο, μίας ή περισσότερων, από τις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949
iii) ο δράστης να έχει γνώση των πραγματικών περιστάσεων που θεμελιώνουν το καθεστώς προστασίας των συγκεκριμένων προσώπων
- iv) η πράξη απέλασης ή αναγκαστικής μεταφοράς πρέπει να έχει λάβει χώρα στο πλαίσιο μίας διεθνούς ένοπλης σύρραξης
- v) ο δράστης πρέπει να έχει γνώση των πραγματικών περιστάσεων που απαρτίζουν την ύπαρξη της ένοπλης σύρραξης. (International Criminal Court, 2013)
Αξιοσημείωτο, είναι, τέλος να αναφερθεί, ότι η συνδρομή των παραπάνω στοιχείων πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, ο οποίος αξιολογείται βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του δικαίου ενόπλων συγκρούσεων, ιδίως του άρθρου 49 της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης όταν πρόκειται για μετακινήσεις από κατεχόμενο έδαφος, καθώς και, όπου συντρέχει περίπτωση, του άρθρου 45 ως προς τη μεταφορά προστατευόμενων προσώπων σε άλλη Δύναμη. (Dörmann, 2003, σελ. 107-110).
Ωστόσο, παρά την τυποποίηση της παράνομης απέλασης ή μεταφοράς ως εγκλήματος πολέμου στο άρθρο 8(2)(a)(vii) του Καταστατικού της Ρώμης, η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης στην περίπτωση των Ροχίνγκια παρουσιάζει ουσιαστικές νομικές δυσχέρειες. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη αφορά τις σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 και, και, σύμφωνα με τα «Στοιχεία των Εγκλημάτων» (Elements of Crimes) του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, προϋποθέτει ότι η πράξη τελέστηκε στο πλαίσιο διεθνούς ένοπλης σύρραξης και συνδεόταν με αυτήν (International Criminal Court, 2013). Δεδομένου ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στη μαζική εκδίωξη των Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ συνδέονται με ένοπλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας, η υπαγωγή της απέλασης στη συγκεκριμένη διάταξη προϋποθέτει την εξέταση του χαρακτήρα της σχετικής σύρραξης, και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη.
Λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές δυσχέρειες ως προς την υπαγωγή της απέλασης των Ροχίνγκια στο έγκλημα πολέμου της παράνομης απέλασης ή μεταφοράς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων υπό το πρίσμα του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 7(1)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης, η απέλαση ή η αναγκαστική μεταφορά πληθυσμού εντάσσεται στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας «όταν διαπράττεται ως μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης που κατευθύνεται κατά οποιουδήποτε άμαχου πληθυσμού, εν γνώσει της επίθεσης».
Προτού αναλυθούν τα επιμέρους στοιχεία που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της βίαιης εκτόπισης, σκόπιμο είναι να γίνει αναφορά στα στοιχεία που χαρακτηρίζουν γενικά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και συνιστούν ένα είδος πλαισίου ή γενικού τύπου του εγκλήματος (“chapeau”) (Mettraux, 2020). Για να ενταχθεί μία πράξη στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας χρειάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης, να διαπράττεται ως μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης εναντίον αμάχων. Στοιχεία, επομένως, που απαρτίζουν το γενικό αυτό πλαίσιο είναι τα εξής:
- η επίθεση, η οποία ορίζεται από το άρθρο 7(2)(α) της Σύμβασης ως «συμπεριφορά που συνεπάγεται την κατά συρροή διάπραξη πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1»
