Γράφει η Στεφανία Ζούρκα
Η απόφαση Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 44547/15, 21.01.2025) εντάσσεται στον πυρήνα της πρόσφατης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΔΔΑ» ή «Δικαστήριο») σχετικά με το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΣΔΑ»). Το δικαίωμα αυτό, αν και δεν ορίζεται ρητώς στο γράμμα της Σύμβασης, αναγνωρίστηκε ήδη από την απόφαση Golder κ. Ηνωμένου Βασιλείου (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 4451/70, 21.02.1975, §36) ως σιωπηρώς εμπεριεχόμενο στοιχείο του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, βάσει της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας (effet utile), σύμφωνα με την οποία εάν οι δικονομικές εγγυήσεις της διάταξης αφορούν αποκλειστικά εκκρεμείς δίκες, το πεδίο εφαρμογής τους εξαρτάται αναγκαστικά από την προηγούμενη θεμελίωση της πρόσβασης στο δικαστήριο, χωρίς την οποία οι εγγυήσεις αυτές καθίστανται λογικά κενές περιεχομένου και εν τοις πράγμασι ανεφάρμοστες. Η παρούσα υπόθεση θέτει επιτακτικά μια ενδιαφέρουσα πτυχή του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα υπό ποιες προϋποθέσεις και έως ποιο όριο δύναται η άσκηση δημοσιονομικής εξουσίας να μετατρέπεται de facto σε εμπόδιο πρόσβασης στη δικαιοσύνη, τη στιγμή που ο νομοθέτης ανάγει την εκπλήρωση φορολογικής υποχρέωσης σε δικονομική προϋπόθεση παραδεκτού άσκησης ενός ενδίκου βοηθήματος (Harris et al., 2023, σσ. 447-451· Rainey et al., 2021, σσ. 283-285).
Το ιστορικό της υπόθεσης ανάγεται σε δωρεά του Απριλίου 1978, με την οποία η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, εκπροσωπούμενη από την Εκκλησία της Ελλάδος ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μεταβίβασε στο Ελληνικό Δημόσιο, διά της υπ’ αριθμ 31184 συμβολαιογραφικής πράξης που καταχωρήθηκε στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, έκταση 31,9 εκταρίων στην Αττική. Ο σκοπός της δωρεάς αφορούσε στην ανέγερση πανεπιστημιακού νοσοκομείου εξυπηρετούντος τη Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η δωρεά, ωστόσο, τελούσε υπό διαλυτική αίρεση, ήτοι σε περίπτωση μη ανέγερσης του νοσοκομείου εντός δέκα ετών από τη μεταβίβαση, ο δωρητής διατηρούσε δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης λόγω μη εκπλήρωσης του τρόπου (Σπυριδάκης, 2017, σ. 412· Γεωργιάδης, 2012, σσ. 338-342). Το νοσοκομείο ουδέποτε κατασκευάστηκε. Έτσι, η Εκκλησία της Ελλάδος, αφού απευθύνθηκε ανεπιτυχώς στον Υπουργό Οικονομικών τον Νοέμβριο 2013, άσκησε στις 21 Νοεμβρίου 2013 διεκδικητική αγωγή (rei vindicatio) ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα αναγνώρισης της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου και απόδοσης της νομής αυτού λόγω παράνομης κατακράτησης (Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §§ 6-12).
Το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθ. 573/2015 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, επικαλούμενο αποκλειστικά τη μη συμμόρφωση της προσφεύγουσας προς τη διάταξη του άρθρου 54Α § 5 Ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.). Η διάταξη αυτή, εισαχθείσα στο πλαίσιο των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής της κρίσιμης περιόδου 2010-2015, προέβλεπε ότι η συζήτηση κάθε αγωγής σχετικής με ακίνητο είναι απαράδεκτη εφόσον ο ενάγων δεν προσκομίσει αποδεικτικό εγγραφής του ακινήτου στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) και αποδεικτικό καταβολής του αναλογούντος ΕΝΦΙΑ για τα πέντε οικονομικά έτη που προηγούνται της άσκησης της αγωγής. Δεδομένου ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ανερχόταν σε ποσό άνω των 53 εκατομμυρίων ευρώ, η δυνητική φορολογική επιβάρυνση της Εκκλησίας για την αντίστοιχη πενταετία ανερχόταν σε περίπου 500.000 ευρώ (ibid., § 15). Η ως άνω θέση επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο Αθηνών, ενώ ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης σηματοδοτώντας έτσι την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Ιδιαίτερης σημασίας για την αξιολόγηση της συστημικής διάστασης της παραβίασης είναι η αντίφαση που αναδύεται εντός του ίδιου του εθνικού δικαστικού συστήματος καθόσον ο Άρειος Πάγος είχε ήδη κρίνει την επίμαχη διάταξη αντισυνταγματική και ασύμβατη προς το άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ (ΑΠ 1143/2019· ΑΠ 275/2024· ΑΠ 290/2023), χωρίς η νομολογιακή αυτή στροφή να έχει υιοθετηθεί ομοιόμορφα από τα εθνικά δικαστήρια· η εσωτερική αυτή αντίφαση αποτέλεσε εν συνεχεία, κατά το ΕΔΔΑ, αυτοτελή δείκτη για να θεμελιώσει τη συστηματικότητα της παραβίασης (Secretariat of the Committee of Ministers(2025), §16).
