Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Η γεωπολιτική σκακιέρα του ειρηνικού: Το “Pivot to Asia-Pacific” και η Υψηλή Στρατηγική των ΗΠΑ υπό τη διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα απέναντι στην Κινεζική Άνοδο

Γράφει η Αναστασία- Μαρίνα Μαλαμούδη

Συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο 21ος αιώνας σημαδεύτηκε από μία ριζική αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος, η οποία προκλήθηκε από την ραγδαία οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική άνοδο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (Fingan & Lampton, 2023). Ειδικότερα, αυτή αμφισβήτησε την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) που εγκαθιδρύθηκε μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, διευρύνοντας το πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων (Löfflmann, 2016). Εξάλλου, είναι γνωστό ότι για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μετά το 1979, η υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ διαμορφώθηκε υπό το πρίσμα της πολιτικής εμπλοκής (Engagement Era). Στόχος της εν λόγω πολιτικής ήταν η ενσωμάτωση του Πεκίνου τόσο στους διεθνείς θεσμούς όσο και στην ελεύθερη αγορά, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την θέση της Ουάσιγκτον ως πρωταρχικού ρυθμιστή της περιφερειακής τάξης (U.S. Department of Defense, 2019, pp.3-6).

Εντούτοις, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που έλαβε χώρα το 2008, κατά την οποία η Κίνα κατόρθωσε να βγει αλώβητη, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κλιμάκωση που αυτή παρουσίασε στην εξωτερική της πολιτική, κατέδειξαν τα όρια της προαναφερθείσας προσέγγισης της Ουάσιγκτον. Έτσι, η Κίνα προώθησε το όραμα της «εθνικής αναγέννησης», προκειμένου όχι μόνο να εδραιώσει την επιρροή της ως ηγεμονική δύναμη, αλλά και να αμφισβητήσει τη ναυτική και θεσμική υπεροχή των ΗΠΑ στον δυτικό Ειρηνικό (Ali, 2022).

Υπό αυτό το πρίσμα, το παρόν άρθρο επιχειρεί να αναλύσει τη διακήρυξη του δόγματος «Pivot to Asia-Pacific» (Rebalancing), υπό την διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, τον απεγκλωβισμό πόρων από την Μέση Ανατολή και τον επαναπροσανατολισμό της στρατιωτικής, οικονομικής και διπλωματικής ισχύος των ΗΠΑ προς τον Ειρηνικό. Ακόμη, μελετά την ιστορική αναδρομή των σινοαμερικανικών σχέσεων από το άνοιγμα του 1970 ενώ αποσαφηνίζει τις έννοιες της υψηλής στρατηγικής και του αμερικανικού εξαιρετισμού, καθώς  αυτές οι έννοιες έχουν αντίκτυπο στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον. Επιπλέον, επρόκειτο να εξεταστούν διεξοδικά τα όρια, οι αντιφάσεις καθώς και οι συνέπειες της ιστορικής στροφής της Ουάσιγκτον στην παγκόσμια κατανομή ισχύος υπό το πρίσμα του επιθετικού ρεαλισμού καθώς και της παγίδας του Θουκυδίδη.

Αρχικά, η στρατηγική εξισορρόπησης που ακολούθησαν οι ΗΠΑ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι  της πολιτικής της «στροφής προς την Ασία» (Pivot Policy), η οποία εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 2011 από τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, σηματοδοτώντας το σημείο καμπής του διπλωματικού ανοίγματος που είχε εφαρμόσει ο Χένρι Κίσινγκερ υπό την Προεδρία του Νίξον κατά την δεκαετία του 1970. Ειδικότερα, η περίοδος από τα τέλη του 1970 έως και τα τέλη του 2010, ορίστηκε ως η «Εποχή της Εμπλοκής» (Era of Engagement) στις σινοαμερικανικές σχέσεις διότι αφορούσε πρωτίστως την ενσωμάτωση του Πεκίνου στους διεθνείς θεσμούς και τις αγορές (deLisle & Goldstein, 2021). Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τις αμερικανικές επιδιώξεις, η Κίνα θα μετατρεπόταν από μία επαναστατική δύναμη σε έναν «υπεύθυνο εταίρο» (responsible stakeholder), επισφραγίζοντας την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ (deLisle & Goldstein, 2021· Lieberthal & Thornton, 2021).  Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση απαιτούσε την υπέρβαση δύο δεκαετιών (1949-1972) απόλυτης απομόνωσης κατά τις οποίες κυριαρχούσε ο ιδεολογικός φόβος του «Κόκκινού Τρόμου» και η αντίληψη ότι το Πεκίνο λειτουργούσε ως δορυφόρος της ΕΣΣΔ (Gunter, 2020). Κατά συνέπεια, το σημείο καμπής επήλθε το 1967, όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον αναγνώρισε την αναγκαιότητα προσέγγισης της Κίνας, αξιοποιώντας την ως γεωπολιτικό αντίβαρο, προκειμένου η Μόσχα να βρεθεί αντιμέτωπη με δύο δυνητικούς αντιπάλους ταυτόχρονα (Brazinsky, 2022· Warner, 2007). Παρά τις διπλωματικές τριβές που εκδηλώθηκαν, όπως η κλιμάκωση του πολέμου στην Καμπότζη το 1970 και η οξεία ρητορική του Μάο κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο Κίσινγκερ προετοίμασε το έδαφος για τη σύμπραξη του 1972 (Warner, 2007· U.S. Department of State, 1970, No 81).  Έτσι, προκειμένου να καλλιεργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης, η Ουάσινγκτον παρείχε επίσημες εγγυήσεις ότι δε θα σύναπτε «σοβιεταμερικανική συγκυριαρχία» (condominium) εις βάρος της Κίνας, επισφραγίζοντας την πρόθεση αυτή μέσω της αποστολής εκπροσώπου του προέδρου Νίξον στο Πεκίνο (Warner, 2007· U.S. Department of State, 1970, No 94). Με άλλα λόγια, ο πραγματισμός της ισορροπίας ισχύος υπερίσχυσε έναντι της ιδεολογίας οδηγώντας αμφότερες τις πλευρές στην σύγκλιση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (deLisle & Goldstein, 2021).