- η επίθεση να είναι ευρεία, να γίνεται δηλαδή σε μεγάλη κλίμακα ή να υπάρχει μεγάλος αριθμός θυμάτων ή να καταλαμβάνει μεγάλη περιοχή, ή συστηματική, στο πλαίσιο δηλαδή ενός οργανωμένου σχεδίου ή μίας κοινής πολιτικήςη ευρεία ή συστηματική επίθεση να στρέφεται κατά οποιουδήποτε άμαχου πληθυσμού, χωρίς να χρειάζεται πράγματι να εκτοπίζεται ολόκληρος ο πληθυσμός ενός κράτους ή περιοχής. (Chetail, 2016, σελ. 932) Μάλιστα, το Προδικαστικό Τμήμα II του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έκρινε ότι ο όρος “άμαχος πληθυσμός” αναφέρεται σε κάθε ομάδα προσώπων που διακρίνεται βάσει της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής ή άλλων χαρακτηριστικών (Chetail, 2016, σελ. 932)
- η ευρεία ή συστηματική επίθεση να τελείεται σύμφωνα με ή προς προώθηση πολιτικής κράτους ή οργανισμού, ο οποίος διαθέτει και την απαιτούμενη οργανωτική ικανότητα για την προώθηση ή την τέλεση της επίθεσης (Rodenhäuser, 2018, σελ. 250)
- ο δράστης να τελεί την πράξη εν γνώσει ότι αυτή αποτελεί μέρος της ευρείας ή συστηματικής επίθεσης κατά άμαχου πληθυσμού. Δεν απαιτείται να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης ή της κρατικής πολιτικής, αλλά να έχει επίγνωση του γενικότερου πλαισίου μέσα στο οποίο ενεργεί. (Chetail, 2016, σελ. 932)
Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκτόπισης/απέλασης πραγματώνεται όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής τρεις προϋποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7(2)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης:
i) η απέλαση ή η βίαιη μεταφορά πρέπει να έχει εξαναγκαστικό χαρακτήρα και να μη γίνεται εκούσια. Ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας της απέλασης ή βίαιης μεταφοράς δεν προϋποθέτει αποκλειστικά την άσκηση σωματικής βίας, αλλά μπορεί να πραγματώνεται με τη χρήση διαφόρων εξαναγκαστικών μέσων , όπως είναι η άσκηση ψυχολογικής ή σεξουαλικής βίας, οι ανθρωποκτονίες, τα βασανιστήρια, η καταστροφή ή η λεηλασία περιουσίας, καθώς γενικότερα η καταπάτηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εξαναγκαστικό χαρακτήρα δύναται να έχει και η δημιουργία κλίματος φόβου ή η απειλή χρήσης βίας, εφόσον οι περιστάσεις αυτές στερούν από τα πρόσωπα τη δυνατότητα πραγματικά ελεύθερης επιλογής και τα οδηγούν στην εγκατάλειψη του τόπου διαμονής τους. (Bazzar, 2022, σελ. 52).
ii) τα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφεται η πράξη πρέπει να βρίσκονται νόμιμα στην περιοχή από την οποία εκτοπίζονται. Η “νόμιμη παρουσία” συνιστά αυτοτελές στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την κατοχή ιθαγένειας ή την νόμιμη διαμονή, σύμφωνα και με τους κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης του οικείου κράτους. Όπως επισημαίνεται και σε ορισμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, η κρίση επί της νόμιμης παρουσίας δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από την εθνική νομοθεσία του εκάστοτε κράτους. Αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρουσίας των προσώπων στην περιοχή και να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα και τη συνεκτίμηση διαφόρων παραγόντων, όπως η πραγματική εγκατάσταση των προσώπων σε μια περιοχή, η κατοχή ή χρήση κατοικίας και η διάρκεια της παρουσίας τους στην τοπική κοινότητα. (Jupe, 2025, σελ. 212)
iii) η εξαναγκαστική απέλαση ή μεταφορά πρέπει να γίνεται «άνευ λόγων επιτρεπτών κατά το διεθνές δίκαιο». Εδώ δεν περιλαμβάνονται οι κανόνες μόνο του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, αλλά και του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του μεταναστευτικού δικαίου. (Chetail, 2016, σελ. 926)