Δεδομένης της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, η Εκκλησία της Ελλάδος προσέφυγε στο ΕΔΔΑ θέτοντας ως κεντρικό νομικό ερώτημα όχι τη νομιμότητα του ΕΝΦΙΑ ως φόρου, ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο αναγνωρίζει κατά πάγια νομολογία ευρύ περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) υπέρ των κρατών, αλλά το κατά πόσον η μετατροπή της φορολογικής συμμόρφωσης σε αναγκαία προϋπόθεση (conditio sine qua non) της δικαστικής πρόσβασης συνάδει με τις εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο προσέγγισε το ερώτημα μέσω του ελέγχου της αναλογικότητας που διέπει κάθε περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, εξετάζοντας διαδοχικά αν ο επίμαχος περιορισμός επιδίωκε θεμιτό σκοπό (Letsas, 2007, σσ. 80-95· Greer, 2006, σσ. 210-215· Τσάτσος, 2008, σ. 56), αν ήταν προβλέψιμος και σαφής και, τέλος, αν διατηρούσε δίκαιη ισορροπία μεταξύ δημόσιου συμφέροντος και ατομικής εγγύησης, χωρίς να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος (Zubac κ. Κροατίας αρ. προσφ. 40160/12, 05.04.2018, §§ 76-86· Grzęda κ. Πολωνίας, αρ. προσφ. 43572/18, 15.03.2022, §§ 298, 342-343).
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε ότι η θέσπιση του ΕΝΦΙΑ επιδίωκε θεμιτό σκοπό και ειδικότερα τη διασφάλιση αποτελεσματικής είσπραξης φόρων από το Ελληνικό Δημόσιο σε μια περίοδο οξείας δημοσιονομικής κρίσης. Εξάλλου, και η ελληνική κυβέρνηση επικαλέστηκε το ειδικό δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2010-2015 και υποστήριξε ότι η διάταξη δεν αποσκοπούσε per se στη δημοσιονομική επιβάρυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αλλά στη διασφάλιση παράλληλης φορολογικής συμμόρφωσης των διοικουμένων. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν στάθηκε επαρκές. Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε τη νομιμότητα του φόρου per se, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η συμμόρφωση προς αυτόν μετατράπηκε σε εμπόδιο πρόσβασης στη δικαιοσύνη (Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §§ 47-48). Η διάκριση αυτή είναι δογματικά καίρια με δεδομένο ότι το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την εξουσία του κράτους να ασκήσει τη φορολογική του πολιτική, ούτε το ευρύ περιθώριο εκτίμησης του κράτους να επιβάλλει και να εισπράττει φόρους, αλλά έθεσε ως απόλυτο όριο την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης της φορολογικής εξουσίας ως μέσου ελέγχου της πρόσβασης στη δικαιοσύνη· με άλλα λόγια, αναγνώρισε τον σκοπό, αλλά έκρινε το μέσο ως ασύμβατο με τις εγγυήσεις του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ.
