Γράφει η Καραθανάση Λυδία
Η στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α στο Βιετνάμ το 1964 αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής ισχύος, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, καθώς η χώρα εξήλθε από τον πόλεμο ηττημένη, βαθιά διχασμένη αλλά και με μειωμένο κύρος ως προς την διεθνή κοινότητα (Παπασωτηρίου, 2018). Ο πόλεμος στο Βιετνάμ έχει τις ρίζες του σε μία σύγκρουση που ξεκίνησε ως αγώνας απελευθέρωσης από την γαλλική αποικιοκρατία. Συγκεκριμένα, το 1954, έπειτα από ήττα των γαλλικών δυνάμεων, το Βιετνάμ χωρίστηκε στον 17ο παράλληλο, δημιουργώντας το Βόρειο Βιετνάμ, υπό την ηγεσία του Χο Τζι Μινχ και το Νότιο Βιετνάμ υπό την ηγεσία της κυβέρνησης του Νγκο Ντιν Ντιέμ με την υποστήριξη των Η.Π.Α. (BBC, n.d.). Αρχικά, η παρέμβαση των ΗΠΑ περιοριζόταν κυρίως σε συμβουλευτική υποστήριξη και περιορισμένη στρατιωτική βοήθεια. Ωστόσο, η υποστήριξή τους αποτελούσε μέρος μίας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης και στην πραγματικότητα εκδήλωση του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η μοναδική χώρα που απέμενε πλέον για να εντάξουν οι Η.Π.Α. στη δική τους σφαίρα οικονομικής και πολιτικής επιρροής ήταν το Νότιο Βιετνάμ (Spector R. H. & Britannica Editors, 2026). Έτσι, ο διαχωρισμός του 17ου παράλληλου, στην πραγματικότητα αποτελούσε πολιτική διαίρεση με τον σχηματισμό δύο ξεχωριστών κρατών.
Αιτία της σύγκρουσης αποτελούσε η επιθυμία του Βόρειου Βιετνάμ, που είχε προκαλέσει την ήττα των Γάλλων το 1954, για ένωση της χώρας υπό ένα κομμουνιστικό καθεστώς, ενώ παράλληλα το Νότιο Βιετνάμ, με την επιρροή των ΗΠΑ, επιθυμούσε να παραμείνει κοντά στο μοντέλο που ακολουθούσε η Δύση (Παπασωτηρίου, 2018). Ο Ντιέμ, είχε την πλήρη υποστήριξη των Αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων και το καθεστώς φαινόταν να διακατέχεται από επιτυχία. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η κυβέρνηση Ντιέμ, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, καθώς ο τελευταίος χαρακτηριζόταν από αυταρχισμό, έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους και συγκέντρωνε εξουσίες στην οικογένειά του (Spector R. H. & Britannica Editors, 2026), ενώ παράλληλα, μέχρι το 1957, οι Βιετκόνγκ (κομμουνιστές-Βόρειο Βιετνάμ), είχαν ξεκινήσει εκστρατεία εναντίον του Νότιου Βιετνάμ μέσω ενός τρομοκρατικού προγράμματος και δολοφονιών εναντίον κυβερνητικών αξιωματούχων και υπαλλήλων (Spector R. H. & Britannica Editors, 2026). Έτσι, ενώ ο ρόλος των ΗΠΑ ξεκίνησε καθαρά υποστηρικτικά και συμβουλευτικά τη δεκαετία του 1950, σταδιακά, από το 1961, άρχισε να έχει αυξημένη στρατιωτική παρουσία. Συγκεκριμένα, από το 1964 επενέβη επισήμως στρατιωτικά, ενώ το 1969 αριθμούσε πάνω από 500.000 Αμερικανούς στρατιώτες στο Βιετνάμ (Παπασωτηρίου, 2018).