Για τη θεμελίωση ατομικής ποινικής ευθύνης για το έγκλημα της εκτόπισης πρέπει, προφανώς, η αντικειμενική υπόσταση να «καλύπτεται» από την υποκειμενική υπόσταση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την υποκειμενική υπόσταση πρέπει να αναχθούμε στο άρθρο 30 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, καθιερώνει ως απαραίτητα για την πραγμάτωση της υποκειμενικής υπόστασης τη συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη των στοιχείων της πρόθεσης και της γνώσης. Η “πρόθεση” συντρέχει όταν το πρόσωπο αποσκοπεί στην εκδήλωση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, ως προς το αποτέλεσμα, είτε επιδιώκει είτε γνωρίζει ως βέβαιη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την επέλευση των συνεπειών αυτής. Αντίστοιχα, κατά την παράγραφο 3, γνώση συντρέχει όταν ο δράστης έχει επίγνωση ότι μια πραγματική περίσταση υφίσταται ή ότι ένα αποτέλεσμα θα επέλθει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Η ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης μπορεί να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της δογματικής του ηπειρωτικού ποινικού δικαίου, από την οποία έχει επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό το σύστημα υποκειμενικής ποινικής ευθύνης του Καταστατικού της Ρώμης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο β΄ του Καταστατικού της Ρώμης, ως προς ένα αποτέλεσμα, πρόθεση συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει την επέλευσή του ή όταν γνωρίζει ότι αυτό θα επέλθει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η πρώτη περίπτωση, η οποία περιλαμβάνει το στοιχείο της “επιδίωξης” του αποτελέσματος, αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στον άμεσο δόλο πρώτου βαθμού. Από την άλλη, η δεύτερη, η οποία σχετίζεται με βέβαιη, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, γνώση της επέλευσης του αποτελέσματος, προσιδιάζει στον άμεσο δόλο δεύτερου βαθμού. Παράλληλα, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προσδιορίζει την έννοια της γνώσης ως της επίγνωσης ότι μια περίσταση υφίσταται ή ότι ένα αποτέλεσμα θα επέλθει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Υπό το πρίσμα της ηπειρωτικής ποινικής δογματικής, η διάταξη αυτή συνδέεται με το γνωστικό στοιχείο του δόλου, καθώς αφορά την επίγνωση του δράστη ως προς τις πραγματικές περιστάσεις που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την επέλευση του αποτελέσματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η απλή πρόβλεψη της πιθανότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία συνδέεται με τον ενδεχόμενο δόλο κατά τη δογματική του ηπειρωτικού ποινικού δικαίου, δεν αρκεί, κατά την ερμηνεία του άρθρου 30 που αναπτύσσεται στη συγκεκριμένη ανάλυση, για τη θεμελίωση της απαιτούμενης υποκειμενικής υπόστασης. Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για την αμέλεια (Van der Vyver, 2004, σελ. 57).
Στο σημείο αυτό, εξετάζεται ειδικότερα η πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης για το έγκλημα της αναγκαστικής μεταφοράς ή απέλασης πληθυσμών ως εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, κατά το άρθρο 7(1)(δ), σε συνδυασμό με το (2)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα «Στοιχεία των Εγκλημάτων» (Elements of Crimes) του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, απαιτείται ο δράστης να έχει επίγνωση των πραγματικών περιστάσεων που θεμελιώνουν τη νόμιμη παρουσία των εκτοπιζόμενων προσώπων στην περιοχή από την οποία απομακρύνονται, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκην η γνώση του νομικού χαρακτηρισμού των περιστάσεων αυτών. Περαιτέρω, απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά του αποτελεί μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης κατά άμαχου πληθυσμού ή να προτίθεται η συμπεριφορά του να αποτελέσει μέρος αυτής (International Criminal Court, 2013).
