Γράφει η Μπαζιώτη Ιωάννα Μαρία
Οι διεθνείς σχέσεις, όπως αποδεικνύεται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι στατικές, αλλά χαρακτηρίζονται από δυναμική ρευστότητα. Οι ισορροπίες ισχύος, τα εθνικά συμφέροντα και το εξωτερικό περιβάλλον μεταβάλλονται διαρκώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ, οι οποίες κατά τις τελευταίες δεκαετίες μετασχηματίστηκαν σημαντικά. Η ελληνική εξωτερική πολιτική πέρασε από μια μακρά περίοδο επιφυλακτικότητας απέναντι στο Ισραήλ στη σταδιακή οικοδόμηση μιας στενής και στρατηγικής σχέσης, με τη συνεργασία των δύο χωρών να διευρύνεται σε ολοένα και περισσότερους τομείς. Το παρόν κείμενο θα αναλύσει, μέσα από την αναφορά ιστορικών γεγονότων, τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι σχέσεις των δύο κρατών από το ψήφισμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για την Ίδρυση του Ισραήλ το 1947 μέχρι την de iure αναγνώριση του Ισραήλ από την Ελλάδα το 1990.
Από την de facto αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ από την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1949 έως και τις αρχές του 21ου αιώνα, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών πέρασαν από διαφορετικές φάσεις, χαρακτηριζόμενες από μεταβολές και διακυμάνσεις (Κοντζάς, 2021). Συγκεκριμένα, η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κράτους του Ισραήλ τον Μάιο του 1948 συνιστά κομβικό σημείο καμπής για τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις, καθώς λειτούργησε ως καταλύτης για την αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου (1945-1991). Η Διακήρυξη του Υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Μπάλφουρ κάποιες δεκαετίες πριν, το 1917, αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη του Παλαιστινιακού ζητήματος, το οποίο, υπό το καθεστώς της Βρετανικής Εντολής, οδηγήθηκε ενώπιον του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όταν το 1947, η Γενική Συνέλευση υιοθέτησε το Ψήφισμα 181, προτείνοντας την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (Ηλιάδου, 2024, σελ. 3-4).
Ειδικότερα, το ψήφισμα 181 της 29ης Νοεμβρίου 1947, στην πράξη προέβλεπε τη διχοτόμηση της ιστορικής γης της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και ένα παλαιστινιακό κράτος αντίστοιχα (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 130). Μάλιστα, τα Ηνωμένα Έθνη, αποφάσισαν να δώσουν το 57% της επικράτειας στο Ισραήλ, ενώ το 43% σε ένα Αραβικό κράτος (Ηλιάδου, 2024, σελ. 5). Στην κρίσιμη ψηφοφορία, η ελληνική αντιπροσωπεία στα Ηνωμένα Έθνη καταψήφισε το σχέδιο, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που της ασκήθηκαν (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 130). Παρά την αρνητική ψήφο της ελληνικής πλευράς, το σχέδιο για τον διαχωρισμό της Παλαιστίνης εξασφάλισε την αναγκαία πλειοψηφία των δύο τρίτων στη Γενική Συνέλευση, ανοίγοντας τον δρόμο για την ίδρυση του Ισραήλ (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 130).
Η Ελλάδα, το 1949 αναγνώρισε το Ισραήλ μόνο de facto και όχι de iure, υιοθετώντας φιλοαραβική πολιτική (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 130). Σύμφωνα με τον Ρούκουνα (2025, σελ. 417), στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο η de facto αναγνώριση –η οποία είναι και μετακλητή– γίνεται όταν το κράτος που προβαίνει σε αυτήν έχει αμφιβολίες ως προς την βιωσιμότητα ή την νομιμότητα της νέας πολιτειακής οντότητας. Αντίθετα, η de iure αναγνώριση είναι αμετάκλητη και δηλώνει αποδοχή της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητας του προς ίδρυση κράτους.
