Γράφει ο Δημοσθένης Φράγκος
Από την παύση της πανδημίας και έπειτα, η Ευρώπη διανύει μία περίοδο υψηλής γεωπολιτικής αστάθειας, η οποία την απομονώνει όλο και περισσότερο, καθώς η διεθνή σκακιέρα συνεχίζει να αλλάζει εις βάρος της και παραδοσιακοί σύμμαχοί της, με πρωτοπόρο τις ΗΠΑ, στοχεύουν να την περιθωριοποιούν και να την αποδυναμώνουν όπου μπορούν. Παράλληλα αντιμετωπίζει μία φάση ταχύτατου ψηφιακού μετασχηματισμού, που την αναγκάζει να στοχεύει σε μία ασφαλή ανάπτυξη ενός νέου και συμπληρωματικού μέσου πληρωμών. Σε αυτό το περιβάλλον το ψηφιακό ευρώ παρουσιάζεται ως μία στρατηγική επένδυση στην Ευρωπαϊκή αυτονομία, την νομισματική κυριαρχία και την χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα, ενδυναμώνοντας το επιχειρηματικό μοντέλο των Ευρωπαϊκών τραπεζών και προετοιμάζοντάς τις να αντιμετωπίσουν τον αυξημένο ανταγωνισμό (Cipollone, March 2026). Ωστόσο, η εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ εγείρει κομβικά ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις του στη χρηματοοικονομική σταθερότητα και την λειτουργία των ευρωπαϊκών εμπορικών τραπεζών.
Πιθανοί προβληματισμοί που θα κληθεί να εξομαλύνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αποτελούν η απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων (deposit disintermediation) και ο αυξημένος κίνδυνος ψηφιακών τραπεζικών πανικών (digital bank runs). Πράγματι, εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, μέσω φορέων όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληρωμών Λιανικής (ERPB), τονίζουν πως το ψηφιακό ευρώ μετατρέπει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε άμεσο ανταγωνιστή ως προς την πηγή χρηματοδότησης, τροφοδοτώντας ανησυχίες για μελλοντικές εκροές καταθέσεων και δημιουργώντας πίεση στο παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο εμπορικών τραπεζών (Fletcher, June 2026).
Η συγκεκριμένη ανησυχία δικαιολογείται, καθώς οι καταθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνουν το 63,6% του συνόλου χρηματοδότησης, συνεπάγοντας πως μία μετάβαση σε ψηφιακό ευρώ θα μείωνε ιδιαίτερα την βασική προέλευση κεφαλαίων και θα ανάγκαζε τα πιστωτικά ιδρύματα να προσανατολιστούν προς πιο ακριβές και ριψοκίνδυνες εναλλακτικές, όπως η χρηματοδότηση μέσω διατραπεζικών αγορών ή η πιο παραδοσιακή έκδοση ομολογιακού χρέους (EBA, November 2025). Αναλύσεις βασισμένες σε τρέχοντα δεδομένα της αγοράς δείχνουν ότι o συνολικός χρηματοοικονομικός αντίκτυπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω της συνδυαστικής μείωσης των τραπεζικών τελών και της αύξησης του κόστους αναχρηματοδότησης, κυμαίνεται στα 8,7-23,7 δις ευρώ ετησίως, με το έλλειμμα αναχρηματοδότησης να ανέρχεται στα 324-650 δις (Brühl, 2024).
Στο ίδιο πλαίσιο, η εισαγωγή ενός ψηφιακό ευρώ λιανικής όντας μία γρήγορη και αποτελεσματική εναλλακτική στις καταθέσεις όψεως, βασικού πυλώνα του παθητικού κάθε τράπεζας, μειώνει εμμέσως το εισόδημα που μπορεί να εισπράττει ένα ίδρυμα από τόκους και περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την χορήγηση δανείων και την εκτέλεση συναλλαγών. Σε συνδυασμό με το παραπάνω, το λειτουργικό και επενδυτικό βάρος που επιφέρει η μετάβαση στο ψηφιακό ευρώ επιβάλλει στον τραπεζικό τομέα, όπως τονίζει και η ίδια ΕΚΤ, ένα επιπρόσθετο κόστος 4-6 δις ευρώ για αναβαθμίσεις συστημάτων και για κανονιστική συμμόρφωση, συρρικνώνοντας περαιτέρω το καθαρό κέρδος στην διάθεσή του. Ως εκ τούτου, η ενισχυμένη ασφάλεια και η σταθερότητα που προφέρει ένα CBDC[1] πρέπει να σταθμιστεί από την ΕΚΤ έναντι του κίνδυνου αποδυνάμωσης των εμπορικών τραπεζών και συγκεκριμένα της δυνατότητας περιορισμού χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.