Η πλέον πρωτότυπη συμβολή της απόφασης στη νομολογία του ΕΔΔΑ εντοπίζεται στη διαπίστωση ενός δομικού φαύλου κύκλου (circulus vitiosus) που ενσωμάτωνε η επίμαχη διάταξη κατά την εφαρμογή της και συγκεκριμένα ως προς το ότι ο ενάγων καλείται να ενεργεί ως κύριος του ακινήτου, δηλώνοντάς το και αναλαμβάνοντας τις αντίστοιχες φορολογικές υποχρεώσεις, πριν ακόμη το δικαστήριο αποφανθεί οριστικά επί της κυριότητάς του, ήτοι επί του ακριβώς κρίσιμου ζητήματος που η αγωγή καλείται να επιλύσει· πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια δικονομική προϋπόθεση που προεξοφλεί ως λυθέν το αμφισβητούμενο ουσιαστικό δικαίωμα του οποίου η δικαστική αναγνώριση αποτελεί το ίδιο το αντικείμενο της δίκης. Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυπικής αλλά δομικής φύσεως. Η εκπλήρωση της δικονομικής προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 54 ΚΦΔ προϋποθέτει αναγνώριση δικαιώματος που εκκρεμεί δικαστικώς, ενώ η δικαστική αναγνώριση του δικαιώματος προϋποθέτει εκπλήρωση της δικονομικής προϋπόθεσης· συνεπώς ο φαύλος κύκλος δεν είναι αποτέλεσμα πλημμελούς εφαρμογής ενός κατά τα άλλα νόμιμου κανόνα, αλλά ένα εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του κανόνα, ιδίως όταν το αντικείμενο της δίκης είναι η αμφισβητούμενη κυριότητα ακινήτου (Alexy, 2002, σσ. 178-186· Hodges et al., 2010, σσ. 3-18· ibid., §§49-52).
Συμπληρωματικά, το Δικαστήριο προχωρώντας στον έλεγχο αναγκαιότητας του μέτρου (necessity test), διαπίστωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε την έλλειψη εναλλακτικών και λιγότερο επαχθών μέσων είσπραξης του ΕΝΦΙΑ, που να μην συνεπάγονται τον αποκλεισμό της δικαστικής πρόσβασης· η αδυναμία αυτή απόδειξης της αναγκαιότητας του μέτρου συνιστά, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλογικότητας, αυτοτελή λόγο διαπίστωσης της παραβίασης του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, ανεξαρτήτως της στάθμισης των λοιπών κριτηρίων. Η κρίση αυτή συνάδει με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί χρηματικών εμποδίων πρόσβασης στη δικαιοσύνη, της οποίας χαρακτηριστικός σταθμός αποτελεί η απόφαση Kreuz κ. Πολωνίας (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 28249/95, 19.06.2001, ΕΣΔΑ 2001-VI, §55), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή δικαστικού τέλους ανεφίκτου ύψους συνιστά παραβίαση του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, θέτοντας ως κριτήριο αξιολόγησης όχι το απόλυτο ύψος της επιβάρυνσης αλλά τη σχέση αναλογίας μεταξύ αυτής και της οικονομικής δυνατότητας του διαδίκου να ανταποκριθεί (Legg, 2012, σσ. 114-120· van Dijk et al., 2018, σσ. 578-583). Εν προκειμένω, ωστόσο, η επιβάρυνση προσλαμβάνει ακόμη βαρύτερη διάσταση καθώς δεν αφορά τέλος που καταβάλλεται στο πλαίσιο κίνησης της δικαστικής διαδικασίας, αλλά μια εξωδικαστική φορολογική υποχρέωση που λειτουργεί ως αναγκαία προϋπόθεση (conditio sine qua non) για την εκκίνηση της όλης διαδικασίας, με δυνητικό ύψος που υπερέβαινε το μισό εκατομμύριο ευρώ (Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §53).
Ένα ιδιαίτερης σημασίας πρόσθετο στοιχείο της υπόθεσης συνιστά η διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με την αρχή της ισότητας των όπλων (égalité des armes) (ΕΔΔΑ, Dombo Beheer B.V. κ. Κάτω Χωρών, ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 14448/88, 27.10.1993, §33). Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εναγόμενο, εξαιρείτο ex lege από την υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ, με συνέπεια να παρίσταται δικαστικά χωρίς να φέρει το δικονομικό βάρος που η ίδια η νομοθεσία επέβαλλε στην αντίδικό του Εκκλησία της Ελλάδος. Η ασυμμετρία αυτή προσλαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα του ότι αμφότεροι οι διάδικοι φέρουν την ιδιότητα του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου· η διαφορετική δικονομική μεταχείρισή τους δεν θεμελιώνεται σε καμία ουσιαστική διαφορά φύσεως ή λειτουργίας, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο ένας εκ των διαδίκων είναι ο ίδιος ο νομοθέτης που όρισε την εξαίρεση. Η δομική αυτή αντίφαση ανοίγει μια πρόσθετη πτυχή σχετικά με την ίδια την αρχή της δικονομικής ισότητας που η Σύμβαση κατοχυρώνει, επιτείνοντας κατά τρόπο αυτοτελή τη βαρύτητα της παραβίασης (Trechsel, 2005, σσ. 96-103· Νικολόπουλος, 2014, σσ. 312-325· Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §55).