Ακόμη, οι διαπραγματεύσεις επικεντρώθηκαν στο ζήτημα της Ιαπωνίας και στην κοινή ανησυχία του Πεκίνου και της Ουάσιγκτον σχετικά με την αναβίωση του ιαπωνικού μιλιταρισμού καθώς εκείνη την περίοδο το Τόκιο σημείωσε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη (U.S. Department of State, 1972, No. 197). Συνεπώς, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία καθώς και η συμμαχία ΗΠΑ- Κίνας αναγνωρίστηκε ως ανασχετικός παράγοντας έναντι του ιαπωνικού επανεξοπλισμού, με τις ΗΠΑ να κατοχυρώνουν τη θέση τους ως εγγυητή της περιφερειακής ισορροπίας (U.S. Department of State, 1971, 1972, No 196).

Στο ίδιο πλαίσιο, η Ουάσιγκτον αναγνώρισε την αρχή της «Μίας Κίνας» αναφορικά με το ζήτημα της Ταϊβάν, συνδέοντας την απόσυρση των στρατευμάτων της από την τελευταία με την ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος (Warner, 2007).  Ως εκ τούτου, το Ανακοινωθέν της Σαγκάης (Shanghai Communiqué) προώθησε την σκόπιμη «στρατηγική ασάφεια» προκειμένου να διασφαλιστεί η σινοαμερικανική σύμπραξη χωρίς να διακινδυνεύσει η περιφερειακή σταθερότητα (Warner, 2007).

Παράλληλα, το Πεκίνο από την πλευρά του, εξομάλυνε τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον το 1979, μέσω της πολιτικής «Μεταρρύθμισης και Ανοίγματος» του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, στα πλαίσια του ρεαλπολιτίκ και της στρατηγικής ανάσχεσης όπως προαναφέρθηκε (deLisle & Goldstein, 2021).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ακόμη και κατά τη δεκαετία του 1980, επί προεδρίας του θερμού αντικομμουνιστή Ρόναλντ Ρίγκαν, η ανάγκη αντιμετώπισης της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν υπερίσχυσε έναντι της ιδεολογίας, διατηρώντας με τον τρόπο αυτό τη σινοαμερικανική σύγκλιση μέσω του Ανακοινωθέντος του 1982 για τον περιορισμό των εξοπλισμών της Ταϊβάν (Ross, 1986).

Στο σημείο αυτό καθίσταται αναγκαία η αποσαφήνιση της πολυεπίπεδης έννοιας της «υψηλής στρατηγικής», προκειμένου να κατανοηθεί η δομική σημασία της πολιτικής της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει ακριβής ορισμός της έννοιας αυτής διότι δεν περιλαμβάνει μόνο βραχυπρόθεσμες πολιτικές αλλά προϋποθέτει και τον συντονισμό όλων των συντελεστών εθνικής ισχύος (διπλωματικών, οικονομικών, στρατιωτικών) για την επίτευξη μακροπρόθεσμων πολιτικών στόχων  (Kiliç, 2021·Silove, 2018, pp. 39-49). Παράλληλα, το κράτος πρέπει να  αξιολογεί διαρκώς το γεωστρατηγικό περιβάλλον καθώς και να αναπτύσσει την ευελιξία του απέναντι στις συστημικές μεταβολές που δημιουργούνται στο διεθνές γίγνεσθαι (Brands, 2016). Μέσω αυτής, το κράτος δύναται να εντοπίζει τόσο τις απειλές όσο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στο άναρχο διεθνές σύστημα, προσαρμόζοντας κατάλληλα τα εργαλεία ισχύος του (Brands, 2016, p.103). Συνεπώς, το δόγμα της στροφής προς τον Ειρηνικό αποτελεί την απάντηση στη πρόκληση της κινεζικής ανόδου και τη μεταβαλλόμενη κατανομή ισχύος στον ειρηνικό  καθώς και το αποτέλεσμα του επαναπροσδιορισμού της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής (Kiliç, 2021·Silove, 2018).