Επίσης, όπως σημειώθηκε νωρίτερα, δυνητικά ζητήματα που απορρέουν από την ενσωμάτωση ενός ψηφιακού νομίσματος αφορούν ψηφιακούς τραπεζικούς πανικούς, καθώς, όπως επιβεβαιώνει και η σύγχρονη ιστορία, μέσω της πτώχευσης της Silicon Valley Bank, προκύπτουν συχνότερα λόγω της ταχύτητας που προσφέρουν τα mobile μέσα τραπεζικών συναλλαγών, εμπλέκοντας αντίστοιχα και σημαντικές αναγκαστικές εκποιήσεις (fire sales). Ο μηχανισμός είναι απλός, αλλά επικίνδυνος, καθώς μπορεί να δημιουργήσει ένα αρνητικό domino effect. Αναλυτικότερα, εφόσον το ψηφιακό ευρώ προσφέρει μία δυνατότητα διακράτησης κεφαλαίων σε μεγάλη κλίμακα, ευνοώντας τους καταθέτες να μεταφέρουν με ένα κλικ σημαντικά ποσά και να τα αποθηκεύσουν ψηφιακά χωρίς κανένα φυσικό περιορισμό, σε περιόδους κρίσεις, αυτή η ικανότητα καθίσταται κομβική για την ισορροπία του τραπεζικού συστήματος (Bidder, Jackson, & Rottner, 2025).
Πράγματι, μία μικρή κρίση εμπιστοσύνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ανεξέλεγκτη εκροή καταθέσεων προς το ψηφιακό ευρώ, η οποία θα επέφερε ένα σοκ στο σύστημα, που θα ανάγκαζε τα ιδρύματα να επιχειρήσουν εκποιήσεις. Το χειρότερο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχουν οι εκποιήσεις θα ήταν μία διάχυση (spillover effect) στις τιμές της αγοράς, δηλαδή μία συστημική μετάδοση της πτώσης των τιμών σε όλους τους τίτλους που κρατούν και οι άλλες τράπεζες, οδηγώντας τον τραπεζικό κλάδο σε κρίση και κατ’ επέκταση μία ολόκληρη οικονομία σε ύφεση. Κάτι ανάλογο παρατηρήθηκε τον Μάρτιο του 2023, καθώς η κατάρρευση της Silicon Valley Bank δημιούργησε έναν πανικό, ο οποίος δεν μεταδόθηκε απλά στις άλλες περιφερειακές τράπεζες των ΗΠΑ, όπως η Signature Bank και η First Republic, αλλά διαπέρασε τον Ατλαντικό, συμβάλλοντας στην κρίση εμπιστοσύνης που οδήγησε, λίγες μέρες αργότερα, στην εξαγορά της Credit Suisse (Martins, 2025).
Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά την διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, σχεδίασε μία θεσμικά συντονισμένη διαδικασία για την ενσωμάτωση του ψηφιακού ευρώ, η οποία ξεκίνησε το 2021 με μία φάση έρευνας και εξελίχθηκε, μετά τον Νοέμβριο του 2023, σε διετή φάση προετοιμασίας. Ο κύριος στόχος ήταν να οριστούν οι κανονιστικές, λειτουργικές και τεχνικές βάσεις της έκδοσης, μέσω της σύνταξης ενός προσχεδίου των κανόνων λειτουργίας, της διατήρησης μιας στενής σχέσης με τα τραπεζικά ιδρύματα και τους λοιπούς φορείς πληρωμών και μέσω μιας προσεκτικής επιλογής των τεχνικών παροχών. Με αυτό τον τρόπο η ΕΚΤ διευκολύνει την κατανόηση της ανάγκης ενός ψηφιακού νομίσματος, των επιπτώσεων του στην καθημερινότητα μας και του τρόπου με τον οποίο σκοπεύει να αποφύγει πιθανούς προβληματισμούς που ενδέχεται να βλάψουν τον τραπεζικό κλάδο (ECB, Preparation phase of a digital euro- Closing Report, 2025).