Από την πλευρά της, το Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε επίσης τη μεταγενέστερη νομοθετική τροποποίηση του 2017, με την οποία καταργήθηκε η ρητή απαίτηση αποδεδειγμένης καταβολής του φόρου, ενώ διατηρήθηκε η υποχρέωση δήλωσης του ακινήτου. Το επιχείρημα ήταν ότι η μεταρρύθμιση αυτή θεράπευε ex post την παραβίαση. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα για δύο αυτοτελείς λόγους. Αφενός, διότι η παραβίαση είχε ήδη επέλθει ανεπανόρθωτα κατά τον χρόνο απόρριψης της αγωγής· αφετέρου, διότι ακόμη και η απλή υποχρέωση δήλωσης ενδέχεται να ενεργοποιεί φορολογικές συνέπειες, όπως πρόστιμα, τόκους, συμψηφισμούς, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο πυρήνας του προβλήματος να παραμένει σε ισχύ (ibid., §§ 56-58). Η παρατήρηση αυτή είναι σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο εξετάζει ουσιαστικά τις συνέπειες μιας ρύθμισης, όχι απλώς τη τυπική της διατύπωση.
Για να κατανοηθεί πλήρως η νομολογιακή σημασία της παρούσας απόφασης, αναγκαία είναι η σύγκρισή της με την Zubac κ. Κροατίας (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 40160/12, 05.04.2018), στην οποία το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ παρά την αυστηρή εφαρμογή δικονομικών κανόνων που ίσχυαν στην Κροατία. Τα κρίσιμα διαφοροποιητικά στοιχεία είναι τρία, και καθένα τους αποκαλύπτει μια διαφορετική διάσταση της παραβίασης. Πρώτον, στην Zubac το δικονομικό βάρος απέρρεε από πλάνη του ίδιου του διαδίκου, δηλαδή από έναν ενδογενή παράγοντα της δίκης. Εν προκειμένω, αντιθέτως, το εμπόδιο απορρέει από την ίδια τη φύση της ένδικης αξίωσης καθόσον η αμφισβητούμενη κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου αποτελούσε το ίδιο το αντικείμενο της δίκης, με συνέπεια η δικονομική προϋπόθεση να προϋποθέτει αναγνώριση δικαιώματος του οποίου η ύπαρξη εκκρεμούσε δικαστικώς. Το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικό για τον έλεγχο αναγκαιότητας του μέτρου, καθώς ένας περιορισμός που ενεργοποιείται ανεξαρτήτως οιασδήποτε υπαίτιας συμπεριφοράς του διαδίκου και πλήττει την ίδια τη δομή της ένδικης αξίωσης στερείται της λειτουργικής σύνδεσης με τον επιδιωκόμενο σκοπό που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση νομιμότητας κάθε δικονομικού περιορισμού υπό το άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ. Δεύτερον, ο περιορισμός πρόσβασης στη δικαιοσύνη στην Zubac σχετιζόταν με λειτουργικό διαχωρισμό βαθμών δικαιοδοσίας, δηλαδή με την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης που την εξυπηρετεί δομικά. Εν προκειμένω, ο περιορισμός εξυπηρετεί σκοπό αλλότριο προς τη δικαστική διαδικασία, ήτοι εισπρακτικό σκοπό που ανάγεται στο φορολογικό δίκαιο και στερείται οιασδήποτε λειτουργικής συνάφειας με την ένδικη διαφορά. Η απόκλιση αυτή είναι δογματικά καίρια: το Δικαστήριο ανέχεται περιορισμούς που εξυπηρετούν την οργάνωση και τη ρύθμιση της ίδιας της δικαστικής διαδικασίας, εφαρμόζει όμως αυστηρότερο έλεγχο αναλογικότητας όταν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη εξαρτάται από την εκπλήρωση υποχρεώσεων που ανήκουν σε ετερόκλητο κλάδο δικαίου και δεν τελούν σε σχέση αναγκαιότητας με την εκδίκαση της διαφοράς (Zubac κ. Κροατίας, ό.π., § 83). Τρίτον, στην υπόθεση Zubac δεν ανέκυπτε ζήτημα δομικής ασυμμετρίας μεταξύ των διαδίκων, στοιχείο που, εν προκειμένω, προσδίδει στην παραβίαση ιδιαίτερη βαρύτητα. Το κράτος, ενεργώντας ταυτοχρόνως ως νομοθέτης που όρισε την επίμαχη δικονομική προϋπόθεση και ως εναγόμενος που απαλλασσόταν από αυτήν, παρέστη στη δίκη χωρίς να φέρει το βάρος που η ίδια η νομοθεσία του επέβαλε αποκλειστικά στον αντίδικό του· το φαινόμενο αυτό υπερβαίνει τη μεμονωμένη δικονομική ανισορροπία και αποκαλύπτει συστημική στρέβλωση της αρχής της ισότητας των διαδίκων ενώπιον της δικαιοσύνης, η οποία συνιστά, ως προελέχθη, αυτοτελή λόγο διαπίστωσης παραβίασης του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ.