Την απόφαση για στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βιετνάμ, την πήρε ο πρόεδρος Τζόνσον, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία είκοσι δύο μέρες μετά την πραξικοπηματική ανατροπή και δολοφονία του προέδρου Ντιέμ (1964) του Νότιου Βιετνάμ (Παπασωτηρίου, 2018). Ανέλαβε έχοντας κληρονομήσει την πολιτική του Κένεντι στο Βιετνάμ, ενώ θεωρούσε λανθασμένη τη συγκατάβαση του τελευταίου στο πραξικόπημα, γεγονός που αποκαλύπτει κατά κάποιον τρόπο την πολιτική που θα ακολουθούσε ο Τζόνσον στο Βιετνάμ (Παπασωτηρίου, 2018). Είναι πλέον γνωστό πως ενώ ο πρόεδρος Τζόνσον διαισθανόταν τις προκλήσεις μία στρατιωτικής επέμβασης στο Βιετνάμ, καθώς επίσης και την παγίδα που ενείχε, αποφάσισε να την πραγματοποιήσει, βασιζόμενος στην ομάδα του Κένεντι για καθοδήγηση, αναφορικά με την πολιτική στο Βιετνάμ (Παπασωτηρίου, 2018). Την ίδια περίοδο, και ενώ η αμερικανική επέμβαση βρίσκεται σε εξέλιξη, η κατάσταση στο Νότιο Βιετνάμ μετά την ανατροπή του Ντιέμ, επιδεινώθηκε, με την περίοδο που ακολούθησε να χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια και τις ΗΠΑ να βρίσκονται δέσμιες λόγω της παρέμβασής τους διαχρονικά, συμβουλευτικά και στρατιωτικά, να υπερασπίσουν ένα σύμμαχο, που ο ίδιος αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του (Spector R. H. & Britannica Editors.,2026). Με το λεγόμενο «ψήφισμα του κόλπου Τονκίν», το Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο να αποκρούσει μελλοντικές επιθέσεις κατά των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ (Παπασωτηρίου, 2018). Το ψήφισμα αυτό αφορούσε μονάχα αντίποινα σε περίπτωση επίθεσης, ωστόσο ο Τζόνσον αποφάσισε να το αξιοποιήσει για συνταγματική συγκάλυψη, όταν αποφάσισε να επέμβει επισήμως πλέον το 1965 (Στούκας Μ.,2024).
Η ενέργειά του αυτή, δεν αποκαλύπτει μονάχα συγκάλυψη, καθώς επίσης και παραπλάνηση του Κογκρέσου και της αμερικανικής κοινωνίας, προκειμένου να παρουσιάσει τον εαυτό του στις εκλογές ως υπέρμαχο της ειρήνης και τον ανταγωνιστή του επικίνδυνα φιλοπόλεμο, καθώς ο τελευταίος υποστήριζε σθεναρά μία επέμβαση και επίθεση στο Βιετνάμ, ενώ ο Τζόνσον δήλωνε ότι η χώρα δεν είναι ακόμα έτοιμη για μία τέτοια επέμβαση (Παπασωτηρίου, 2018). Έχοντας επιτύχει έναν μεγάλο εκλογικό θρίαμβο, ο Τζόνσον, είχε την ευκαιρία να απεμπλακεί από την επέμβαση στο Βιετνάμ, ωστόσο αποφάσισε να μην προχωρήσει σε μία τέτοια ενέργεια, γνωρίζοντας πλέον, ότι επρόκειτο να του στοιχήσει πολιτικά εντός της χώρας (Παπασωτηρίου, 2018). Η απόφασή του αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ποτέ δεν μελέτησε ενδελεχώς το ενδεχόμενο απόσυρσης έστω και μέσω συμφωνίας, καθώς ήταν υπέρμαχος της στρατιωτικής ανάσχεσης, η οποία στόχευε σε οποιαδήποτε κομουνιστική απειλή ανά την υφήλιο, ασχέτως της γεωστρατηγικής σημαντικότητας μίας περιοχής (Παπασωτηρίου, 2018). Επιπλέον η πολιτική της ανάσχεσης η οποία στόχευε στην ανάσχεση του άμεσου επεκτατισμού της Σοβιετικής Ένωσης και η αντίληψη ότι οποιαδήποτε υποχώρηση των Η.Π.Α έναντι κομουνιστικής απειλής (Department of State-United States of America, 1964) θα κλόνιζε την αξιοπιστία και το κύρος της αμερικανικής ισχύος, δεν επέτρεπαν στον Πρόεδρο Τζόνσον να αποχωρήσει από το Βιετνάμ.
