Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η «Νέα Ψυχροπολεμική» Αντιπαράθεση Σαουδικής Αραβίας–Ιράν: Σεκταρισμός, πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων και αναδιάταξη ισχύος στη Μέση Ανατολή (2011–σήμερα)

Γράφει ο Γεώργιος Κατσάνης

Η περιοχή του Λεβάντε αποτελεί διαχρονικά πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ περιφερειακών και διεθνών δρώντων, οι οποίες επιδιώκουν να εδραιώσουν ηγεμονικό ρόλο στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Οι εξελίξεις της τελευταίας δεκαπενταετίας, με έμφαση στα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης του 2011, ανέδειξαν δύο αντίθετους πόλους εξουσίας αυτή του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας (εφεξής ως Σαουδική Αραβία) και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (εφεξής ως Ιράν), οι οποίες αποσκοπούν στην εφαρμογή στρατηγικής επιρροής στην περιφέρεια τους.

Η αντιπαλότητα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν είναι μια πολυδιάστατη σύγκρουση μέσω της οποίας διακυβεύονται ζητήματα θρησκευτικής διάκρισης Σουνιτών και Σιιτών, γεωπολιτικής επιρροής, ιδεολογικής νομιμοποίησης, ενίσχυσης πολιτικών συστημάτων και διεθνών συμμαχιών (Jahandad & Mustafa, 2022, σ.σ. 87-88). Ως εκ τούτου, θα χρειαστεί μια συνοπτική ιστορική αναδρομή στους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ψυχροπολεμικού κλίματος ανάμεσα σε Τεχεράνη και Ριάντ.

Η Ιρανική Επανάσταση του 1979, αποτελεί και την έναρξη των εχθροπραξιών καθώς η ανατροπή του Σάχη και η αντικατάσταση του από ένα θεοκρατικό καθεστώς δημιουργεί τον αντίθετο πόλο ο οποίος ήρθε να αμφισβητήσει ευθέως την επιρροή των μοναρχιών του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία, ως ηγετικός εκπρόσωπος του Σουνιτικού Ισλάμ, αντιλήφθηκε την επανάσταση στο Ιράν ως υπαρξιακή απειλή λόγω της έντασης των σεκταριστικών αποχρώσεων σε ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο για ηγεμονία (Rabi & Mueller, 2018, σ.σ. 46-49).

Με την ασταθή κατάσταση στην Τεχεράνη, το Ιράκ υπό την ηγεσία του Σαντάμ Χουσεΐν ενεπλάκη σε στρατιωτική σύρραξη με το Ιράν, αποσκοπώντας στον περιορισμό του ιρανικού μοντέλου διακυβέρνησης. Ο επακόλουθος πόλεμος (1980-1988) συνέβαλε στην εδραίωση κλίματος βαθιάς καχυποψίας. Η ιρανική ηγεσία απομονώθηκε από τα λοιπά κράτη του Κόλπου, ενώ το Ριάντ υιοθέτησε στρατηγική αποτροπής έναντι κάθε ενίσχυσης του ιρανικού καθεστώτος.

Η μετέπειτά στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (εφεξής ως Η.Π.Α.) στο Ιράκ το 2003, δημιούργησε σημαντικό κενό ισχύος. Το κενό αυτό αξιοποιήθηκε από την Τεχεράνη, η οποία επέκτεινε την στρατιωτικό-πολιτική επιρροή της μέσω Σιιτικών πολιτικών κομμάτων και παραστρατιωτικών οργανώσεων (Grumet, 2015, σ.σ. 1-2). Η ανατροπή του Σαντάμ και η αστάθεια που ακολούθησε συνέβαλαν στην κατάρρευση της περιφερειακής ισορροπίας στον Κόλπο, καθώς και στην αναζωπύρωση των σεκταριστικών ανταγωνισμών. Ο ανταγωνισμός Ιράν-Σαουδικής Αραβίας απέκτησε σαφέστερη σεκταριστική διάσταση, τόσο ως εργαλείο πολιτικής όσο και ως πλαίσιο ερμηνείας εξελίξεων (Rabi & Mueller, 2018, σ.σ. 46-47 και 55-57).