Στις συζητήσεις που ακολούθησαν για το μέλλον της Παλαιστίνης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα απέφυγε να λάβει μέρος, επιλέγοντας την αποχή «λόγω της επιθυμίας μας όπως μη δυσαρεστήσωμεν την Αίγυπτον και αυξήσωμεν, ούτω, εξ ιδίων τας δυσκολίας διαβιώσεως των μεγάλων παρά τον Νείλον παροικιών μας» (Ξυλάκη, 2026, σελ. 19). Έτσι, η σύμπλευση της Ελλάδας με τα Αραβικά κράτη έγινε έντονα αισθητή. Στον πρώτο πόλεμο μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών, ο οποίος ξέσπασε μετά την ίδρυση του Ισραήλ, και ενώ στην Ελλάδα βρισκόταν σε εξέλιξη ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946–1949), η ελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι στη σύγκρουση μεταξύ του νεοσύστατου κράτους του Ισραήλ και των αραβικών κρατών παρέμεινε επιφυλακτική (Bouroutis, 2025, σελ. 11).
Η Ελλάδα υιοθέτησε μια στάση «ίσων αποστάσεων», η οποία εξυπηρετούσε περισσότερο τα αραβικά κράτη, καθώς το Ισραήλ που βρισκόταν αντιμέτωπο με τις συνέπειες του Αραβοϊσραηλινού Πολέμου του 1948, ήταν η πλευρά που είχε μεγαλύτερη ανάγκη διεθνούς διπλωματικής και πολιτικής στήριξης (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 131). Αργότερα, το 1956, ξέσπασε η Κρίση του Σουέζ, όταν δύο ισχυρές αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Βρετανία και η Γαλλία, σε συνεργασία με το Ισραήλ, επενέβησαν στρατιωτικά στην Αίγυπτο (Σάκκας, 2024). Σκοπός τους ήταν να ανατρέψουν τον νέο πρόεδρο της χώρας, Τζαμάλ Αμπντ αλ Νάσερ, ο οποίος είχε λάβει την απόφαση περί εθνικοποίησης της Διώρυγας του Σουέζ (Σάκκας, 2024). Η κρίση γρήγορα έλαβε διεθνείς διαστάσεις και απείλησε την παγκόσμια ειρήνη. Κατά το διάστημα αυτό, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή καταδίκασε την εισβολή των Βρετανών, των Γάλλων και των Ισραηλινών στην Αίγυπτο και τη χαρακτήρισε ως «διεθνές έγκλημα» (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 131).
Στον τρίτο Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του Ιουνίου 1967, γνωστό ως Πόλεμο των Έξι Ημερών, με το Ισραήλ από τη μία πλευρά και την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Συρία από την άλλη, η δικτατορία των Συνταγματαρχών (1967–1974), η οποία εκδηλώθηκε την 21η Απριλίου 1967 με αρχηγό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο (Κομνηνός, 2021), τάχθηκε κατά της χρήσης αμερικανικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος από το Ισραήλ με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 131). Το ίδιο συνέβη και το 1973 στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τον τέταρτο πόλεμο μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 131). Σύμφωνα με τη Μηχανή του Χρόνου (2024), στόχος των Αράβων ήταν να ανακτήσουν τα εδάφη που είχαν χάσει στον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, όταν το Ισραήλ είχε καταλάβει τη Λωρίδα της Γάζας και τη χερσόνησο του Σινά από την Αίγυπτο, καθώς και τη Δυτική Όχθη από την Ιορδανία. Τότε ήταν που το Ισραήλ ζήτησε από την Ουάσιγκτον την άμεση αποστολή οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών, καταφέρνοντας τελικά να επικρατήσει στον πόλεμο και να διατηρήσει τον έλεγχο των περιοχών αυτών. Η Ελλάδα επίσης αρνήθηκε τη χρήση στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στο ελληνικό έδαφος.
Ταυτόχρονα, το ελληνικό δικτατορικό καθεστώς προσπάθησε να ενισχύσει τους ελληνικούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο και ο Στυλιανός Παττακός –ένας από τους τρεις βασικούς πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και κορυφαίο στέλεχος της δικτατορίας των Συνταγματαρχών– πραγματοποίησε σειρά επισκέψεων στην Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Συρία και τον Λίβανο (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 132). Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική υπέρ των Αράβων του Παπαδόπουλου και εν γένει των Συνταγματαρχών, επιβεβαιώθηκε στα τέλη του 1968. Τότε, Παλαιστίνιοι κομάντος επιτέθηκαν εναντίον ισραηλινού αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, η κυβέρνηση του Γεώργιου Παπαδόπουλου καταδίκασε μεν την επίθεση, αλλά απέφυγε να χαρακτηρίσει τους Παλαιστίνιους ως «τρομοκράτες» (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 132).