Έχοντας εξετάσει συγκριτικά τις ανωτέρω αποφάσεις, αξίζει να λεχθεί ότι η παρούσα απόφαση εντάσσεται μεν στο πλαίσιο της νομολογίας του ΕΔΔΑ περί υπερβολικού δικονομικού φορμαλισμού ως αυτοτελούς παραβίασης του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη, υπό το άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ (Kuijer, 2004, σσ. 245-252· Κεραμεύς, 2016, σσ. 89-94· Μακρίδου, 2019, σσ. 215-228), πλην όμως δεν περιορίζεται στην επανάληψή του· επεκτείνεται ποιοτικά σε πεδίο που η νομολογία δεν είχε έως τότε εξερευνήσει. Η παραβίαση εντοπίζεται σε σημείο όπου ένας κατ’ αρχήν νόμιμος κανόνας εφαρμόζεται με τέτοια αυστηρότητα, ώστε να εξουδετερώνει τον θεμιτό σκοπό που ο ίδιος επιδιώκει, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αποκλείεται όχι επειδή αδυνατεί να τεκμηριώσει την αξίωσή του, αλλά επειδή αδυνατεί να εκπληρώσει υποχρέωση που προϋποθέτει αναγνωρισμένο δικαίωμα επί του οποίου η δικαστική κρίση εκκρεμεί. Παραδοσιακά, ο υπερβολικός δικονομικός φορμαλισμός αφορούσε εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, ήτοι προθεσμίες, τυπικές απαιτήσεις των δικογράφων και κανόνες αρμοδιότητας, δηλαδή εμπόδια που εντοπίζονται εντός της δικαστικής διαδικασίας και συνδέονται λειτουργικά με αυτήν. Εν προκειμένω, αντιθέτως, η δικονομική προϋπόθεση ανήκει σε ετερόκλητο κλάδο δικαίου, εξυπηρετεί αλλότριο εισπρακτικό σκοπό και τοποθετείται χρονικά και λειτουργικά προγενέστερα της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς οιαδήποτε αναγκαία συνάφεια με την εκδίκαση της διαφοράς. Η διαπίστωση αυτή συνδέεται άμεσα με τη λογική της απόφασης Airey κ. Ιρλανδίας (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 6289/73, 09.10.1979, § 24), κατά την οποία η de facto οικονομική αδυναμία πρόσβασης στη δικαιοσύνη ισοδυναμεί με de jure αποκλεισμό από αυτήν, και θέτει σαφές όριο στη δυνατότητα του νομοθέτη να εξαρτά την άσκηση ένδικων βοηθημάτων από την εκπλήρωση διοικητικών ή δημοσιονομικών υποχρεώσεων αλλότριων προς τη φύση της ένδικης διαφοράς.
Τελικώς, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε στη βάση των προαναφερθέντων, την παραβίαση του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ και επιδίκασε στην προσφεύγουσα 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη, χωρίς να προχωρήσει σε αυτοτελή εξέταση υπό το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, κρίνοντας ότι το κρίσιμο νομικό ζήτημα καλύφθηκε επαρκώς (Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §§61-65). Η επιλογή αυτή δεν είναι άνευ δογματικής σημασίας, καθώς η μη εξέταση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο εντόπισε τον πυρήνα της παραβίασης στην παρακώλυση της δικονομικής πρόσβασης και όχι στην προσβολή περιουσιακού δικαιώματος της προσφεύγουσας Εκκλησίας, με συνέπεια η υποχρέωση του κράτους να περιορίζεται στην άρση του δικονομικού εμποδίου, ενώ η ουσιαστική διαφορά περί κυριότητας παραμένει ανοιχτή προς εκδίκαση από τα εθνικά δικαστήρια. Οι συνέπειες της απόφασης εκτείνονται πέραν της εκτέλεσής της στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεδομένου ότι η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης παρακολουθεί την εξέλιξη της εφαρμογής της, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αναφέρει ότι σε εθνικό επίπεδο η επίμαχη διάταξη δεν εφαρμόζεται ως αντισυνταγματική (ΕφΔωδ 9/2025· ΕφΠειρ 52/2024· ΠολΠρΑθ 2703/2024· DH-DD(2025)1439, ό.π., § 16).
Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται σε αυτό που η θεωρία αποκαλεί ως προληπτική συμμόρφωση (anticipatory compliance/preventive constitutionalism) των εθνικών δικαστηρίων προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Helfer & Slaughter, 1997, σσ. 273-391· Dzehtsiarou, 2015, σσ. 44-51· Παπαγεωργίου, 2020, σσ. 45-62), σύμφωνα με την οποία τα εθνικά δικαστήρια, κάνοντας χρήση της εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν διατάξεις αντίθετες προς την ΕΣΔΑ, παρέχουν εσωτερική έννομη προστασία ισοδύναμη με εκείνη που θα απέρρεε από καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, αναδεικνύοντας έτσι τη Σύμβαση ως κείμενο που θέτει άμεσα εφαρμοστέους κανόνες δικαίου ανώτερης τυπικής ισχύος εντός της εθνικής έννομης τάξης και όχι απλώς ως εξωτερικό όριο ελέγχου της νομοθετικής εξουσίας των κρατών μελών.
Αξιολογώντας βαθύτερα το νομολογιακό αποτύπωμα της απόφασης, αξίζει να ειπωθεί ότι το Δικαστήριο αναδεικνύει περαιτέρω στις σκέψεις του τον ρόλο της αρχής της αναλογικότητας ως θεμελιώδους εγγύησης του κράτους δικαίου που διαπερνά, τόσο την ουσιαστική νομιμότητα ενός κανόνα δικαίου, όσο και τη δικονομική του εφαρμογή. Η δίκαιη ισορροπία δεν αναφέρεται σε μια αριθμητική στάθμιση, αλλά ενσωματώνει μια αξιολογική κρίση κατά την οποία ο βαθμός προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος αντισταθμίζεται ποιοτικά έναντι του επιδιωκόμενου δημόσιου συμφέροντος (Spielmann, 2012, σσ. 381-421· Dworkin, 1977, σσ. 90-100· Καϊδατζής, 2011, σσ. 511-532). Η στάθμιση αυτή ακολουθεί τη μεθοδολογία που αποτυπώνεται και στην απόφαση Hatton κ. Ηνωμένου Βασιλείου (ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 36022/97, 08.07.2003), σύμφωνα με την οποία η βαρύτητα μιας προσβολής αξιολογείται σε αντίστροφη σχέση με το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης (margin of appreciation) του κράτους, το οποίο συρρικνώνεται, όσο εντονότερα θίγεται ο πυρήνας του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, όπως έχει παγιωθεί στη νομολογία του ΕΔΔΑ από την απόφαση Golder και εφεξής, ανήκει στον απαραβίαστο πυρήνα του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα το περιθώριο εκτίμησης του κράτους να είναι ιδιαίτερα περιορισμένο και ο έλεγχος αναλογικότητας αντίστοιχα εντατικός. Η ύπαρξη εναλλακτικών εισπρακτικών μέσων, σε συνδυασμό με τον δομικό φαύλο κύκλο που ενσωμάτωνε η διάταξη, μετακίνησε την ισορροπία αυτή αμετάκλητα υπέρ του προστατευόμενου δικαιώματος. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερης δογματικής σημασίας είναι η σιωπηρή υιοθέτηση από το Δικαστήριο της αρχής της εγγύησης του απαραβίαστου πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία κάθε δικαίωμα διαθέτει απόλυτο ελάχιστο περιεχόμενο που δεν επιδέχεται στάθμιση έναντι αντικρουόμενων συμφερόντων, ακόμη και αν ο ευρύτερος κορμός του δύναται νομίμως να υποστεί περιορισμούς. Εν προκειμένω, η επίμαχη ρύθμιση δεν περιόριζε απλώς το δικαίωμα πρόσβασης αλλά το κατέστησε ανενεργό ως προς μια ολόκληρη κατηγορία αξιώσεων, ήτοι εκείνες στις οποίες η κυριότητα του επίδικου ακινήτου τελεί υπό δικαστική αμφισβήτηση, συνιστώντας έτσι προσβολή του πυρήνα και όχι του περιφερειακού περιεχομένου του δικαιώματος, με αποτέλεσμα ο εφαρμοζόμενος έλεγχος να είναι ουσιαστικά ισοδύναμος με έλεγχο απολύτου ορίου, σύμφωνα με την πάγια θέση ότι η πρόσβαση στα δικαστήρια πρέπει να είναι πραγματική και αποτελεσματική και όχι θεωρητική ή απατηλή (Artico κ. Ιταλίας, ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 6694/74, 13.05.1980, §33).