Το σημείο καμπής στην περιφερειακή αντιπαλότητα των δύο κρατών έρχεται με την Αραβική Άνοιξη του 2011. Τα μαζικά λαϊκά κινήματα σε χώρες του ευρύτερου Αραβικού κόσμου οδήγησαν στην αποδυνάμωση και -σε ορισμένες περιπτώσεις- στην πλήρη κατάρρευση κρατικών δομών (Katz, 2025, σ.σ. 68-70). Η επακόλουθη αποσύνθεση δημιούργησε περιβάλλον πολιτικής ρευστότητας, στο οποίο αναδύθηκαν νέοι δρώντες, αναδιατάσσοντας εσωτερικές συγκρούσεις σε διεθνή πεδία ανταγωνισμού (Diansaei, 2018, σ.σ. 125-126) (Mabon & Lynch, 2020, σ.σ. 3-5). Παράλληλα, η εντατικοποίηση των σεκταριστικών ρηγμάτων καθώς και η αδυναμία των κρατικών θεσμών κατέστησαν πολιτικό εργαλείο για περιφερειακούς ηγεμόνες (Tzemprin et al., 2015, σ.σ. 188-191), στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εργαλειοποίησης του σεκταρισμού (Chen, 2017, σ.σ. 3-5) (Diansaei, 2018, σ.σ. 126-127).

Ο μετασχηματισμός της περιοχής σε κατακερματισμένο σύστημα πολλαπλών συγκρούσεων, μέσω του οποίου η Σαουδική Αραβία και το Ιράν επιδόθηκαν σε ένα ιδιότυπο ψυχροπολεμικό κλίμα (Zorri et al., 2020, σ.σ. 1-3), όπου η άμεση στρατιωτική σύγκρουση αποφεύχθηκε εις βάρος των πολέμων δι’ αντιπροσώπων (Grumet, 2015, σ. 2) (ειδάλλως γνωστό και ως Proxy Wars), με τις περιφερειακές συμμαχίες να επηρεάζονται από την επίδραση εσωτερικών δυναμικών (Tzemprin et al., 2015, σ.σ. 187-188), εξωτερικών παρεμβάσεων (Katz, 2025, σ.σ. 68-71) και μη κρατικών δρώντων (Gause, 2017, σ.σ. 672-674) (Naghizadeh, 2019, σ.σ. 137-142).

Η διαμάχη ανάμεσα σε Τεχεράνη και Ριάντ δεν περιορίζεται μόνο στην περιοχή του Κόλπου, αλλά στην συνολική ακτίνα της Μέσης Ανατολής (Hokayem, 2014, σ.σ. 60-61 και 73-74). Στη Συρία, το Ιράν διατηρούσε ενεργό ρόλο υποστηρίζοντας τον Μπασάρ αλ-Άσαντ, παραχωρώντας στρατιωτικό υλικό, διπλωματική και οικονομική στήριξη. Παράλληλα, αξιοποίησε δίκτυα παραστρατιωτικών οργανώσεων στην περιφέρεια της Δαμασκού, όπως τη Χεζμπολάχ, προκειμένου να διασφαλίσει σταθερή παρουσία τόσο στη Συρία όσο και στο Λίβανο (Zorri et al., 2020, σ.σ. 53-54). Η εμπλοκή κρατών -κυρίως της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ- υπήρξε βασικός παράγοντας στην περαιτέρω πόλωση της σύγκρουσης, αν και οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί υπονόμευσαν τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της εμφύλιας σύγκρουσης (Hokayem, 2014, σ.σ. 65-69).