Οι Ροχίνγκια (Rohingya) αποτελούν μουσουλμανική εθνοτική μειονότητα, η οποία κατοικεί κυρίως στην πολιτεία Ρακίν (Rakhine), στη δυτική Μιανμάρ, κοντά στα σύνορα με το Μπαγκλαντές. Ο πληθυσμός τους εκτιμάται ότι ανερχόταν, πριν από τα γεγονότα του 2017, σε περίπου 1,1 εκατομμύριο άτομα. (UN Refugees, 2026) Παρόλο που είναι εγκατεστημένοι επί μακρόν στη Μιανμάρ, οι Ροχίνγκια αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες ομάδες ανιθαγενών παγκοσμίως, καθώς η κυβέρνηση της Μιανμάρ, η οποία είναι μία κατεξοχήν βουδιστική χώρα, αρνείται να τους αναγνωρίσει ως πολίτες της χώρας. Συγκεκριμένα, με τον «Νόμο περί Υπηκοότητας» του 1982 (Burma Citizenship Law), η κυβέρνηση της Μιανμάρ όρισε τρεις κατηγορίες ιθαγένειας, αποκλείοντας οριστικά τους Ροχίνγκια από τη δυνατότητα να αποκτήσουν την υπηκοότητα και να αναγνωριστούν ως πολίτες της χώρας. Έκτοτε, οι Ροχίνγκια παραμένουν ανιθαγενείς, ενώ οι αρχές της Μιανμάρ τους αντιμετωπίζουν ως παράνομους μετανάστες από το Μπαγκλαντές, αμφισβητώντας το δικαίωμά τους να διαμένουν νόμιμα στην πολιτεία Ρακίν. (Human Rights Watch, 2000)
Στις 25 Αυγούστου 2017, ο Απελευθερωτικός Στρατός Αρακάν των Ροχίνγκια (Arakan Rohingya Salvation Army – ARSA) εξαπέλυσε συντονισμένες επιθέσεις σε στρατιωτική βάση και σε τουλάχιστον 30 εγκαταστάσεις των δυνάμεων ασφαλείας της Μιανμάρ στο βόρειο τμήμα της πολιτείας του Ρακίν. Ως απάντηση στις επιθέσεις αυτές, οι ένοπλες δυνάμεις της Μιανμάρ (Tatmadaw), μαζί με αστυνομικές δυνάμεις, προχώρησαν σε μία σειρά από τις λεγόμενες «επιχειρήσεις εκκαθάρισης» (clearance operations). Οι επιχειρήσεις αυτές δε στόχευαν μόνο στην καταστολή των ενόπλων επιθέσεων του ARSA αλλά στράφηκαν και εναντίον του συνόλου του άμαχου πληθυσμού των Ροχίνγκια. Μάλιστα, η κυβέρνηση της Μιανμάρ ισχυρίστηκε ότι οι επιχειρήσεις της Tatmadaw είχαν ολοκληρωθεί στις 5 Σεπτεμβρίου του 2017, ενώ αυτές συνεχίστηκαν μέχρι και τον Οκτώβριο. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 49). Σύμφωνα με την Έκθεση της Ανεξάρτητης Διεθνούς Αποστολής Διερεύνησης του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η στρατιωτική αντίδραση της Tatmadaw υπήρξε άμεση, ιδιαίτερα βίαιη και προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τις επιθέσεις της ARSA, ενώ καταγράφηκαν σοβαρές και συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως, μεταξύ άλλων: μαζικές δολοφονίες αμάχων, ομαδικοί βιασμοί και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, καθώς και εμπρησμοί και καταστροφές χωριών και οικισμών. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 33,36,38,42) Οι επιχειρήσεις αυτές και οι κατάφωρες παραβιάσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον μαζικό και βίαιο εκτοπισμό του πληθυσμού των Ροχίνγκια. Σύμφωνα με ευρήματα της Αποστολής, περίπου 725.000 Ροχίνγκια εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους διαμονής τους και να καταφύγουν, για την προστασία τους, μέχρι τα μέσα Αυγούστου του 2018, στο Μπαγκλαντές. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 33,41)
Με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, εξετάζεται αν οι πράξεις κατά των Ροχίνγκια πληρούν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της βίαιης μεταφοράς ή απέλασης και συνιστούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας υπό το πρίσμα του Άρθρου 7 (1)(δ) και 7(2)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης. Σε πρώτο στάδιο πρέπει να εξεταστεί εάν εμπίπτουν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στο «γενικό πλαίσιο» (chapeau) των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ειδικότερα, πρόκειται πράγματι για επίθεση, η οποία είναι ευρεία αλλά και συστηματική, εφόσον ο μεγάλος αριθμός θυμάτων, η έκταση των επιθέσεων, η μαζική καταστροφή οικισμών και ο εκτοπισμός περίπου 725.000 Ροχίνγκια φέρουν χαρακτηριστικά μίας οργανωμένης και συντονισμένης πολιτικής και σχεδιασμού εκ μέρους και εν γνώσει της ηγεσίας της Tatmadaw, και όχι απλά μίας αυθόρμητης και μεμονωμένης αντίδραση στις ένοπλες επιχειρήσεις της ARSA. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 35,48) Επιπλέον, οι πράξεις της ευρείας και συντονισμένης επίθεσης στράφηκαν κατά των Ροχίνγκια, οι οποίοι αποτελούν διακριτή εθνοτική και θρησκευτική μειονότητα και συνιστούν άμαχο πληθυσμό κατά την έννοια του άρθρου 7 του Καταστατικού της Ρώμης.
