Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

O Λιβανέζικος Εμφύλιος (1975-1990) και η αναδιάταξη του περιφερειακού συστήματος στη Μέση Ανατολή

Γράφει η Αναστασία-Μαρίνα Μαλαμούδη

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Λιβανέζικος Εμφύλιος Πόλεμος (1975-1990) συνιστά μία από τις κομβικότερες συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στη Μέση Ανατολή κατά τον 20ό αιώνα. Ειδικότερα, η διάρκεια του, η πληθώρα των εμπλεκώμενων δρώντων και η συνεχής εμπλοκή τόσο περιφερειακών όσο και παγκόσμιων δυνάμεων τον καθιστούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μελέτης της επίδρασης του περιφερειακού συστήματος κρατών στη διαμόρφωση εσωτερικών συγκρούσεων.

Το παρόν άρθρο εξετάζει πώς η αποδυνάμωση του Εθνικού Συμφώνου του 1943 και η αποσταθεροποιητική δράση μη κρατικών παραγόντων, όπως η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), σε συνδυασμό με τις επεμβάσεις της Συρίας και του Ισραήλ, οδήγησαν στη Συμφωνία της Taif (1989), η οποία σηματοδότησε το τέλος του εμφυλίου και την αναδιανομή της εξουσίας με στόχο ένα πιο ισορροπημένο κοινοβουλευτικό σύστημα (Rowayheb, 2011). Αυτό θα επιτευχθεί τόσο μέσω της σκιαγράφησης των εσωτερικών αδυναμιών του κράτους του Λιβάνου, όσο και μέσω της καταγραφής των φάσεων του πολέμου και των εξωγενών παρεμβάσεων οι οποίες οδήγησαν τελικά στη Συμφωνία της Taif.

Αρχικά, η ιστορία του Λιβάνου φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γαλλική Εντολή (1920-1943), η οποία λειτούργησε ως μορφή αποικιακού ελέγχου, δεδομένου ότι έλεγχε την διοίκηση, τα σύνορα και την πολιτική ταυτότητα του κράτους (Wright, 1923· Σπυρόπουλος, 2011, p. 28). Αργότερα, η επίσημη ανεξαρτησία του Λιβάνου, το 1943 θεμελιώθηκε πάνω σε μία άτυπη συμφωνία, το Εθνικό Σύμφωνο, το οποίο αποσκοπούσε στην καθιέρωση ενός συστήματος διανομής της εξουσίας βάσει θρησκευτικών ποσοστώσεων  (Malley, 2018, p. 122). Συγκεκριμένα, προέβλεπε ότι ο πρόεδρος της δημοκρατίας θα ήταν μαρωνίτης χριστιανός, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης μουσουλμάνος (Malley, 2018, p. 122). Επιπρόσθετα, η αναλογία των εδρών της Βουλής καθιερώθηκε στο 6:5 υπέρ των χριστιανών, με τον Λίβανο να θεωρείται ευρύτερα μια αραβική χώρα «ανοιχτή» προς τη Δύση (Traboulsi, 2012, pp. 110-112). Στην πραγματικότητα, το Σύμφωνο εξασφάλισε τα προνόμια των Μαρωνιτών με αντάλλαγμα πολιτικές υποσχέσεις προς τους Μουσουλμάνους για ενεργότερη συμμετοχή στην εξουσία (Traboulsi, 2012, pp. 111-112). Ωστόσο, οι δεσμεύσεις αυτές δεν θεσμοθετήθηκαν σκοπίμως στο Σύνταγμα του 1943, προκειμένου να παραμείνουν στο επίπεδο των πολιτικών διαβεβαιώσεων, εντείνοντας τις ανισότητες (Traboulsi, 2012, pp. 111-112).

Οι δημογραφικές αλλαγές, όμως, με την αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού, κατέστησαν την πολιτική υπερεκπροσώπηση των χριστιανών πηγή αυξανόμενης δυσαρέσκειας (Makdisi & Sadaka, 2005, p. 62). Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη που επήλθε υπό την φιλοδυτική εξουσία του Σαμούν (1952-1958) βασίστηκε σε μία άνιση γεωγραφική μεροληψία, περιθωριοποιώντας περιοχές όπως ο Νότος και η Κοιλάδα Μπεκάα, όπου κατοικούσε κυρίως η σιίτικη κοινότητα (Traboulsi, 2012). Καθίσταται σαφές επομένως, ότι αυτή η κατάσταση ενίσχυσε τα πελατειακά δίκτυα και τη διαφθορά, καθώς οι πολιτικές ελίτ κάθε κοινότητας διαχειρίζονταν την πρόσβαση σε κρατικούς πόρους, ενισχύοντας τον σεκταριστικό κατακερματισμό (Malley, 2018, p. 123).