Επιπροσθέτως, είναι γνωστό ότι η υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ βασίστηκε διαχρονικά στο αφήγημα του «Αμερικανικού Εξαιρετισμού» (American Exceptionalism), δηλαδή στην πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ φέρουν την αποστολή να διαμορφώνουν και να καθοδηγούν τα τεκταινόμενα του διεθνούς συστήματος βάσει φιλελεύθερων αξιών, όπως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς καθώς και το κράτος δικαίου (Gilmore, 2015, pp. 303-304· McCriskin, 2003, p. 9). Μέσω αυτών των αρχών, η Ουάσιγκτον προβάλλει τα εθνικά της συμφέροντα και ιδεώδη ως ένα οικουμενικό πρότυπο διακυβέρνησης με απώτερο σκοπό την νομιμοποίηση του ηγεμονικού της ρόλου διεθνώς (Rojecki, 2008).

Μάλιστα, υπό την προεδρεία του Ομπάμα, η αντίληψη αυτή λειτούργησε ως νομιμοποιητική βάση για την διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στον Ειρηνικό, παρά τις επίσημες δηλώσεις αποδοχής της «ειρηνικής ανόδου» της Κίνας (Löfflmann, 2014· White House, 2012, 2015). Εξάλλου, η αμερικανική ηγεμονία δεν θα περιοριζόταν απλώς στην επιβολή σκληρής ισχύος αλλά θα οικοδομούνταν αφενός μέσω της παροχής δημόσιων αγαθών, όπως η ασφάλεια των θαλασσίων οδών και η απελευθέρωση του εμπορίου και αφετέρου μέσω της θεσμικής εμπλοκής (Beeson & Higgott, 2005). Επομένως, η αμερικανική παρουσία στην Ανατολική Ασία και η ανάσχεση της κινεζικής επιρροής διασφαλίστηκε μέσω της συναίνεσης περιφερειακών εταίρων (lynchpin partners), δηλαδή των παραδοσιακών συμμάχων όπως, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και οι Φιλιππίνες, και νέων εταίρων όπως το Βιετνάμ και η Σιγκαπούρη, οι οποίοι λειτούργησαν ως σταθεροποιητικοί πυλώνες (Mastanduno, 2019).

Ακόμη, ιδιαίτερη μνεία αξίζει να δοθεί στον τρόπο με τον οποίο η Κίνα μετεξελίχθηκε από μια αναδυόμενη οικονομία σε μία αναθεωρητική δύναμη ικανή να αμφισβητήσει τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη και τη θέση των ΗΠΑ στο νέο γεωπολιτικό αυτό περιβάλλον (Sierra, 2024, p. 810). Ειδικότερα, το αφήγημα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, εντοπίζεται πρωτίστως στην αντίληψη ότι η ηγεμονία των ΗΠΑ και το μονοπολικό διεθνές σύστημα, θα δεχόταν μια παρακμή η οποία θα ήταν αναπόφευκτη (Zhang, 2004). Ως εκ τούτου, η ηγεσία του Πεκίνο έθεσε ως στόχο την «εθνική αναγέννηση» καθώς και την συγκρότηση ενός στρατού παγκόσμιας κλάσης μέχρι το 2049, επιδιώκοντας ουσιαστικά την έξωση της αμερικανικής στρατιωτικής επιρροής από την περιοχή του Δυτικού Ειρηνικού (Kupchan, 2014, p. 224· U.S. Department of Defense, 2024).

Ως προς το στρατιωτικό επίπεδο, η κινεζική πρόκληση εκδηλώθηκε πρωτίστως μέσω του ναυτικού εκσυγχρονισμού του Πεκίνου και της ανάπτυξης ασύμμετρων δυνατοτήτων Αποτροπής Πρόσβασης και Άρνησης Περιοχής (Anti-Access/Area Denial- A2/AD) (Congressional Research Service, 2024· U.S. Department of Defense, 2019, p. 8). Ειδικότερα, το δόγμα του Anti-Access (A2) αποσκοπούσε στην αποτροπή εισόδου των αμερικανικών δυνάμεων στο πεδίο επιχειρήσεων του Πεκίνου μέσω βαλλιστικών και υπερηχητικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ενώ ταυτόχρονα η στρατηγική του Area Denial (AD) επεδίωκε να ακυρώσει την επιχειρησιακή ευελιξία του αντιπάλου μέσω υποβρυχίων, ηλεκτρονικού πολέμου καθώς και συστημάτων αεράμυνας (Moroney et al., 2012). Με τη χρήση αυτών των μέσων και μέσω της στρατιωτικοποίησης τεχνητών νήσων στη Νότια Σινική Θάλασσα, το Πεκίνο δημιούργησε μία προωθημένη γραμμή άμυνας εντός της «πρώτης αλυσίδας νήσων», καθιστώντας υψηλό το κόστος επέμβασης του αμερικανικού στόλου στην ασιατική περιφέρεια (Kissinger, 2012).

Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων επεκτάθηκε αφενός στον θεσμικό και αφετέρου στον τεχνολογικό τομέα. Πιο συγκεκριμένα, η Κίνα προώθησε τις δικές τις πρωτοβουλίες και τους δικούς της θεσμούς, όπως η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων (AIIB) και η πρωτοβουλία Belt and Road (Löfflmann, 2016). Αυτές οι δομές είναι φανερό πως ενίσχυσαν την οικονομική εξάρτηση των γειτονικών κρατών γεγονός που σε συνδυασμό με τη διπλωματία εξαναγκασμού (coercive diplomacy) που υιοθετούσε απέναντι σε όσους ευθυγραμμίζονταν με την Ουάσιγκτον, η Κίνα εδραίωσε την ισχύ της ως περιφερειακός ρυθμιστής (Löfflmann, 2016, p. 102· Richey & Guseinova, 2024, p. 842). Παράλληλα, μέσω του φιλόδοξου προγράμματος «Made in China 2025» το Πεκίνο ενίσχυσε την τεχνολογική του υπεροχή σε κρίσιμους τομείς όπως οι ημιαγωγοί αλλά και η τεχνητή νοημοσύνη (Oxford Analytica, 2024· Sierra, 2024, pp. 812–817). Συνεπώς, με βάση τις προαναφερόμενες κινήσεις της Κίνας, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η στροφή προς την Ασία από πλευράς ΗΠΑ, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο και το μόνο μέσο εξισορρόπησης απέναντι στην ανερχόμενη ισχύ της (Goh, 2019, p. 615).

Ακολούθως, η επίσημη διακήρυξη του εν λόγω δόγματος σηματοδότησε την έλευση του «Ειρηνικού Αιώνα της Αμερικής» (Beitelman, 2012, p. 1086· Clinton, 2011). Σύμφωνα με αυτό, η Ουάσιγκτον επιχείρησε να αποδεσμεύσει τους στρατιωτικούς και διπλωματικούς της πόρους από τις δαπανηρές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή που πραγματοποιούσε μέχρι τότε και να τους διοχετεύσει στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού (Donilon, 2013· Qiu, 2013). Επιπλέον, η στρατηγική αυτή, η οποία και διακρίνεται σε τρεις πρωταρχικούς τομείς (στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό), παρουσιάστηκε επίσημα ως «επανεξισορρόπηση» (rebalancing). Με άλλα λόγια, η αμερικανική κυβέρνηση υιοθέτησε  μία  διττή προσέγγιση αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) αφού από τη μία πλευρά πρόκρινε τη συνεργασία με το Πεκίνο, ενώ από την άλλη επεδίωκε να αποτρέψει την κυριαρχία της Κίνας στην περιοχή (Congressional Research Service, 2012· Clinton, 2011).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα τρία προαναφερόμενα επίπεδα, ο στρατιωτικός πυλώνας της στρατηγικής αυτής σχετιζόταν τόσο με την ανάσχεση της ναυτικής εξάπλωσης του Πεκίνου όσο και με τον κατευνασμό των περιφερειακών συμμάχων (Anderson, 2017· Löfflmann, 2016). Ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον δεσμεύτηκε για τη μεταφορά του 60% του στόλου της στον Ειρηνικό έως το 2020, ενισχύοντας ταυτόχρονα την παρουσία προηγμένων οπλικών συστημάτων, όπως μαχητικών αεροσκαφών F-35 και υποβρυχίων κλάσης Virginia (White House, 2015). Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ διεύρυναν το στρατιωτικό τους αποτύπωμα πέρα από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, αναπτύσσοντας δυνάμεις σε κυλιόμενη βάση (rotational presence), στο Ντάργουιν της Αυστραλίας, στη Σιγκαπούρη και στις Φιλιππίνες στο πλαίσιο της Συμφωνίας Ενισχυμένης Αμυντικής Συνεργασίας (EDCA) (Anderson, 2017, p. 610· Congressional Research Service, 2012). Ακόμη, βασικό εργαλείο της νέας στρατιωτικής διάταξης ήταν το δόγμα «Αεροναυτικής Μάχης» (Air-Sea Battle), το οποίο στόχευε στην εξουδετέρωση των κινεζικών προαναφερθέντων αμυντικών συστημάτων και στη διασφάλιση της ανεμπόδιστης κίνησης των ΗΠΑ στην περιοχή (Etzioni, 2016· Löfflmann, 2016, p. 100). Παρόλα αυτά, η εφαρμογή της εν λόγω στρατηγικής συνάντησε το περιβόητο «Χάσμα Λίπμαν» (Lippmann Gap), καθώς διευρύνθηκε το χάσμα ανάμεσα στις μεγάλες υποσχέσεις προς την Ασία και τα πραγματικά μέσα των ΗΠΑ, λόγω των συνεχών αναταραχών στη Μέση Ανατολή (Ross, 2013, pp. 35–36).