Παρόμοια δυναμική εντοπίζεται και στην Υεμένη, όπου η εμφύλια σύγκρουση εξελίχθηκε σε εξωτερική παρέμβαση από Ριάντ και Τεχεράνη (Juneau, 2021, σ.σ. 278-283 και 290-292). Η στάση του Ιράν υπέρ της παραστρατιωτικής οργάνωσης των Χούθι ενισχύθηκε σημαντικά μετά το 2015, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να διεισδύσει στον πυρήνα της εξουσίας της Σαουδικής Αραβίας, την Αραβική χερσόνησο, με πόλεμο υψηλού κόστους (Diansaei, 2018, σ.σ. 128-129). Αντίθετα, η στάση της Σαουδικής Αραβίας αποτελείτο από ενεργή στήριξη κυβερνητικών δυνάμεων, επιδιώκοντας τόσο την αποτροπή εισχώρησης της Τεχεράνης στην περιοχή (Zorri et al., 2020, σ.σ. 71-72) όσο και στον περιορισμό της ανατροπής κρατικών οντοτήτων στη Μέση Ανατολή (Rabi & Mueller, 2018, σ.σ. 58-61).

Σε αντίθεση με την πολιτική παρεμβατικότητα του Ιράν, η Σαουδική Αραβία υιοθέτησε μετά το 2011 μια περισσότερο στρατιωτικοποιημένη και συμβατική προσέγγιση, εγκαταλείποντας εν μέρει την παραδοσιακή της εξάρτηση από οικονομικά και διπλωματικά μέσα. Η στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη το 2015 συνιστά ποιοτική τομή στη σαουδαραβική εξωτερική πολιτική, καθώς αποτέλεσε την πρώτη περίπτωση όπου το Ριάντ ανέλαβε ηγετικό ρόλο σε πολυεθνική στρατιωτική επιχείρηση υπό αμιγώς περιφερειακή καθοδήγηση. Η επέμβαση αυτή δεν αποσκοπούσε αποκλειστικά στον περιορισμό της ιρανικής επιρροής μέσω των Χούθι, αλλά λειτούργησε πρωτίστως ως μηχανισμός συμβολικής προβολής ηγεσίας, μέσω του οποίου η Σαουδική Αραβία επιδίωξε να επιδείξει ικανότητα στρατιωτικής καθοδήγησης και να ενισχύσει το κύρος της ως επίδοξος περιφερειακός ηγεμόνας (Sunik, 2018, σ.σ. 66–69 και 72–74). Η Υεμένη επελέγη ακριβώς επειδή προσφερόταν για την αποστολή αυτού του σήματος ισχύος με χαμηλότερο άμεσο στρατηγικό κόστος σε σύγκριση με μέτωπα όπου η ιρανική εμπλοκή ήταν βαθύτερη, όπως η Συρία, επιτρέποντας στο Ριάντ να αναδείξει ρόλο ηγεσίας χωρίς άμεση αντιπαράθεση με το Ιράν (Sunik, 2018, σ.σ. 72–73).

Η εμπλοκή στις παραπάνω χώρες οδήγησε στη διαμόρφωση ζωνών επιρροής, όπου Σαουδική Αραβία και Ιράν επιχειρούν να εδραιώσουν την παρουσία τους (Zorri et al., 2020, σ.σ. 1–2). Το Ιράν έχει αναπτύξει εκτεταμένο δίκτυο παραστρατιωτικών οργανώσεων, το οποίο εκτείνεται από το Ιράκ και τη Συρία έως τον Λίβανο και την Υεμένη. Βασιζόμενο σε μη κρατικούς δρώντες και σε σιιτικές κοινότητες, επιδιώκει να ενισχύσει την αποτροπή του και να προβάλλει ισχύ με χαμηλότερο κόστος μέσω έμμεσης εμπλοκής (Juneau, 2021, σ.σ. 279–280). Στο πλαίσιο αυτό, οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων λειτουργούν ως επιλογή χαμηλότερου κόστους σε σχέση με συμβατικές επιχειρήσεις, επιτρέποντας στο Ιράν να επεκτείνει την επιρροή του μέσω συμμαχικών πολιτοφυλακών και δικτύων (Cohen & Shamci, 2022, σ.σ. 385–389).