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι, καθοριστικό παράγοντα αποσταθεροποίησης του ήδη κλονισμένου λιβανέζικου συστήματος, αποτέλεσε αναμφίβολα η παρουσία των εκτοπισμένων παλαιστινίων. Αναλυτικότερα, κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), Παλαιστίνιοι Μαχητές εισήχθησαν στην περιοχή του νότιου Λιβάνου (Arqub), μετατρέποντας την περιοχή σε ορμητήριο κατά των Ισραηλινών, γεγονός που αναμφίβολα υπονόμευσε την κρατική κυριαρχία του Λιβάνου (Siklawi, 2017, p. 924). Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία των μουσουλμάνων και της αριστεράς εξέλαβαν την PLO ως αμυντικό μέσο απέναντι στην κατασταλτική δράση των υπηρεσιών ασφαλείας του καθεστώτος Shihab (Traboulsi, 2012). Στον αντίποδα, οι τοπικές ελίτ καθώς και το χριστιανικό δεξιό μπλοκ την εξέλαβαν ως απειλή για την εθνική κυριαρχία και την δημογραφική ισορροπία του κράτους (Kattar, 2021, p. 776).

Παράλληλα, ο περιφερειακός συσχετισμός των αραβικών δυνάμεων ευνόησε τη συντηρητική Σαουδική Αραβία, γεγονός που πυροδότησε την τριμερή συμμαχία «Shamun, Edde, Jumayil», εντός του Λιβάνου, η οποία στόχευε πρωτίστως στην αντιμετώπιση των κινημάτων του Νασερισμού, του Κομμουνισμού και του Σιωνισμού και τελικά ανήλθε στην εξουσία το 1969 (Stein, 2021, p. 83). Με άλλα λόγια, οι φιλοδυτικές δυνάμεις του Λιβάνου συσπειρώθηκαν γύρω από τους Shamun, Edde και Gemayel προκειμένου να αναχαιτίσουν την άνοδο του Νασερισμού της Αριστεράς, καθώς αμφισβητούσαν το ομολογιακό καθεστώς του 1943 (Baroudi, 2006). Αξίζει να τονίσουμε το γεγονός ότι βρισκόμαστε αφενός σε μία ψυχροπολεμική περίοδο και αφετέρου σε μία περίοδο έξαρσης του αραβικού εθνικιστικού κινήματος.

Ακόμη, η παραπάνω συμμαχία εντάχθηκε στη γενικότερη περιφερειακή πόλωση της δεκαετίας του 1950, κατά την οποία οι συντηρητικές αραβικές δυνάμεις, με χαρακτηριστική την παρουσία της Σαουδικής Αραβίας, ευνοούσαν την ανάσχεση του παναραβικού ριζοσπαστισμού (Stein, 2021). Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα κίνημα το οποίο υπερασπιζόταν την ιδέα ότι ο αραβικός πληθυσμός πρέπει να ενωθεί πολιτικά σε ένα ευρύτερο κοινό μέτωπο, με έντονο αντι-αποικιακό, αντιμοναρχικό και επαναστατικό χαρακτήρα (Hitman, 2025). Το κίνημα αυτό συνδέθηκε άμεσα με μία ηγετική φιγούρα της Αιγύπτου, τον Gamal Abed al-Nasser, από τον οποίο δέχτηκε το όνομά του το κίνημα του Νασερισμού όπως αναφέρθηκε παραπάνω (Hitman, 2025). Εν τέλει, η παλαιστινιακή ένοπλη παρουσία κατάφερε να θεσμοποιηθεί μέσω των Συμφωνιών του Καΐρου (1969), οι οποίες, ωστόσο, υπονόμευσαν την εθνική κυριαρχία του Λιβάνου και νομιμοποίησαν την ύπαρξη παραστρατιωτικών δομών εντός της επικράτειας του (Traboulsi, 2012). Έτσι, η αδυναμία του Λιβανέζικου κράτους να επιβάλει ενιαία πολιτική ασφάλειας προκάλεσε κρίσεις στο εσωτερικό των κυβερνήσεων καθώς και συγκρούσεις μεταξύ του λιβανέζικου στρατού και των Παλαιστινίων μαχητών (Haddad, 2009).