Το 1974, η δικτατορία είχε πια καταρρεύσει και το δημοκρατικό πολίτευμα είχε αποκατασταθεί. Η κυβέρνηση Καραμανλή πήρε κάθε αναγκαίο μέτρο για να καταστήσει απόλυτα σαφές ότι η απόφαση της κυβέρνησής του να αναγνωρίσει την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) ως εκπρόσωπο των Παλαιστινίων –μια αναγνώριση που ήταν σύμφωνη με την ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 1975– και το άνοιγμα ενός γραφείου πληροφοριών από την ΟΑΠ στην Αθήνα δεν σήμαινε διπλωματική αναγνώριση της ΟΑΠ (Αθανασοπούλου, 2010, σελ. 221). Το 1981, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΠΑΣΟΚ) κέρδισε με συντριπτική διαφορά και ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να σχηματίσει την πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση στην ιστορία της Ελλάδας. Με αυτή την έννοια, το 1981 αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία συνοδεύτηκε από μια νέα προσέγγιση στις σχέσεις της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο (Γρηγοριάδης, 2022, σελ. 310).
Η επιλογή της Ελλάδας να ευθυγραμμιστεί με τον αραβικό κόσμο βασιζόταν σε έναν συνδυασμό εθνικών προτεραιοτήτων, διπλωματικών αναγκών και οικονομικών συμφερόντων. Πρώτα απ’ όλα, η τήρηση φιλοαραβικής πολιτικής, εξυπηρετούσε σημαντικά τα συμφέροντα του ελληνισμού που βρισκόταν στην Αίγυπτο. Σύμφωνα με την απογραφή του 1937, οι Έλληνες της Αιγύπτου αριθμούσαν περίπου 80.500, από τους οποίους οι κατά προσέγγιση 70.000 είχαν ελληνική ιθαγένεια (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 133). Ωστόσο, έως το 1947 ο αριθμός των κατοίκων που διέθεταν ελληνική ιθαγένεια είχε μειωθεί στους 57.400, ενώ το μέλλον των ξένων υπηκόων στην αραβική χώρα παρουσιαζόταν δυσοίωνο (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 133). Οι προσδοκίες της ελληνικής πλευράς, όμως, έμελλε σύντομα να διαψευστούν με την απόφαση του Αιγύπτιου ηγέτη Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ να προχωρήσει το 1957 στην «αιγυπτιοποίηση» και κατόπιν το 1961 στην «εθνικοποίηση» των επιχειρήσεων, προκαλώντας έτσι τη «μαζική έξοδο» δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 134).
Ιδιαίτερη ανησυχία για τα ελληνορθόδοξα συμφέροντα προκαλούσε το σχέδιο του 1947 αναφορικά με το καθεστώς της πόλης των Ιεροσολύμων. Καθορίστηκε ειδικό καθεστώς, «corpus separatum», υπό την κηδεμονία των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με το πρώτο κεφάλαιο του τρίτου μέρους του Ψηφίσματος 181 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Ακόμη, στα Ηνωμένα Έθνη, σύμφωνα με τους Κούμα και Χουρχούλη (2024), διακυβεύονταν κρίσιμα θέματα, όπως και το Κυπριακό ζήτημα. Το Ισραήλ θα μπορούσε να δώσει μία ψήφο, ενώ τα Αραβικά κράτη προφανώς θα έδιναν περισσότερες. Συμπερασματικά, η Ελλάδα, διατηρώντας καλές σχέσεις με τους Άραβες, εξασφάλιζε μια πολύτιμη δεξαμενή ψήφων στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία ήταν απαραίτητη για την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο Κυπριακό (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 134).
Έντονος ήταν ο προβληματισμός της ελληνικής διπλωματίας για το ενδεχόμενο μετατροπής του Ισραήλ σε προγεφύρωμα της Σοβιετικής Ένωσης στη Μέση Ανατολή. Καθώς η Μόσχα υπήρξε από τους πρώτους υποστηρικτές του σχεδίου διαμελισμού της Παλαιστίνης, στην Αθήνα επικρατούσε η ανησυχία ότι ο Στάλιν θα χρησιμοποιούσε το νέο κράτος ως μέσο για την αύξηση της σοβιετικής διείσδυσης στην περιοχή (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ. 135). Με τα κομμουνιστικά καθεστώτα να επικρατούν στα βόρεια σύνορά της, η χώρα αισθανόταν περιφερειακά απομονωμένη. Ανέκυψε, επομένως, η ανάγκη ενίσχυσης ενός οριζόντιου μεσογειακού άξονα, η οποία μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της διατήρησης στενών και φιλικών σχέσεων τόσο με την Ιταλία όσο και με τα αραβικά κράτη (Κούμας & Χουρχούλης, 2024, σελ.135). Τέλος, η διατήρηση φιλικών δεσμών με τα αραβικά κράτη κρίθηκε ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση επαρκών προμηθειών πετρελαίου και τη διατήρηση ευνοϊκότερων όρων προμήθειας, μετά τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις του 1970, το 1973–1974 και το 1979–1980, σύμφωνα με τους Κούμα και Χουρχούλη (2024, σελ. 229).