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη Συρία, καθώς η στήριξη της κυβέρνησης Άσαντ και η παρουσία φιλικών δυνάμεων εξυπηρετούν τη στρατηγική δημιουργίας και διασφάλισης λειτουργικού χερσαίου διαδρόμου επιρροής προς τον Λίβανο μέσω Ιράκ και Συρίας (Cohen & Shamci, 2022, σ.σ. 385–388). Στο πλαίσιο ευρύτερης επιδίωξης περιφερειακής επιρροής/ηγεμονίας, η ιρανική στρατηγική μπορεί να ιδωθεί ως συνδυασμός αυτό-αντίληψης ρόλου, προσπάθειας παροχής ασφάλειας και στήριξης σε συμμάχους σε εύθραυστα κράτη και προβολής ισχύος και κανόνων μέσω κρατικών και μη κρατικών δρώντων (Raouf, 2019, σ.σ. 242–245). Τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται εξέλιξη από αποκλειστική εξάρτηση από μη κρατικούς δρώντες προς υβριδικό μοντέλο, όπου ορισμένες φιλοϊρανικές ένοπλες ομάδες ενσωματώνονται σε επίσημα κρατικά σώματα ασφαλείας (π.χ. PMF/Hashd al-Shaabi στο Ιράκ και δομές του συριακού στρατού μέσω των National Defense Forces και Lebanese Defense Forces), διατηρώντας ωστόσο ιδεολογικούς δεσμούς και «διπλές» πιστότητες (Azizi, 2022, σ.σ. 499–505 και 511–515).

Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή δεν εξαντλείται στη σύγκρουση μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης· ωστόσο, η αντιπαλότητα αυτή αποτελεί βασικό παράγοντα που την τροφοδοτεί. Το Ιράν αξιοποιεί τη στρατηγική αποδυνάμωση των κρατικών δομών, ώστε να διεισδύει σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, γεγονός που του επιτρέπει να επηρεάζει τις εξελίξεις χωρίς άμεση εμπλοκή σε συμβατικές συγκρούσεις. Στηρίζοντας σιιτικές κοινότητες και οργανώσεις, το Ιράν κατόρθωσε να δημιουργήσει μορφή διάχυτης ισχύος, η οποία εκτείνεται πέρα από τα εθνικά του σύνορα. Ο σεκταρισμός λειτουργεί ως εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης, καθώς η θρησκευτική διάσταση μπορεί να «θερμανθεί» και να αξιοποιηθεί για την υποστήριξη γεωστρατηγικών επιδιώξεων που διαφορετικά θα ήταν δυσκολότερο να νομιμοποιηθούν στο εσωτερικό αυταρχικών καθεστώτων (Rabi & Mueller, 2018, σ.σ. 46–48).

Από την άλλη πλευρά, η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να ανακόψει την ιρανική επιρροή αξιοποιώντας πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής της ισχύος. Στόχος της είναι να στηρίξει διεθνώς αναγνωρισμένες κυβερνήσεις σε χώρες όπου η Τεχεράνη ασκεί επιρροή μέσω συμμάχων και ένοπλων δικτύων. Ωστόσο, η στρατηγική της παραμένει σε μεγάλο βαθμό αντιδραστική, εστιάζοντας περισσότερο στην ανάσχεση του Ιράν παρά στη συγκρότηση ενός εναλλακτικού περιφερειακού οράματος.

Η αντιπαράθεση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν δεν εξελίσσεται σε κενό ισχύος, αλλά επηρεάζεται καθοριστικά από την εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων. Οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή παρουσία στην περιοχή και υποστηρίζουν παραδοσιακά τη Σαουδική Αραβία, επιδιώκοντας τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής. Παράλληλα, η Ρωσία επανεμφανίζεται ως κρίσιμος δρών –ιδίως μέσω της Συρίας– και η αλληλεπίδραση των ανταγωνισμών ΗΠΑ–Ρωσίας με τα περιφερειακά ρήγματα συμβάλλει στη διατήρηση μιας «νέας ψυχροπολεμικής» δυναμικής στη Μέση Ανατολή (Ghoble, 2019, σ.σ. 42–46 και 47–49). Η γεωστρατηγική σημασία της περιοχής, σε συνδυασμό με την πολιτική της ενέργειας και τις επιδιώξεις επιρροής, λειτουργούν ως βασικοί επιταχυντές της σύγκρουσης πέρα από τη στενή σεκταριστική διάσταση (Ghoble, 2019, σ.σ. 42–44).