Συμπληρωματικά με τον στρατιωτικό τομέα, η Ουάσιγκτον θέλησε να εδραιώσει την παρουσία της στην Ασία μέσα από την οικονομία και την διπλωματία (Clinton, 2011). Σε αυτό το πλαίσιο κεντρικό ρόλο έπαιξε το Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (TPP), το οποίο μάλιστα δεν ήταν μία τυπική εμπορική συμφωνία. Ειδικότερα, σκοπός του ήταν να διαμορφώσει τους σύγχρονους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου σε τομείς αιχμής, όπως τα δικαιώματα των εργαζομένων, η πνευματική ιδιοκτησία και ο έλεγχος των κρατικών επιχειρήσεων (deLisle & Goldstein, 2021· White House, 2015). Αυτό θα πραγματοποιούνταν μέσω της σύγκλισης έντεκα κρατών, τα οποία αντιπροσώπευαν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας αποκλείοντας συνειδητά το Πεκίνο (Löfflmann, 2016, p. 97). Ωστόσο, το σχέδιο κατέρρευσε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από την συμφωνία (Bolton, 2023), ενώ το πλήγμα έγινε ακόμα μεγαλύτερο όταν οι σύμμαχοι αγνόησαν τις πιέσεις της Ουάσιγκτον και προσχώρησαν στην Κινεζική Τράπεζα Επενδύσεων AIIB (deLisle & Goldstein, 2021).

Στη συνέχεια, σε διπλωματικό επίπεδο, απώτερος σκοπός των ΗΠΑ ήταν να καθησυχάσουν τους φόβους των ασιατικών συμμάχων τους, οι οποίοι θεωρούσαν πως η Ουάσιγκτον παραμελούσε την περιοχή τη στιγμή που η επιρροή του Πεκίνου αυξάνονταν, ενισχύοντας την παρουσία της στους περιφερειακούς θεσμούς (Congressional Research Service, 2012, p. 19). Επίσης, η αμερικανική κυβέρνηση υπέγραψε τη Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας της ASEAN (TAC) το 2009 ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε τακτικά στις συνόδους της Ανατολικής Ασίας (EAS) και της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC), επιβεβαιώνοντας τη διάθεσή της να συνδιαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού στην Ασία (Congressional Research Service, 2012· White House, 2015). Παράλληλα, αυτή ανανέωσε την αμυντική συνεργασία με την Ιαπωνία επιτρέποντάς της να αναλάβει μεγαλύτερες στρατιωτικές ευθύνες, χτίζοντας νέες στρατηγικές σχέσεις με κράτη όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία (White House, 2015).

Όλες οι προαναφερθείσες στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές κινήσεις των ΗΠΑ αποτυπώνουν μία βαθύτερη πραγματικότητα, την οποία εξηγεί εύστοχα η θεωρία του δομικού ρεαλισμού. Κατά συνέπεια, η άνοδος του Πεκίνου και η αντίδραση της Ουάσιγκτον μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στο κλασικό σχήμα της λεγόμενης «παγίδας του Θουκυδίδη» (Allison, 2017). Σύμφωνα με αυτό, όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει τον κυρίαρχο ηγεμόνα, δημιουργείται ένα έντονο «στρατηγικό άγχος» (Allison, 2017). Ως εκ τούτου, τα αρχέγονα κίνητρα του φόβου και της τιμής (γοήτρου) και του συμφέροντος αποδεικνύονται ισχυρότερα από τα οικονομικά οφέλη της αμοιβαίας συνεργασίας (Allison, 2017· Litsas, 2018, pp. 3–12).

Ειδικότερα, σύμφωνα και με τη θεωρία του Επιθετικού Ρεαλισμού (Mearsheimer, 2014), η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων δεν είναι τυχαίο γεγονός αλλά ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άναρχης φύσης του διεθνούς συστήματος. Συνεπώς, καθώς η δύναμη του Πεκίνου αυξάνεται, είναι αναμενόμενο αυτό να επιδιώξει την επιβολή των δικών του όρων στην Ασία, κατά το πρότυπο του αμερικανικού «δόγματος Μονρόε» και να απομακρύνει τις αμερικανικές βάσεις από την περιοχή του προκειμένου να εδραιώσει την επιρροή του ως περιφερειακός ηγεμόνας (Mearsheimer, 2014, p. 345). Στον αντίποδα, η Ουάσιγκτον δρώντας ως εξισορροποιητής από απόσταση (offshore balancer) δεν δύναται να ανεχθεί έναν κυρίαρχο ηγεμόνα στην Ασία (Mearsheimer, 2001, 2014). Υπό αυτή την έννοια, η στροφή προς την Ασία δεν ήταν μία πολιτική προτίμηση της κυβέρνησης Ομπάμα αλλά μία επιβεβλημένη προσαρμογή στη νέα ισορροπία δυνάμεων προκειμένου να σώσει την πρωτοκαθεδρία της τόσο στο διεθνές σύστημα όσο και στο υποσύστημα του Ειρηνικού (Mearsheimer, 2014).