Η πολυετής αυτή περίοδος επιφυλακτικότητας και διπλωματικής αμφισημίας έφτασε οριστικά στο τέλος της το 1990. Με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και τις αλλαγές στις ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, τα παλαιά διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής άρχισαν να ατονούν. Η Ελλάδα ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή χώρα που σύναψε πλήρεις διπλωματικούς δεσμούς με το Ισραήλ, μόλις το 1990 υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού (Bar, 2025). Ο τότε πρωθυπουργός, σε δηλώσεις του μετά το τέλος του υπουργικού Συμβουλίου, επεσήμανε ότι η de jure αναγνώριση του Ισραήλ έγινε διότι η ελληνική κυβέρνηση «επιθυμεί να συμβάλλει στην προώθηση του πνεύματος συνδιαλλαγής, που είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση και εδραίωση της ειρήνης στην περιοχή» (Η Καθημερινή, 2019). Ωστόσο, το γενικό αίσθημα της κοινής γνώμης ήταν συνολικά πιο φιλικό προς τους Παλαιστίνιους (Chrysopoulos, 2025).
Η Ελλάδα προχώρησε ένα βήμα πιο βαθιά στη σχέση της με το Ισραήλ, παρατιθέμενη υπέρ του στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, αποστέλλοντας φρεγάτα προς βοήθειά του και εντείνοντας τον αποκλεισμό του Ιράκ (Γεωργολόπουλος, 2015, σελ. 12). Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1981 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χ.χ.) φαίνεται να συνέβαλε ουσιαστικά στη μεταβολή της εξωτερικής της πολιτικής ως προς τη Μέση Ανατολή. Η ελληνική πολιτική στη Μέση Ανατολή δεν επικεντρωνόταν αποκλειστικά στους παραδοσιακούς στόχους της εξωτερικής πολιτικής και στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων. Παράλληλα, υιοθετούσε και στόχους που προωθούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη συνεργασία, τον διάλογο και την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών, με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας και της ασφάλειας στην περιοχή (Athanasopoulou, 2016, σελ. 229).
Εν κατακλείδι, μέσα από την ανάλυση των σχέσεων των δύο αυτών κρατών, αποδεικνύεται ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι ακλόνητη και σταθερή. Το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται διαρκώς, τα εθνικά συμφέροντα και οι προτεραιότητες αλλάζουν και γι’ αυτόν τον λόγο η διπλωματία κάθε κράτους δύναται να αλλάζει κατευθύνσεις. Έτσι συνέβη και μεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας. Οι σχέσεις των δύο χωρών σήμερα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις δεκαετίες που αναλύθηκαν. Το Υπουργείο Εξωτερικών (2019) αναφέρει πως οι σχέσεις έχουν εξελιχθεί σε μια πολύπλευρη συνεργασία που εκτείνεται σε τομείς όπως η άμυνα, η οικονομία, η ενέργεια, η τεχνολογία και ο τουρισμός. Η συνεργασία αυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανάπτυξης και της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
ΒΙΒΛΙΑ
Κούμας, Μ., & Χουρχούλης, Δ. (2024). Ειδικά θέματα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής 1923-2014. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. Διαθέσιμο στο: https://dx.doi.org/10.57713/kallipos-977
Ρούκουνας, Ε. (2025). Δημόσιο διεθνές δίκαιο (5η έκδ.). Νομική Βιβλιοθήκη.
ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Athanassopoulou, E. (2010). Greek foreign policy and the Middle East: from possibility to fulfilment? Byzantine and Modern Greek Studies, 34(2), 219–236. Διαθέσιμο στο: https://doi.org/10.1179/030701310×12725358652351
Bouroutis, A. (2025). The Greek state, the Jews, and the Middle East question. Journal of Modern Jewish Studies, 24(2), 467–491. Διαθέσιμο στο: https://doi.org/10.1080/14725886.2025.2473357
Grigoriadis, I. N., & Tsourapas, G. (2022). Understanding Greece’s new foreign policy towards the Arab world: Instrumentalisation, balancing, and emerging opportunities. Mediterranean Politics, 29(3), 307–330. Διαθέσιμο στο: https://doi.org/10.1080/13629395.2022.2148193
ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ
Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. (1947). Resolution 181 (II): Future government of Palestine.
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
Γεωργολόπουλος, Κ. (2015). Η συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο. Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Διαθέσιμο στο: https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/8688
Ηλιάδου, Έ. (2024, July 29). Δημόσιος διάλογος στον ελληνικό τύπο για τον πόλεμο Ισραήλ Χαμάς (Οκτώβριος 2023 και Μάρτιος 2024). Hellenic Open University. Διαθέσιμο στο: https://apothesis.eap.gr/archive/item/207043
Ξυλάκη, Ι. (2026). Οι σχέσεις της Ελλάδας με τους Άραβες και το Ισραήλ στην πρώιμη φάση του Ψυχρού Πολέμου (1947-1958). Hellenic Open University. Διαθέσιμο στο: https://apothesis.eap.gr/archive/item/239023
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Bar, N. (2025, November 13). Protests aside, Greece has shifted its stance on Israel. Times of Israel. Διαθέσιμο στο: https://blogs.timesofisrael.com/protests-aside-greece-is-in-a-different-place-on-ties-with-israel/
Chrysopoulos, P. (2025, October 8). Crucial Moments in Greece’s Relations With Israel and Palestine. Greek Reporter. Διαθέσιμο στο: https://greekreporter.com/2025/10/08/relations-greece-israel-palestine/
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (χ.χ.) Η Ελλάδα στην ΕΕ. Διαθέσιμο στο: https://greece.representation.ec.europa.eu/shetika-me-emas/i-ellada-stin-ee_el
Η Καθημερινή. (2019). Η Ελλάδα αναγνωρίζει το Ισραήλ και συνάπτει σχέσεις με την PLO. Διαθέσιμο στο: https://www.kathimerini.gr/k/100yk/1056435/i-ellada-anagnorizei-to-israil-kai-synaptei-scheseis-me-tin-plo/
Ιακώβου, Μ.. (2023, October 12). Η ίδρυση του Ισραήλ και οι συγκρούσεις με τους Παλαιστινίους. GeoStratigika. Διαθέσιμο στο: https://www.geostratigika.gr/geostratigiki/i-idrisi-tou-israil-ke-i-sigkrousis-me-tous-palecstinious/
Κομνηνός, Β. (2021, April 20). Το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών – 21 Απριλίου 1967. Ert.Gr. Διαθέσιμο στο: https://www.ert.gr/ert-arxeio/to-praxikopima-ton-syntagmatarchon-21-aprilioy-1967/
Κοντζάς, Κ. (2021). Ελλάδα – Ισραήλ: o δρόμος προς ένα νέο στρατηγικό δεσμό (;). ANT1 News. Διαθέσιμο στο: https://www.antenna.gr/news/amp/kontzas-kostas/article/4/602443/ellada-israil-o-dromos-pros-ena-neo-stratigiko-desmo–
Μηχανή του Χρόνου. (2023, October 24). Γιομ Κιπούρ. Ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1973. Διαθέσιμο στο: https://www.mixanitouxronou.gr/o-aravoisrailinos-polemos-toy-1973-kai-i-pyriniki-apeili-oi-sklires-armatomachies-stin-erimo-sina-kai-i-emploki-ipa-essd/
Σάκκας, Γ. (2014, April 19). Η κρίση του Σουέζ. H Καθημερινή. Διαθέσιμο στο: https://www.kathimerini.gr/world/763441/i-krisi-toy-soyez/
Υπουργείο Εξωτερικών. (2019) Πολιτικές σχέσεις – Η Ελλάδα και το Ισραήλ. Διαθέσιμο στο: https://www.mfa.gr/missionsabroad/israel/bilateral-relations/political-relations.html
ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Η εικόνα αποτελεί δημιουργία της αναλύτριας με χρήση εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης: Chat GPT.