Τον Φεβρουάριο του 1965 έχουμε την πρώτη μεγάλη επιχείρηση των Η.Π.Α στο Βιετνάμ, η οποία ονομάστηκε «Rolling Thunder» και περιελάβανε διαρκή βομβιστική επίθεση εναντίον του Βόρειου Βιετνάμ, της οποίας η συνέχεια παρουσιάστηκε στο λαό, ως μη πηγή ανησυχίας, την ίδια στιγμή που οι επιθέσεις εντείνονταν και όλο και περισσότερες οικονομικές δαπάνες ήταν απαραίτητες (Παπασωτηρίου, 2018). Έτσι, τον Ιούλιο του 1965, όταν ο στρατός του Νότιου Βιετνάμ ήταν υπό κατάρρευση, ο Τζόνσον αποφάσισε την αποστολή περισσότερων στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγους μήνες οι στρατιώτες να ξεπεράσουν τους 200.000 και επιπλέον να έχουν αναλάβει σχεδόν εξολοκλήρου τη διεξαγωγή του πολέμου (Spector R. H. & Britannica Editors.,2026). Στις δηλώσεις του ο Τζόνσον δεν είχε αλλάξει προσανατολισμό, και δεν εξέφραζε τις ανάγκες του πολέμου ξεκάθαρα, παρά αναφερόταν σε αναγκαία εξωτερική πολιτική (Παπασωτηρίου, 2018). Επιπλέον, δεν πίστευε τότε ότι ο πόλεμος θα αποβεί μακροχρόνιος ούτε ότι η ισχυρότερη υπερδύναμη της εποχής θα ηττούταν από μία μικρή δύναμη του Τρίτου Κόσμου.
Η απόφαση των Η.Π.Α. να διεξάγουν τον πόλεμο μέσω της στρατηγικής της φθοράς αποδείχτηκε λανθασμένη και βαθιά προβληματική. Η στρατηγική της φθοράς, η οποία στοχεύει στην αριθμητική συσσώρευση των απωλειών του αντιπάλου, όχι μόνο δεν επέφερε την νίκη για τις Η.Π.Α. αλλά έδωσε σημαντικό πλεονέκτημα στην κομμουνιστική πλευρά με αποτέλεσμα το εσωτερικό μέτωπο των Η.Π.Α να έχει αρχίσει να καταρρέει ήδη από το 1968 (Παπασωτηρίου, 2018). Παράλληλα, στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες και πορείες, τόσο από φοιτητές και ακαδημαϊκούς όσο και γενικότερα από τον λαό, καθώς οι ανθρώπινες απώλειες του αμερικανικού λαού σε συνδυασμό με το οικονομικό κόστος και το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν αξιόπιστες ενδείξεις ότι η στρατηγική της φθοράς πλησίαζε στον στόχο της, προκάλεσαν μεγάλο κύμα αντιδράσεων που θα επέφερε και σημαντικό πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση Τζόνσον (Spector R. H. & Britannica Editors.,2026). Έτσι, στις 29 Μαρτίου 1973, έχοντας προηγηθεί λίγα χρόνια πριν η επίθεση Τετ που προκάλεσε ισχυρό αίσθημα παραπλάνησης και εξαπάτησης στον αμερικανικό λαό, καθώς απέδειξε περίτρανα την αποτυχία της αμερικανικής ηγεσίας στο Βιετνάμ, διότι ο αντίπαλος παρέμενε αρκετά ισχυρός και δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι οι Η.Π.Α. θα έβγαιναν νικήτριες από αυτό τον πόλεμο (Thomas, Emory M., Blaser & Kent., 2023), οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών αποχώρησαν επισήμως από το Βιετνάμ (Spector R. H. & Britannica Editors.,2026).