Εν κατακλείδι, η απόφαση Εκκλησία της Ελλάδος κατά Ελλάδος αποτυπώνει στη νομολογία του ΕΔΔΑ με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η επιβολή φορολογικής συμμόρφωσης επί ακινήτου υπό αμφισβήτηση ως δικονομική προϋπόθεση άσκησης εμπράγματης αγωγής, ιδίως όταν το κράτος ως εναγόμενο εξαιρείται από αντίστοιχη υποχρέωση, συνιστά δυσανάλογη παρέμβαση στη δίκαιη ισορροπία που το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ απαιτεί (Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος, ό.π., §§52-55). Η συμβολή της απόφασης στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ είναι τριπλή, καθόσον αφενός συστηματοποιεί και διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του υπερβολικού δικονομικού φορμαλισμού ως παραβίασης του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, αναγνωρίζοντάς τον και επί εξωτερικών, ετερόκλητης νομικής φύσης, όρων πρόσβασης στη δικαιοσύνη (Kuijer, 2004, σσ. 245-252· Κεραμεύς, 2016, σσ. 89-94· Μακρίδου, 2019, σσ. 215-228), αφετέρου θέτει σαφή όρια στη χρήση φορολογικών μηχανισμών ως δικονομικών προϋποθέσεων πρόσβασης στη δικαιοσύνη, δημιουργώντας έρεισμα για τον έλεγχο νομοθετικών πρωτοβουλιών που εξαρτούν την άσκηση ένδικων βοηθημάτων από την εκπλήρωση δημοσιονομικών υποχρεώσεων αλλότριων προς τη φύση της ένδικης διαφοράς (Legg, 2012, σσ. 114-120· van Dijk et al., 2018, σσ. 578-583) και, τέλος, επιβεβαιώνει ότι η δικονομική ασυμμετρία μεταξύ κράτους και αντιδίκου, όταν απορρέει από τη νομοθετική εξαίρεση του κράτους από υποχρεώσεις που το ίδιο επιβάλλει στους φορολογούμενους, συνιστά αυτοτελή λόγο διαπίστωσης παραβίασης του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ (Trechsel, 2005, σσ. 96-103· Νικολόπουλος, 2014, σσ. 312-325). Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο που οδήγησε την Εκκλησία της Ελλάδος ενώπιον του ΕΔΔΑ, καθώς υπενθυμίζει όχι μόνον ότι η πρόσβαση στον φυσικό δικαστή αποτελεί αδιάπτωτη εγγύηση του κράτους δικαίου (Letsas, 2007, σσ. 80-95· Greer, 2006, σσ. 210-215), αλλά και ότι όταν η πρόσβαση αυτή εξαρτάται από προϋποθέσεις που κατατείνουν στην ουσιαστική εξουδετέρωσή της, παύει να πρόκειται για περιορισμό δικονομικής εγγύησης και καθίσταται προσβολή του απαραβίαστου πυρήνα του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ.
Πηγές
Βιβλία
Alexy, R. (2002). A theory of constitutional rights (J. Rivers, μτφρ.). Oxford University Press. (Πρωτότυπο έργο δημοσιεύθηκε 1986)
Dworkin, R. (1977). Taking rights seriously. Harvard University Press.
Dzehtsiarou, K. (2015). European consensus and the legitimacy of the European Court of Human Rights. Cambridge University Press.
Greer, S. (2006). The European Convention on Human Rights: Achievements, problems and prospects. Cambridge University Press.
Harris, D. J., O’Boyle, M., Warbrick, C. & Bates, E. (2023). Law of the European Convention on Human Rights (5η εκδ.). Oxford University Press.
Hodges, C., Vogenauer, S. & Tulibacka, M. (επιμ.). (2010). The costs and funding of civil litigation: A comparative perspective. Hart Publishing.
Kuijer, M. (2004). The blindfold of Lady Justice: Judicial independence and impartiality in light of the requirements of Article 6 ECHR. Wolf Legal Publishers.
Legg, A. (2012). The margin of appreciation in international human rights law: Deference and proportionality. Oxford University Press.
Letsas, G. (2007). A theory of interpretation of the European Convention on Human Rights. Oxford University Press.
Rainey, B., Wicks, E. & Ovey, C. (2021). Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights (8η εκδ.). Oxford University Press.