Όντως, ένα από τα βασικά εργαλεία που προτίθεται να χρησιμοποιήσει η ΕΚΤ ως μορφή ελέγχου είναι τα όρια κατοχής (holding limits), τα οποία θα κυμαίνονται σε αρχικό στάδιο μεταξύ 3000-4000 ευρώ ανά ιδιώτη και θα είναι μηδενικά για εμπόρους και για επιχειρήσεις. Ειδικότερα, κάθε ψηφιακό ευρώ που θα λαμβάνεται από επιχειρήσεις στο επαγγελματικό πορτοφόλι θα μεταφέρεται αυτόματα στον επαγγελματικό λογαριασμό σε μορφή λογιστικού χρήματος, κλασικά ευρώ, τα οποία θα διαχειρίζεται η αντίστοιχη εμπορική τράπεζα. Με αυτό τον τρόπο, τα όρια κατοχής θα περιορίζουν τον κίνδυνο μαζικής και ανεξέλεγκτης μετατροπής τραπεζικών καταθέσεων σε ψηφιακό ευρώ εν περίοδο κρίσης, λειτουργώντας ως μία δικλείδα ασφάλειας και θα αποτρέπουν ταυτόχρονα σενάρια τραπεζικών πανικών προς την κεντρική τράπεζα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα παραπάνω, πως ο βασικός ρόλος που πρόκειται να αποκτήσει το ψηφιακό ευρώ είναι εκείνος του μέσου πληρωμών και όχι του μέσου αποθήκευσης αξίας, διαφυλάσσοντας τον ρόλο των εμπορικών τραπεζών στην χρηματοδότηση της οικονομίας και συμβάλλοντας στην ανεξαρτητοποίηση της Ευρώπης από αμερικανικούς παρόχους υπηρεσιών πληρωμών (Mastercard, Visa and American Express), οι οποίοι μέχρι και σήμερα κυριαρχούν την αγορά καρτών πίστωσης και χρέωσης (Balz, 2026).
Επιπλέον, ένα κομψό τεχνικό σχέδιο που συνδυάζει ευχρηστία για την ιδιωτική χρήση, αλλά παράλληλα πετυχαίνει μία χρηματοπιστωτική πειθαρχία είναι ο μηχανισμός καταρράκτης (waterfall mechanism), ο οποίος θα εφαρμοστεί από την ΕΚΤ για να εγγυηθεί μία απρόσκοπτη καθημερινή χρήση και μία σταθερότητα στην ποσότητα του ψηφιακό ευρώ εν κυκλοφορία. Αναλυτικότερα, ο μηχανισμός χωρίζεται σε δυο κατευθύνσεις: το κανονικό ενδεχόμενο (waterfall mechanism) , που πραγματοποιείται όταν ο χρήστης δεν κατέχει επαρκές ψηφιακό ευρώ, με το ποσό να συμπληρώνεται αυτόματα από τον συνδεδεμένο τραπεζικό λογαριασμό και το αντίστροφο ενδεχόμενο (reverse waterfall mechanism), που εκτελείται σε περίπτωση που ο λογαριασμός υπερβεί το όριο κατοχής, με το πλεόνασμα να μεταφέρεται απευθείας στον συνδεδεμένο τραπεζικό λογαριασμό. Με αυτό τον τρόπο ο μηχανισμός αποδεικνύει πως η ανησυχία των τραπεζών για πιθανή απόσυρση των καταθέσεων έναντι ψηφιακού ευρώ είναι αβάσιμη, καθώς τεκμηριώνεται πως το ψηφιακό ευρώ έχει σχεδιαστεί λεπτομερώς ως σύγχρονο μέσο πληρωμής και όχι ως μορφή επένδυσης (Ulrich Bindseil, Piero Cipollone, Jürgen Schaaf, 2024).