Αξιοσημείωτη είναι, στο σημείο αυτό, η διάκριση μεταξύ της έννοιας της “απέλασης” και της “βίαιης μεταφοράς”, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, συνιστούν δύο διακριτά εγκλήματα υπό το πρίσμα του άρθρου 7(1)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης. Η διάκριση αυτή επισημαίνεται τόσο στην απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018 του Προδικαστικού Τμήματος Ι του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, όσο και στην Έκθεση της Ανεξάρτητης Διεθνούς Αποστολής Διερεύνησης του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Στην περίπτωση των Ροχίνγκια, συγκεκριμένα, οι οποίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν μαζικά από τη Μιανμάρ στο Μπαγκλαντές, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι ότι τα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στην έννοια της απέλασης, εφόσον η μετακίνηση ήταν διασυνοριακή, από το ένα κράτος στο άλλο.
Στη συνέχεια, εξετάζεται αν πληρούνται τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αναγκαστικής απέλασης/εκτόπισης ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Εδώ, η μαζική εκτόπιση των Ροχίνγκια φέρει πράγματι το στοιχείο του εξαναγκασμού ˙ οι Ροχίνγκια δεν μετακινήθηκαν με τη θέληση τους, αλλά εξαιτίας του κινδύνου που διέτρεχαν από τις σοβαρότατες παραβιάσεις και επιθέσεις εναντίον τους, ενώ οι εστίες μόνιμης διαμονής τους σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκαν. Συνεπώς, η μετακίνησή τους δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως αποτέλεσμα ελεύθερης και συνειδητής επιλογής τους.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της “νόμιμης παρουσίας” των θυμάτων στην περιοχή από την οποία εκτοπίστηκαν, η οποία αποτελεί αυτοτελές στοιχείο του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας της απέλασης ή βίαιης μεταφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 7(1)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης. Όσον αφορά τη «νόμιμη» παρουσία τους στην πολιτεία του Ρακίν, παρόλο που η κυβέρνηση της Μιανμάρ αρνούνταν συστηματικά να αναγνωρίσει την παρουσία τους στην περιοχή και τους θεωρούσε «ανιθαγενείς», οι Ροχίνγκια ήταν εγκατεστημένοι επί μακρόν στη Ρακίν και αποτελούσαν τον μόνιμο πληθυσμό της περιοχής. Με άλλα λόγια, η ανιθαγένεια ή η άρνηση αναγνώρισης της ιθαγένειας από την κυβέρνηση της Μιανμάρ δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι οι Ροχίνγκια δεν βρίσκονταν νομίμως στην περιοχή από την οποία εκτοπίστηκαν και να αποκλείσει, έτσι, την προστασία τους. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζεται και σε ορισμένες θεωρητικές προσεγγίσεις, η κρίση επί της νομιμότητας πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα περισσότερων παραγόντων, όπως η μακροχρόνια διαμονή, η εγκατάσταση σε συγκεκριμένες κατοικίες και η ένταξη των θυμάτων στην τοπική κοινότητα. (Jupe, 2025, σελ. 212). Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με την απόφαση του Προδικαστικού Τμήματος III του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 2019, με την οποία εγκρίθηκε η έναρξη έρευνας για την κατάσταση στη Μιανμάρ και το Μπαγκλαντές. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η «νόμιμη παρουσία» των θυμάτων, εν προκειμένω των Ροχίνγκια, όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 7(1)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης, πρέπει να αξιολογείται με βάση το διεθνές δίκαιο και δεν ταυτίζεται με την έννοια της νόμιμης διαμονής ή της κατοχής της ιθαγένειας σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Μιανμάρ. (International Criminal Court (ICC), 2019, παρ. 99) Κατά συνέπεια, η απομάκρυνσή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη ούτε να δικαιολογηθεί από λόγους επιτρεπτούς κατά το διεθνές δίκαιο, όπως ορίζει και το άρθρο 7(2)(δ) του Καταστατικού της Ρώμης.