Trechsel, S. (2005). Human rights in criminal proceedings. Oxford University Press.
van Dijk, P., van Hoof, F., van Rijn, A. & Zwaak, L. (επιμ.). (2018). Theory and practice of the European Convention on Human Rights (5η εκδ.). Intersentia.
Γεωργιάδης, Α. (2012). Ενοχικό δίκαιο: Γενικό μέρος (2η εκδ.). Π. Ν. Σάκκουλα.
Κεραμεύς, Κ. (2016). Αστικό δικονομικό δίκαιο: Γενικό μέρος (2η εκδ.). Π. Ν. Σάκκουλα.
Σισιλιάνος, Λ.-Α. (3η εκδ.). Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Ερμηνεία κατ’ άρθρο – Δικαιώματα, Παραδεκτό, Δίκαιη ικανοποίηση, Εκτέλεση. Νομική Βιβλιοθήκη.
Σπυριδάκης, Ι. (2017). Εμπράγματο δίκαιο. Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Τσάτσος, Δ. (2008). Συνταγματικό δίκαιο: Τόμος Γ — Θεμελιώδη δικαιώματα. Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Χρυσόγονος, Κ. & Βλαχόπουλος, Σ. (2017). Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (4η εκδ.). Νομική Βιβλιοθήκη.
Πρωτογενείς πηγές
Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), άρθρο 54Α § 5. Επίμαχη διάταξη, ισχύς 2013-2017.
Ν. 4987/2022 (Νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), άρθρο 54Α, όπως τροποποιήθηκε. ΑΑΔΕ, Απόφ. 1085/2023 (ΦΕΚ Β’ 3617).
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (1950). Άρθρο 6. Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Διαθέσιμο στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ell
Council of Europe, Committee of Ministers. (2025). Communication from Greece (DH-DD(2025)1439). Διαθέσιμο στο: https://rm.coe.int/091259488028fb38
Αρθρογραφία
Καϊδατζής, Α. (2011). Αναλογικότητα και δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Δικαιώματα του Ανθρώπου, 50, 511-532.
Μακρίδου, Κ. (2019). Δικονομικές προϋποθέσεις και πρόσβαση στη δικαιοσύνη: Συνταγματικοί και Ευρωπαϊκοί περιορισμοί. Αρμενόπουλος, 73(2), 215-228.
Νικολόπουλος, Π. (2014). Η αρχή της ισότητας των όπλων στην πολιτική δίκη. Δίκη, 45(3), 312-325.
Παπαγεωργίου, Κ. (2020). Η αρχή της subsidiarity και ο διάλογος ΕΔΔΑ-εθνικών δικαστηρίων. Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, 12(1), 45-62.
Helfer, L. R. & Slaughter, A.-M. (1997). Toward a theory of effective supranational adjudication. Yale Law Journal, 107(2), 273-391. https://doi.org/10.2307/797282
Spielmann, D. (2012). Allowing the right margin: The European Court of Human Rights and the national margin of appreciation doctrine. Cambridge Yearbook of European Legal Studies, 14, 381-421. https://doi.org/10.5235/152888712805580229
Νομολογία
Golder κ. Ηνωμένου Βασιλείου. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 4451/70, 21.02.1975, Series A no. 18.
Artico κ. Ιταλίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 6694/74, 13.05.1980.
Dombo Beheer B.V. κ. Κάτω Χωρών. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 14448/88, 27.10.1993.
Annoni di Gussola κ. Γαλλίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 31819/96 και 33293/96, 14.11.2000.
Kreuz κ. Πολωνίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 28249/95, 19.06.2001, ΕΣΔΑ 2001-VI.
Cacciato κ. Ιταλίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 60633/16, 23.01.2018.
Zubac κ. Κροατίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 40160/12, 05.04.2018.
Grzęda κ. Πολωνίας. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 43572/18, 15.03.2022.
Εκκλησία της Ελλάδος κ. Ελλάδος. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 44547/15, 21.01.2025.
Άρειος Πάγος. (2019). ΑΠ 1143/2019. Αδημοσίευτη.
Άρειος Πάγος. (2023). ΑΠ 290/2023. Αδημοσίευτη.
Άρειος Πάγος. (2024). ΑΠ 275/2024. Αδημοσίευτη.
Εφετείο Δωδεκανήσου. (2025). ΕφΔωδ 9/2025. Αδημοσίευτη.
Εφετείο Πειραιώς. (2024). ΕφΠειρ 52/2024. Αδημοσίευτη.
Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. (2024). ΠολΠρΑθ 2703/2024. Αδημοσίευτη.