Εν τέλει, αξίζει να τονιστεί πως η ΕΚΤ έχει πραγματοποιήσει μία ολοκληρωμένη έρευνα για τις πιθανές επιπτώσεις του ψηφιακό ευρώ σε συγκεκριμένους τραπεζικούς δείκτες κερδοφορίας και ρευστότητας, σε κομβικά στοιχεία του ισολογισμού, όπως οι καταθέσεις όψεως και οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου και στις στρατηγικές χορήγησης δανείων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Συνεπώς, η ΕΚΤ για να προσφέρει δεδομένα εις συμπαράστασης της απόφασης της, χρησιμοποιεί ως βασικό εργαλείο μία ολοκληρωμένη δοκιμή αντοχής (stress test), χωρισμένη σε δύο σενάρια: business-as-usual και flight-to-safety. Με τις συγκεκριμένες προσομοιώσεις, ΕΚΤ αποσκοπεί να προβλέψει τις κινήσεις στα βιβλία των τραπεζών και τις μεταβολές των ψηφιακών πορτοφολιών. Εκτενέστερα, υπό κανονικές συνθήκες, οι δύο βασικοί δείκτες ρευστότητας, που πρέπει να βρίσκονται πάντοτε πάνω από το 100%, παρουσιάζουν μία ελαφριά πτώση, καθώς το LCR[2] και το NSFR[3] μειώνονται αντίστοιχα στο 163% και στο 127%. Παράλληλα το Whole Sale Funding Ratio αυξάνεται μηδαμινά, το Central Bank Funding Ratio παραμένει αμετάβλητο και η τάση στις χορηγήσεις δεν μεταβάλλεται σημαντικά. Στο δεύτερο σενάριο, το οποίο υποθέτει πως όλοι οι πολίτες θα διακρατήσουν αμέσως το ψηφιακό ευρώ μέχρι το ανώτατο επιτρεπτό όριο και όλες οι τράπεζες θα υφίστανται ταυτόχρονα εκροές καταθέσεων, οι δείκτες ρευστότητας παρουσιάζουν μία θετική εικόνα καθώς μόνο 9 από τις 2025 τράπεζες εμφανίζουν ένα LCR κάτω από το 100% και ταυτόχρονα, όσο αφορά το NSFR, όλες οι τράπεζες δείχνουν να παραμένουν πάνω από το 100%. Ακόμα και σε αυτό το ακραίο σενάριο η ΕΚΤ καταλήγει πως το σύστημα δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει μία σημαντική διαταραχή στην δυναμική χορήγησης, καθώς οι τράπεζες, σε περίπτωση ανάγκης, θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα αποθέματα ρευστότητας και την χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα (ECB, Technical annex on the financial stability impact of the digital euro, 2025).
Συνοψίζοντας, η εισαγωγή ενός ψηφιακού ευρώ αποτελεί την τελική επέκταση της ψηφιοποίησης του τραπεζικού συστήματος, θωρακισμένη από μηχανισμούς όπως τα όρια κατοχής και ο μηχανισμός καταρράχτης, και ενισχυμένη από πετυχημένες προσομοιώσεις που μας επιβεβαιώνουν πως πρόκειται για μία στοχευμένη και ελεγχόμενη μεταρρύθμιση που ενισχύει το τραπεζικό σύστημα και τροφοδοτεί την ΕΚΤ με το κατάλληλο εργαλείο για να επενδύσει στην οικονομική κυριαρχία της Ευρώπης.
Πηγές:
Balz, B. (2026). The man for the digital euro:”There will be an obligation to accept cash”. (O. Stock, Interviewer) Deutsche Bundesbank (Press – Interviews). Διαθέσιμο σε: https://www.bundesbank.de/en/press/interviews/the-man-for-the-digital-euro-there-will-be-an-obligation-to-accept-cash–988636
Bidder, R., Jackson, T., & Rottner, M. (2025). CBDC and banks: disintermediating fast and slow. Basel: Bank for International Settlements. Διαθέσιμο σε: https://www.bis.org/publ/work1280.pdf
Brühl, V. (2024). The digital euro: Implications for the European banking sector. Center for Financial Studies (CFS).
Cipollone, P. (2026). Digital euro: an opportunity for banks. THE ECB BLOG, 2.
EBA. (2025). ANALYSIS ON EU/EEA BANKS FUNDING STRUCTURE AND THEIR DEPENDENCE ON ASSET AND LIABILITY EXPOSURES IN FOREIGN CURRENCY. Paris, France: EBA/REP/2025/33.
ECB. (2025). Preparation phase of a digital euro- Closing Report. European Central Bank. Διαθέσιμο σε: https://www.ecb.europa.eu/euro/digital_euro/progress/html/ecb.deprp202510.en.html
ECB. (2025). Technical annex on the financial stability impact of the digital euro. European Central Bank. Διαθέσιμο σε: https://www.ecb.europa.eu/euro/digital_euro/timeline/profuse/shared/pdf/ecb.deprep251010_technical_annex_financial_stability_impact_digital_euro.en.pdf
Fletcher, A. (2026). The Digital Euro In 2026: Policy Alignment, Persistent Concerns, And Emerging Solutions. FII Institute-Impact on Humanity, 2.
Martins, A. M. (2025). The collapse of Silicon Valley Bank and Credit Suisse and their impact on other U.S. Banks. Applied Economicss Letters.
Ulrich Bindseil, Piero Cipollone, Jürgen Schaaf. (2024). Digital euro: Debunking banks’ fears about losing deposits. European Central Bank: Διαθέσιμο σε: https://www.ecb.europa.eu/press/blog/date/2024/html/ecb.blog20240219~ccb1e8320e.en.html
Φωτογραφία:
[1] Central Bank Digital Currency
[2] Liquidity Coverage Ratio
[3] Net Stable Funding Ratio