Παρά τη φιλόδοξη στροφή προς την Ασία, αυτή τελικά δεν κατάφερε να φέρει τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε (Harris & Trubowitz, 2021· Kolmaš & Kolmašová, 2019). Σε αυτό το πλαίσιο, η δέσμευση για μετακίνηση του 60% των πολεμικών πλοίων στον Ειρηνικό καθυστέρησε σημαντικά καθώς οι κρίσεις που εκδηλώθηκαν στη Μέση Ανατολή απορρόφησαν ξανά πόρους από τις ΗΠΑ (Kolmaš & Kolmašová, 2019, p. 69). Από την άλλη πλευρά, οι κινήσεις της Ουάσιγκτον ενίσχυσαν το αίσθημα ανασφάλειας της Κίνας ότι δηλαδή οι ΗΠΑ επιδιώκουν να την περικυκλώσουν και να την απομονώσουν (Kissinger, 2012). Έτσι, η Κίνα βλέποντας τις νέες συμμαχίες των ΗΠΑ ως άμεση απειλή, απάντησε σε αυτή αφενός χτίζοντας στρατιωτικές βάσεις σε τεχνητά νησιά στη Νότια Σινική Θάλασσα και αφετέρου προωθώντας τη δική της εμπορική συμφωνία, την Περιφερειακή Συνολική Οικονομική Συνεργασία (RCEP) (Kissinger, 2012· Liao, 2025, p. 2).

Ωστόσο, αυτές οι εξελίξεις παγίδευσαν τα μικρότερα κράτη της Ασίας στο λεγόμενο δίλημμα αντιστάθμισης κινδύνου (hedging dilemma), καθώς βρέθηκαν εγκλωβισμένα ανάμεσα στην ασφάλεια που τους παρείχαν οι ΗΠΑ και στην αναπόφευκτη οικονομική τους εξάρτηση από την Κίνα (Rajesh & Deshpande, 2025, pp. 464–465). Με άλλα λόγια, η ασφαλέστερη οδός για αυτά βρισκόταν αφενός στη διατήρηση στενών οικονομικών δεσμών με το Πεκίνο και αφετέρου στη συμμετοχή σε κοινές στρατιωτικές συνεργασίες και ασκήσεις με την Ουάσιγκτον.

Τελικά, η έξοδος από την εμπορική συμφωνία TPP και η αδυναμία ανάσχεσης της κινεζικής επιθετικότητας ανέδειξαν τα όρια της πολιτικής Ομπάμα (Bolton, 2023). Παρόλα αυτά, η στροφή προς την Ασία άφησε το αποτύπωμά της, βάζοντας οριστικό τέλος στη ψευδαίσθηση ότι η Κίνα θα ενσωματωνόταν ομαλά στη διεθνή τάξη, στην οποία θα κυριαρχούσε η Δύση ενώ προετοίμασε το έδαφος για την εποχή του ανοιχτού ανταγωνισμού όπως αναφέρθηκε επίσημα στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ το 2017 (Thurston, 2021· U.S. Defense Security Strategy, 2017).

Συνοψίζοντας, το «Pivot to Asia-Pacific» σηματοδότησε την οριστική απομάκρυνση της Ουάσιγκτον από τις φιλοδοξίες της πολιτικής εμπλοκής που εφάρμοζε επί δεκαετίες στο παρελθόν. Αντιθέτως, στο νέο αυτό περιβάλλον, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν στρατηγικές εξισορρόπησης απέναντι στην αναθεωρητική άνοδο του Πεκίνου. Εντούτοις, τα κενά υλοποίησης και οι αντιφάσεις ανάμεσα στη ρητορική συνεργασίας που υιοθέτησε από την μία πλευρά, και την πράξη περιορισμού της Κίνας από την άλλη οδήγησαν στην είσοδο του διεθνούς συστήματος σε μία νέα εποχή παρατεταμένου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων.

 

 

Ακαδημαϊκά άρθρα:

Ali, L. A. (2022). Xi Jinping: The Governance of China [Review of the book The Governance of China, by Xi Jinping]. Margalla Papers, 26(1), 132-133. https://ndu.edu.pk/margalla-papers/index.php

Allison, G. (2017). Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap?

ANDERSON, N. D., & CHA, V. D. (2017). The Case of the Pivot to Asia: System Effects and the Origins of Strategy. Political Science Quarterly, 132(4), 595–617. http://www.jstor.org/stable/45175868

Beeson, M., & Higgott, R. (2005). Hegemony, institutionalism and US foreign policy: Theory and practice in comparative historical perspective. Third World Quarterly, 26(7), 1173–1188 . https://doi.org/10.1080/01436590500235777.

Beitelman, D. A. (2012). America’s Pacific pivot. International Journal, 67(4), 1073–1094. http://www.jstor.org/stable/42704948

Bolton, J. Q. (2023). Pacific pivot or half step?: Analyzing the Obama administration’s “pivot” to Asia [Doctoral dissertation, Johns Hopkins University]. Johns Hopkins Sheridan Libraries & University Archives.