Η διετία 2024-2026 σηματοδοτεί μια νέα φάση κλιμάκωσης. Η κατάρρευση της κυβέρνησης του Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 αποτέλεσε το πρώτο ρήγμα στην στρατηγική επιρροή της Τεχεράνης, καθώς η απώλεια της Συρίας αποδυνάμωσε τον χερσαίο διάδρομο Ιράν-Λιβάνου (Hamdach, 2025). Τα επακόλουθα επεισόδια ανταλλαγής πληγμάτων μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, καθώς και η επακόλουθη επέμβαση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επέφεραν αποδυναμωτικές συνέπειες στο Ιράν το οποίο δέχθηκε χτυπήματα σε κρίσιμες υποδομές (Yacoubian, 2026). Στο ίδιο πλαίσιο, η Σαουδική Αραβία επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε αποφυγή άμεσης εμπλοκής και διατήρησης περιφερειακής επιρροής, ασκώντας παράλληλα τον ρόλο του διαμεσολαβητή (Cook, 2026).

Η πορεία της σύγκρουσης καθοδηγείται σε τρία πιθανά σενάρια, την κλιμάκωση προς ανοικτή σύγκρουση, την εξομάλυνση σχέσεων και την μεταστροφή του πεδίου σε gray zone (Zorri, 2023, σ.σ. 60-79). Σχετικά με το πρώτο σενάριο, μια γενικευμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκληθεί σε θέατρα όπου οι δύο πλευρές έχουν ήδη εμπλακεί. Η Υεμένη αναδεικνύεται ως το πιο πιθανό πεδίο σύγκρουσης, καθώς η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει συμβατικά και με υψηλό οικονομικό κόστος, ενώ το Ιράν δύναται να επηρεάζει τις εξελίξεις διατηρώντας την στήριξη τους προς τους Χούθι το οποίο θα μεταβάλλει τον συσχετισμό οφέλους υπέρ του (Zorri, 2023, σ.σ. 60-79).

Σχετικά με το δεύτερο σενάριο, η εξομάλυνση των σχέσεων απαιτεί σταθερούς δίαυλους επικοινωνίας καθώς και αμοιβαία αυτοσυγκράτηση από κοινού Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Ωστόσο, η προοπτική παραμένει εύθραυστη καθώς κρίσιμα ζητήματα -ιδίως του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν- διατηρούν υψηλά επίπεδα καχυποψίας τα οποία περιορίζουν την πιθανότητα μιας σταθερής στρατηγικής σύγκλισης, χωρίς την επέμβαση τρίτης χώρας ως διαμεσολαβητή. Ιδιαίτερο παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, η οποία είχε αναλάβει παρελθοντικά τον ρόλο του διαπραγματευτή κατορθώνοντας την προώθηση ενός πιο σταθερού κλίματος ανοχής μεταξύ των δύο, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι η διαμεσολάβηση από τρίτο μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα (Zorri, 2023, σ.σ. 77-79).

Σε σχέση με το τρίτο σενάριο, η διατήρηση των ψυχροπολεμικών τάσεων ανάμεσα σε Τεχεράνη και Ριάντ αποτελεί και την πιο ρεαλιστική κατεύθυνση καθώς καμία από τις δύο επιδιώκει μια γενικευμένη σύρραξη, όμως ούτε εγκαταλείπουν τους βασικούς περιφερειακούς στόχους τους. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο ανταγωνισμός θα συνεχίσει να εκδηλώνεται μέσα από οικονομική και πολιτική πίεση τα οποία θα αποτρέψουν την αποκλιμάκωση των εντάσεων (Zorri, 2023, σ.σ. 60-79). Έτσι, ακόμη και σε περιόδους διπλωματικής ύφεσης, οι έμμεσες συγκρούσεις θα συνεχιστούν προκαλώντας μια ασταθή ισορροπία περιβαλλόμενες από επεισοδιακές κρίσεις και περιορισμένες διευθετήσεις.