Τέλος, εξετάζονται και τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης. Σύμφωνα με τα πορίσματα της Έκθεσης της Ανεξάρτητης Διεθνούς Αποστολής Διερεύνησης του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, οι επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2017 δε συνιστούσαν μεμονωμένες ενέργειες για την καταστολή των ενόπλων επιχειρήσεων της ARSA. Αντιθέτως, παρουσίαζαν σημαντικές ομοιότητες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής τους και εμφάνιζαν χαρακτηριστικά που, κατά την εκτίμηση της Αποστολής, υποδήλωναν προγενέστερο σχεδιασμό. Παράλληλα, η Αποστολή διαπίστωσε ότι η μαζική εκτόπιση του πληθυσμού των Ροχίνγκια συντελέστηκε υπό συνθήκες εξαναγκασμού, καθλως χρησιμοποιήθηκαν εξαναγκαστικά μέσα, όπως, μεταξύ άλλων, ρητές διαταγές απομάκρυνσης, άσκηση βίας και καταστροφή περιουσιών. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 751,752,753). Η συνεκτίμηση των παραπάνω στοιχείων, θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη ως προς τη πρόθεση των δραστών για την απέλαση του πληθυσμού των Ροχίνγκια. Παράλληλα, είναι θεμιτό να υποστηριχθεί ότι ο οργανωμένος χαρακτήρας, η έκταση και η επαναληπτικότητα των επιχειρήσεων, στο συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο τελέστηκαν, είναι δυνατό να υποδεικνύουν ότι οι δράστες γνώριζαν ότι η συμπεριφορά τους εντασσόταν στο πεδίο ευρείας ή συστηματικής επίθεση κατά άμαχου πληθυσμού. (United Nations Human Rights Council (UNHRC), 2018, παρ. 749,750,751).
Εξετάζοντας, λοιπόν, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Καταστατικού της Ρώμης, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι πράξεις που αποδίδονται στις ένοπλες δυνάμεις της Tatmadaw πληρούν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της εκτόπισης ή απέλασης ως εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου, οι πράξεις αυτές δύνανται να θεμελιώσουν ατομική ποινική ευθύνη των υπαιτίων, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς ποινικού δικαίου. Η πράξη της βίαιης μεταφοράς ή εκτόπισης, επομένως, συνιστά αρχικά παραβίαση του διεθνούς δικαίου προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δύναται να θεμελιώσει διεθνή κρατική ευθύνη. Παράλληλα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τα οποία φέρει και το πλαίσιο στο οποίο τελείται, δύναται να στοιχειοθετήσει έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, υπό το πρίσμα του διεθνούς ποινικού δικαίου. Η υπόθεση των Ροχίνγκια, συνιστά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μαζικής και εξαναγκαστικής εκτόπισης πληθυσμού, αλλά και κατάφωρης παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Βιβλιογραφία
Βιβλία
Καρατζιάς Β., Ζαλίδης Β. & Λιούτας Α. (2022). Εγχειρίδιο Δικαίου Ενόπλων Συγκρούσεων. Σάκκουλας
Mettraux G. (2020). International Crimes: Law and Practice: Volume II: Crimes Against Humanity. OUP
Νάσκου-Περράκη Π. (2022). Δικαιώματα του Ανθρώπου: Παγκόσμια και περιφερειακή προστασία – Θεωρία – Νομολογία (3η έκδοση). Σάκκουλας
Taylor P.M. (2020). A Commentary on the International Covenant on Civil and Political Rights: The UN Human Rights Committee’s Monitoring of ICCPR Rights. CUP
Dörmann, K. (2003). Elements of War Crimes under the Rome Statute of the International Criminal Court: Sources and Commentary. With contributions by Louise Doswald-Beck and Robert Kolb. CUP