Brands, H. (2016). Barack Obama and the Dilemmas of American Grand Strategy. The Washington Quarterly, 39(4), 101–125. https://doi.org/10.1080/0163660X.2016.1261557

Brazinsky, G. (2022, February 14). 50 years later: Richard Nixon’s historic visit to China. GW Today. https://gwtoday.gwu.edu/50-years-later-richard-nixons-historic-visit-china

CLINTON, H. (2011). AMERICA’S PACIFIC CENTURY: THE FUTURE OF GEOPOLITICS WILL BE DECIDED IN ASIA, NOT IN AFGHANISTAN OR IRAQ, AND THE UNITED STATES SHOULD BE RIGHT AT THE CENTER OF THE ACTION. Foreign Policy, 189, 56–63. http://www.jstor.org/stable/41353253

Congressional Research Service. (2012, March 28). Pivot to the Pacific? The Obama Administration’s “rebalancing” toward Asia (Report No. R42448). https://www.everycrsreport.com/reports/R42448.html

Delisle, J., & Goldstein, A. (2021). Rivalry and security in a new era for US-China relations. After engagement: Dilemmas in US-China security relations, 1-47.

Donilon, T. (2013, March 11). Remarks by Tom Donilon, National Security Advisor to the President: “The United States and the Asia-Pacific in 2013”. The White House: Office of the Press Secretary. https://obamawhitehouse.archives.gov/the-press-office/2013/03/11/remarks-tom-donilon-national-security-advisor-president-united-states-an

Etzioni, A. (2016). Air sea battle: A case study in structural inattention and subterranean forces. Armed Forces & Society, 42(1), 169-191. https://doi.org/10.1177/0095327X14548717

Fingar, T., & Lampton, D. M. (2023). China’s America policy: Back to the future. The Washington Quarterly, 46(4), 43–63.https://doi.org/10.1080/0163660X.2023.2285541

Gilmore, J. (2015). American exceptionalism in the American mind: Presidential discourse, national identity, and US public opinion. Communication Studies, 66(3), 301-320. https://doi.org/10.1080/10510974.2014.991044

Goh, E. (2019). Contesting Hegemonic Order: China in East Asia. Security Studies, 28(3), 614–644. https://doi.org/10.1080/09636412.2019.1604989

Gunter, M. M. (2020). US refusal to recognize China (1949–1979). Cappadocia Journal of Area Studies, 1(1), 35-46. http://dx.doi.org/10.38154/cjas.35

Harris, P., & Trubowitz, P. (2021). The politics of power projection: the pivot to Asia, its failure, and the future of American primacy. The Chinese Journal of International Politics, 14(2), 187-217.

Kilic, C. (2025). A Different Approach on Analyzing Countries’ Grand Strategies: China and the United States. Uluslararası İlişkiler Dergisi, 22(87), 43-65.

Kissinger, H. A. (2012). The future of US-Chinese relations: Conflict is a choice, not a necessity. Foreign Aff., 91, 44.

Kolmaš, M., & Kolmašová, Š. (2019). A ‘pivot’ that never existed: America’s Asian strategy under Obama and Trump. Cambridge Review of International Affairs, 32(1), 61–79. https://doi.org/10.1080/09557571.2018.1553936

Kupchan, C. A. (2014). The Normative Foundations of Hegemony and The Coming Challenge to Pax Americana. Security Studies, 23(2), 219–257. https://doi.org/10.1080/09636412.2014.874205

Liao, J. C. (2025). Beyond the Belt and Road: China’s Competitive Statecraft and Free Trade Agreement Push. Journal of Contemporary China, 1–20. https://doi.org/10.1080/10670564.2025.2581314

LIEBERTHAL, K., & THORNTON, S. (2021). FORTY-PLUS YEARS OF U.S.-CHINA DIPLOMACY: Realities and Recommendations. In A. F. THURSTON (Ed.), Engaging China: Fifty Years of Sino-American Relations (pp. 365–390). Columbia University Press. http://www.jstor.org/stable/10.7312/thur20128.15

Lin, B., Garafola, C. L., McClintock, B., Blank, J., Hornung, J. W., Schwindt, K., Moroney, J. D. P., Orner, P., Borrman, D., Denton, S. W., & Chambers, J. (2022). Competition in the gray zone: Countering China’s coercion against U.S. allies and partners in the Indo-Pacific. RAND Corporation. https://www.rand.org/pubs/research_reports/RRA594-1.html

Litsas, S. N. (2018). Thucydides and Rationalism A Study Beyond Rational Choice. The Journal of International Relations, Peace Studies, and Development, 4(1), 9.

Löfflmann, G. (2014). The fractured consensus: how competing visions of grand strategy challenge the geopolitical identity of American leadership under the Obama presidency (Doctoral dissertation, University of Warwick).  http://go.warwick.ac.uk/wrap/66906

Löfflmann, G. (2016). The pivot between containment, engagement, and restraint: President Obama’s conflicted grand strategy in Asia. Asian Security, 12(2), 92-110. https://doi.org/10.1080/14799855.2016.1190338

Mastanduno, M. (2019). Partner politics: Russia, China, and the challenge of extending US hegemony after the Cold War. Security Studies, 28(3), 479-504. DOI: 10.1080/09636412.2019.1604984

McCrisken, T. B. (2003). American exceptionalism and the legacy of Vietnam: US foreign policy since 1974. Palgrave Macmillan.

Mearsheimer, J. J. (2014). The tragedy of Great Power politics (Updated ed.). W. W. Norton & Company.

Moroney, J. D., Mills, P., Orletsky, D. T., & Thaler, D. E. (2012). Working with allies and Partners.