Συμπερασματικά, η αντιπαλότητα ανάμεσα σε Σαουδική Αραβία και Ιράν αποτελεί μια πολυδιάστατη σύγκρουση η οποία συνδυάζει γεωπολιτικά, ιδεολογικά και οικονομικά στοιχεία, επηρεάζοντας την ευρύτερη αστάθεια στην Μέση Ανατολή και τον Κόλπο. Η διατήρηση του status quo στην περιοχή καθίσταται ως η πιο ανάλογη έκβαση στον ανταγωνισμό Τεχεράνης-Ριάντ, αποτρέποντας την επικράτηση του ενός έναντι του άλλου, ενώ παράλληλα θα συνεχίσει να αναπαράγει νέες προκλήσεις για τους πόλους από τις λοιπές περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες θα εκμεταλλευτούν την ανισορροπία για να εδραιώσουν δικιές τους σφαίρες επιρροής.

 

Βιβλιογραφία:

Ακαδημαϊκά Άρθρα & Μελέτες

Chen, V. (2017). Saudi Arabia and Iran: Sectarianism, a quest for regional hegemony, and international alignments (Honors Capstone Project No. 1000). Syracuse University SURFACE. Ανακτήθηκε από: https://surface.syr.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=2013&context=honors_capstone

Zorri, D. M. (2023). Saudi Arabia and Iran in a multipolar global world order: Scenarios for the future of the Middle East. Journal of Peace and War Studies, 5. Ανακτήθηκε από: https://www.norwich.edu/documents/journal-peace-war-studies-5th-edition-0#page=65

Ghoble, V. T. (2019). Saudi Arabia–Iran contention and the role of foreign actors. Strategic Analysis, 43(1). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/09700161.2019.1573772?needAccess=true

Grumet, T. R. (2015). New Middle East cold war: Saudi Arabia and Iran’s rivalry (master’s thesis, University of Denver). ProQuest Dissertations & Theses Global. Ανακτήθηκε από: https://www.proquest.com/docview/1734458265?pq-origsite=gscholar&fromopenview=true&sourcetype=Dissertations%20&%20Theses

Cohen, R. A., & Shamci, G. P. (2022). The “proxy wars” strategy in Iranian regional foreign policy. The Journal of the Middle East and Africa, 13(4). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/21520844.2022.2061789?needAccess=true

Jahandad, J., & Mustafa, A. (2022). Saudi-Iran rivalry: A sectarian divide or security dilemma? Journal of Contemporary Studies, 11(2). Ανακτήθηκε από; https://pdfs.semanticscholar.org/c262/3ec8f40e0eb287496f29d626eeef1eea5420.pdf

Zorri, D. M., Sadri, H. A., & Ellis, D. C. (2020). Iranian proxy groups in Iraq, Syria, and Yemen: A principal-agent comparative analysis (JSOU Report 20-5). Joint Special Operations University Press. Ανακτήθηκε από: https://apps.dtic.mil/sti/trecms/pdf/AD1146327.pdf

Naghizadeh, M. H. (2019). Rivalry through proxies: How Iran and Saudi Arabia compete for regional influence. St Antony’s International Review, 14(2). Ανακτήθηκε από: https://www.researchgate.net/publication/335977824_Rivalry_through_proxies_How_Iran_and_Saudi_Arabia_compete_for_regional_influence_-_St_Antony’s_International_Review

Juneau, T. (2021). How war in Yemen transformed the Iran-Houthi partnership. Studies in Conflict & Terrorism, 47(3). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/1057610X.2021.1954353?needAccess=true