Οι ΗΠΑ εξήλθαν από τον πόλεμο στην Ινδοκίνα βαριά τραυματισμένες. Το διεθνές τους κύρος είχε πληγεί σημαντικά και η κοινωνία τους ήταν βαθιά διχασμένη. Η ισχυρότερη δύναμη της εποχής βρέθηκε σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση προσπαθώντας να επουλώσει τις πληγές μιας σύγκρουσης που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες, χωρίς θετικά αποτελέσματα τόσο για τις Η.Π.Α. όσο και για το Βιετνάμ (Spector R. H. & Britannica Editors.,2026). Τα λάθη της στρατιωτικής αυτής εμπλοκής ήταν πολυδιάστατα με ανυπολόγιστες συνέπειες που επηρέασαν αρνητικά την προσπάθεια των Η.Π.Α. να τις περιορίσει. Οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν στους 58.000 νεκρούς και το οικονομικό βάρος του πολέμου προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που πυροδότησαν περαιτέρω προβλήματα στην οικονομική ανάπτυξη των Η.Π.Α (Παπασωτηρίου, 2018). Παράλληλα παρατηρήθηκε αύξηση του αντιαμερικανισμού παγκοσμίως και η Σοβιετική Ένωση αξιοποίησε το κενό των Η.Π.Α. όσο βρίσκονταν στο Βιετνάμ να αναπτύξουν φιλόδοξα προγράμματα ανάπτυξης πυρηνικών (Παπασωτηρίου, 2018), δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από αυτό που προσδοκούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την εμπλοκή τους στο Βιετνάμ.
Συνολικά, η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών με την στρατιωτική τους εμπλοκή στο Βιετνάμ, απέδειξε ότι οι συντελεστές σκληρής ισχύος μία χώρας δεν αποτελούν απαραίτητα καθοριστικό παράγοντα στις διεθνείς εξελίξεις και είναι πολύ πιθανό η λανθασμένη και επιπόλαια διαχείρισή τους να επιφέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα (Παπασωτηρίου, 2018). Ο πόλεμος στο Βιετνάμ αποδεικνύει αυτό ακριβώς, καθώς η υπερδύναμη της εποχής δεν κατάφερε να νικήσει μία δύναμη θεωρητικά πολύ μικρότερης κλίμακας από την ίδια και οδήγησε τις Η.Π.Α σε σημαντικά δυσμενή θέση τόσο στο διεθνές σύστημα όσο και στο εσωτερικό της χώρας.
Βιβλιογραφία/Πηγές
Βιβλία:
Παπασωτηρίου Χ. (2018). Η Αμερικανική Πολιτική από τον Φράνκλιν Ρούζβελτ στον Ντόναλντ Τραμπ. Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ.
Αρθρογραφία/Διαδικτυακές Πηγές:
Στούκας Μ. (2024). Βιετνάμ: Ο πόλεμος, τα εγκλήματα των Αμερικανών και το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ. ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ. Διαθέσιμο σε: https://www.protothema.gr/stories/article/1562785/vietnam-o-polemos-ta-eglimata-ton-amerikanon-kai-to-adipolemiko-kinima-stis-ipa/
BBC. (n.d.). The Vietnam War-Reasons for US involvement in Vietnam. BBC. Διαθέσιμο σε: https://www.bbc.co.uk/bitesize/guides/zv7bkqt/revision/2
Department of State-United States of America. (1964). Memorandum From the Board of National Estimates to the Director of Central Intelligence (McCone). Department of State-United States of America. Διαθέσιμο σε: https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1964-68v01/d209
Spector R. H. & Britannica Editors. (2026). Vietnam War 1954–1975. Britannica. Διαθέσιμο σε: https://www.britannica.com/event/Vietnam-War
Thomas, Emory M., Blaser & Kent. (2023). United States Enters the Vietnam War. EBSCO. Διαθέσιμο σε: https://www.ebsco.com/research-starters/history/united-states-enters-vietnam-war
Πηγή Εικόνας:
Πίττας Γ. (2018). Το 1968 στις ΗΠΑ. Σοσιαλισμός από τα κάτω-Περιοδικό. Διαθέσιμο σε: https://www.socialismfrombelow.gr/article.php?id=1046#gsc.tab=0