O’Rourke, R. (2024, October 21). China naval modernization: Implications for U.S. Navy capabilities—Background and issues for Congress (CRS Report No. RL33153). Congressional Research Service. https://www.congress.gov/crs_external_products/RL/PDF/RL33153/RL33153.281.pdf

Oxford Analytica. (2024, December 3). China will continue to advance its military AI. https://www.oxan.com/insights/china-will-continue-to-advance-its-military-ai/

QIU, H. (2013). Sino-US Strategic Dilemma–From the Perspective of Power Transition in Asia-Pacific and Middle East. Journal of Middle Eastern and Islamic Studies (in Asia), 7(4), 57-96.

Rajesh, G. K., & Deshpande, M. (2025). Hedging with the Indo-Pacific: why Southeast Asia might benefit from embracing the construct. The Round Table, 114(4), 463–475. https://doi.org/10.1080/00358533.2025.2511000

Richey, M., & Guseinova, O. (2024). Disputed geometries of great power politics: US–China perspectives on minilateralism. Australian Journal of International Affairs, 78(6), 828–847. https://doi.org/10.1080/10357718.2024.2412143

Rojecki, A. (2008). Rhetorical alchemy: American exceptionalism and the war on terror. Political Communication, 25(1), 67-88. https://doi.org/10.1080/10584600701807935

Ross, R. S. (1986). International Bargaining and Domestic Politics: U.S.-China Relations since 1972. World Politics, 38(2), 255–287. https://doi.org/10.2307/2010238

Ross, R. S. (2013). US Grand Strategy, the Rise of China, and US National Security Strategy for East Asia. Strategic Studies Quarterly, 7(2), 20–40. http://www.jstor.org/stable/26270764

Sierra, J. (2024). Economic Balancing and China–United States Financial Ties. Security Studies, 33(5), 798–829. https://doi.org/10.1080/09636412.2024.2434811

Silove, N. (2018). Beyond the buzzword: The three meanings of “grand strategy”. Security Studies, 27(1), 27–57. https://doi.org/10.1080/09636412.2017.1360073

THURSTON, A. F. (2021). ENGAGING CHINA: Fifty Years of Sino-American Relations. In A. F. THURSTON (Ed.), Engaging China: Fifty Years of Sino-American Relations (pp. 3–31). Columbia University Press. http://www.jstor.org/stable/10.7312/thur20128.3

Warner, G. (2007). Nixon, Kissinger and the Rapprochement with China, 1969-1972 [Review of Foreign Relations of the United States 1969-1976]. International Affairs (Royal Institute of International Affairs 1944-), 83(4), 763–781. http://www.jstor.org/stable/4541810

White House. (2015). National Security Strategy. https://obamawhitehouse.archives.gov/sites/default/files/docs/2015_national_security_strategy_2.pdf

Zhang, B. (2004). AMERICAN HEGEMONY AND CHINA’S U.S. POLICY. Asian Perspective, 28(3), 87–113. http://www.jstor.org/stable/42704468

 

 

Πρωτογενείς πηγές:

U.S. Department of State. (1970, December). Message from President Nixon to the Chinese Leadership (Document 94). Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XVII, China, 1969–1972. Office of the Historian.

U.S. Department of State. (1970, May 23). Memorandum from the President’s Assistant for National Security Affairs (Kissinger) to President Nixon (Document 81). Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XVII, China, 1969–1972. Office of the Historian.

U.S. Department of State. (1971, July 9). Memorandum of conversation (Document 139). Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XVII, China, 1969–1972. Office of the Historian

U.S. Department of State. (1972, February 22). Memorandum of conversation (Document 196). Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XVII, China, 1969–1972. Office of the Historian.

U.S. Department of State. (1972, February 23). Memorandum of conversation (Document 197). Foreign Relations of the United States, 1969–1976, Volume XVII, China, 1969–1972. Office of the Historian

U.S. Department of Defense. (2019, June 1). Indo-Pacific strategy report: Preparedness, partnerships, and promoting a networked region

U.S. Department of Defense. (2024, December 18). 2024 China Military Power Report (CMPR) fact sheet. https://media.defense.gov/2024/Dec/18/2003615417/-1/-1/0/2024-CMPR-FACT-SHEET.PDF

The White House. (2012, February 14). President Obama’s bilateral meeting with Vice President Xi of China [Video]. Obama White House Archives. https://obamawhitehouse.archives.gov/photos-and-video/video/2012/02/14/president-obama-s-bilateral-meeting-vice-president-xi-china-0

The White House. (2015, November 16). FACT SHEET: Advancing the Rebalance to Asia and the Pacific. Obama Whitehouse Archives. https://obamawhitehouse.archives.gov/the-press-office/2015/11/16/fact-sheet-advancing-rebalance-asia-and-pacific

 

 

Πηγή εικόνας:

Watson, J. (2015). A 2015 meeting between U.S. President Barack Obama (L) and Chinese President Xi Jinping, in the run-up to the 2015 COP21 climate summit in 2015. https://chinaglobalsouth.com/2023/06/08/whatever-happened-to-chinas-south-south-climate-cooperation-fund-the-answer-is-unclear/