Rodenhäuser, T. (2018). ‘The “State or Organizational Policy” Requirement for Crimes against Humanity under the Rome Statute of the International Criminal Court’. Organizing Rebellion: Non-State Armed Groups under International Humanitarian Law, Human Rights Law, and International Criminal Law. OUP
Άρθρα
Chetail V. (2016). Is There Any Blood on My Hands? Deportation as a Crime of International Law. Leiden Journal of International Law, 29, 917
Van der Vyver J.D. (2004). The International Criminal Court and the Concept of Mens Rea in International Criminal Law. University of Miami International & Comparative Law Review, 12, 57
Bazzar, V. (2022). Identification of Elements of the Crime Against Humanity of Deportation into the Situation in Bangladesh/Myanmar. Journal of International Criminal Law, 3(1)
Jupe T. (2025). The lawful presence element in the International Criminal Court: why Myanmar’s domestic laws should not be relied upon in a case for deportation or forcible transfer. Griffith Law Review, 34(2)
Πρωτογενείς πηγές
Charter of the International Military Tribunal. (1945). Charter of the International Military Tribunal. 82 UNTS 279.
Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. (1998). Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. 2187 UNTS 90 (Ν. 3003/2002, ΦΕΚ Α΄ 75/8-4-2002).
Σύμβαση για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. (1948). Σύμβαση για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. 78 UNTS 277 (Ν. 3091/1954, ΦΕΚ Α΄ 250/1954).
Σύμβασις της Γενεύης περί προστασίας του αμάχου πληθυσμού εν καιρώ πολέμου. (1949). Σύμβασις της Γενεύης περί προστασίας του αμάχου πληθυσμού εν καιρώ πολέμου. 75 UNTS 287 (Ν. 3481/1955, ΦΕΚ Α΄ 3/15-1-1956).
International Criminal Court. (2018). Decision on the “Prosecution’s Request for a Ruling on Jurisdiction under Article 19(3) of the Statute”. ICC-RoC46(3)-01/18-37, Pre-Trial Chamber I, 6 September 2018.
International Criminal Court. (2019). Situation in the People’s Republic of Bangladesh/Republic of the Union of Myanmar, Decision Pursuant to Article 15 of the Rome Statute on the Authorisation of an Investigation. ICC-01/19-27, Pre-Trial Chamber III, 14 November 2019.
United Nations Human Rights Council. (2018). Report of the Independent International Fact-Finding Mission on Myanmar. UN Doc A/HRC/39/64.
Ηλεκτρονικές πηγές
International Organization for Migration (IOM). (2017). Key Migration Terms. Διαθέσιμο σε: https://www.iom.int/key-migration-terms
International Committee of the Red Cross (ICRC). (2016). The scope and application of the principle of universal jurisdiction: ICRC statement to United Nations, 2016. Διαθέσιμο σε: https://www.icrc.org/en/document/scope-and-application-principle-universal-jurisdiction-icrc-statement-united-nations-2016
Ιnternational Criminal Court (ICC). (2013). Elements of Crimes. Διαθέσιμο σε: https://www.icc-cpi.int/sites/default/files/Publications/Elements-of-Crimes.pdf
Legal Information Institute, Cornell Law School. (2025). Deportation. Διαθέσιμο σε: https://www.law.cornell.edu/wex/deportation
Human Rights Watch. (2000). Burmese Refugees in Bangladesh: Still No Durable Solution. Διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/report/2000/05/01/burmese-refugees-bangladesh/still-no-durable-solution
Πηγή φωτογραφίας
Kevin Frayer/Getty Images, The Guardian (2017). Documenting the Rohingya refugee crisis – in pictures, https://www.theguardian.com/world/gallery/2017/oct/14/documenting-the-rohingya-refugee-crisis-in-pictures