Azizi, H. (2022). Integration of Iran-backed armed groups into the Iraqi and Syrian armed forces: Implications for stability in Iraq and Syria. Small Wars & Insurgencies, 33(3). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/09592318.2021.2025284?needAccess=true

Gause, F. G., III. (2017). Ideologies, alignments, and underbalancing in the new Middle East cold war. PS: Political Science & Politics, 50(3). Ανακτήθηκε από: https://www.cambridge.org/core/services/aop-cambridge-core/content/view/739C0AB7ACDAD0E8ADE7D36C3CD37AA6/S1049096517000373a.pdf/ideologies-alignments-and-underbalancing-in-the-new-middle-east-cold-war.pdf

Hokayem, E. (2014). Iran, the Gulf states and the Syrian civil war. Survival, 56(6). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/00396338.2014.985438?needAccess=true

Diansaei, B. (2018). Iran and Saudi Arabia in the Middle East: Leadership and sectarianism (2011–2017). Vestnik RUDN. International Relations, 18(1). Ανακτήθηκε από: https://journals.rudn.ru/international-relations/article/view/18381/15718

Rabi, U., & Mueller, C. (2018). The geopolitics of sectarianism in the Persian Gulf. Asian Journal of Middle Eastern and Islamic Studies, 12(1). Ανακτήθηκε από: https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/25765949.2018.1436129?needAccess=true

Raouf, H. (2019). Iranian quest for regional hegemony: Motivations, strategies and constraints. Review of Economics and Political Science, 4(3). Ανακτήθηκε από: https://www.emerald.com/reps/article-pdf/4/3/242/2873176/reps-02-2019-0017.pdf

Mabon, S., & Lynch, M. (2020). Introduction: Sectarianism and international relations. In S. Mabon & M. Lynch (Eds.), Sectarianism and international relations (POMEPS Studies No. 38, pp. 3–7). Project on Middle East Political Science (POMEPS). Ανακτήθηκε από: https://pomeps.org/wp-content/uploads/2020/03/POMEPS_Studies_38_Web.pdf

Katz, Y. (2025). Dynamics of power of political alliances and proxy conflicts in the Middle East. American Research Journal of Humanities & Social Science, 8(5). Ανακτήθηκε από: https://www.arjhss.com/wp-content/uploads/2025/05/I856877.pdf

Tzemprin, A., Jozić, J., & Lambaré, H. (2015). The Middle East cold war: Iran-Saudi Arabia and the way ahead. Croatian Political Science Review, 52(4–5). Ανακτήθηκε από: https://hrcak.srce.hr/file/235854

Sunik, A. (2018). Regional leadership in authoritarian contexts: Saudi Arabia’s new military interventionism as part of its leadership bid in the Middle East. Rising Powers Quarterly, 3(1). Ανακτήθηκε από: https://www.ssoar.info/ssoar/handle/document/64373

Ειδησεογραφικές Πηγές

Hamdach, W. (2025, May 7). The fall of Bashar al-Assad: Winners, losers, and challenges ahead. Georgetown Journal of International Affairs. Ανακτήθηκε από: https://gjia.georgetown.edu/conflict-security/the-fall-of-bashar-al-assad-winners-losers-and-challenges-ahead/

Cook, S. A. (2026, April 24). Why are the Saudis sitting out the war with Iran? Foreign Policy. https://foreignpolicy.com/2026/04/24/saudi-arabia-israel-united-states-iran-war/

Yacoubian, M. (2026, February 28). The regional reverberations of the U.S. and Israeli strikes on Iran. Center for Strategic and International Studies (CSIS). Ανακτήθηκε από: https://www.csis.org/analysis/regional-reverberations-us-and-israeli-strikes-iran

Πηγή Εικόνας

The New Indian Express. (2023, March 10). Explainer: Decades-long rivalry between Iran and Saudi Arabia. The New Indian Express. Διαθέσιμο στο: https://www.newindianexpress.com/world/2023/Mar/10/explainer-decades-long-rivalry-between-iran-and-saudi-arabia-2554874.html