Εντούτοις, η νομιμοποίηση της Παλαιστινιακής Αρχής όξυνε την πολιτική πόλωση στη χώρα, με τη χριστιανική κοινή γνώμη να εκλαμβάνει την PLO ως απειλή για την ύπαρξη του κράτους (Traboulsi, 2012). Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκαν δύο αντίπαλοι πολιτικοί πόλοι. Από τη μία πλευρά βρισκόταν το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα (Lebanese National Movement, LNM), το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της αριστερής αντιπολίτευσης υπό τον δρούζο ηγέτη του Kemal Jumblatt (Progressive socialist party, PSP) (Wenger & Denney, 1990), το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα (LCP), το Αραβικό Εθνικιστικό Κίνημα (ANM) καθώς και η PLO, που απαιτούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και ειδικότερα, ανακατανομή της εξουσίας καθώς και μεγαλύτερη νομιμοποίηση της παλαιστινιακής παρουσίας στον Λίβανο (Kattar, 2021). Η αντίπαλη πλευρά αποτελούνταν από το δεξιό χριστιανικό μπλοκ, δηλαδή το Λιβανέζικο Μέτωπο (Lebanese Front) στο οποίο κυριαρχούσαν οι Φαλαγγίτες του Pierre Gemayel (Lebanese Phalanges) και το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα (National Liberal Party) του Shamun. Στόχευε στη διατήρηση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, στην υπεράσπιση της χριστιανικής πολιτικής συνοχής, καθώς και στην υιοθέτηση σκληρών μέτρων ασφαλείας και στρατιωτικοποίησης έναντι της παλαιστινιακής παρουσίας (Kattar, 2021).

Αναφορικά με το ξέσπασμα του πολέμου, η σύγκρουση εξελίχθηκε σε διαδοχικές φάσεις, καθεμία από τις οποίες είχε διαφορετικούς πρωταγωνιστές και συμμαχίες (Rasrel, 1983, p. 427). Ειδικότερα, η πρώτη φάση, γνωστή και ως “Διετής Πόλεμος” (1975-1976), διακρίθηκε για την ωμή χρήση βίας, καθώς και για τις μάχες σε προσφυγικούς καταυλισμούς και ξεκίνησε ως σύγκρουση των Φαλαγγιτών (Kataeb) με το παλαιστινιακό “Μέτωπο Άρνησης”. Αναλυτικότερα, το τελευταίο αποτελούσε μια συσπείρωση παλαιστινιακών οργανώσεων που απέρριπταν τη στροφή του Αραφάτ προς διαπραγμάτευση καθώς θεωρούσαν αυτή τη στάση του αντίθετη προς τον στόχο της πλήρους απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (Kattar, 2021). Κατά συνέπεια, η επίσημη ηγεσία της PLO αναγκάστηκε να εμπλακεί προκειμένου να διασφαλίσει την επιρροή της. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τελικά σε μια γενικευμένη αναμέτρηση μεταξύ των χριστιανικών πολιτοφυλακών και της συμμαχίας LNM-PLO (Wenger & Denney, 1990·  Stoakes, 1976, p. 13).

Από την άλλη πλευρά, αναπόδραστο αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης υπήρξε η διχοτόμηση της Βηρυτού σε Ανατολική (χριστιανική) και Δυτική (υπό την PLO), καθώς και η στρατιωτική επέμβαση της Συρίας το 1976. Η τελευταία αποσκοπούσε στη διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων και της συριακής επιρροής στη Μέση Ανατολή  (Makdisi & Sadaka, 2005, pp. 66-67). Το αποτέλεσμα της Συριακής επέμβασης ήταν τελικά η νομιμοποίηση της στρατιωτικής της παρουσίας στον Λίβανο μέσω της ίδρυσης της Αραβικής Αποτρεπτικής Δύναμης (ADF), η οποία συγκροτήθηκε υπό την αιγίδα του Αραβικού Συνδέσμου με την τυπική συμμετοχή και άλλων αραβικών κρατών (Makdisi & Sadaka, 2005, p. 67).

Στη συνέχεια, κατά την δεύτερη φάση του πολέμου (1977-1982) η σύγκρουση προσέλαβε περιφερειακές διαστάσεις λόγω της αντιπαράθεσης μεταξύ της PLO, του Ισραήλ και της Συρίας (Stein, 2021). Συγκεκριμένα, οι χριστιανικές πολιτοφυλακές και οι προαναφερόμενες χριστιανικές δυνάμεις ενοποιήθηκαν υπό τον Bashir Gemeyal στις “Lebanese Forces”, ενώ η χώρα διαιρέθηκε εκ νέου σε ζώνες στρατιωτικού ελέγχου μεταξύ της Συρίας, του επίσημου στρατού, των χριστιανικών δυνάμεων και της συμμαχίας PLO με τις αριστερές παρατάξεις (Wenger & Denney, 1990).

Έπειτα, η τρίτη φάση της σύγκρουσης (1982-1990) ξεκίνησε με την ισραηλινή εισβολή και την πολιορκία της Δυτικής Βηρυτού, επιτυγχάνοντας τον αντικειμενικό στόχο της οριστικής εκδίωξης της PLO (Makdisi & Sadaka, 2005). Αυτό κατέστη εφικτό με την εγκαθίδρυση μιας φιλικής προς το Ισραήλ μαρωνίτικης κυβέρνησης, σχέδιο που ανατράπηκε μετά τη δολοφονία του εκλεγμένου προέδρου Bashir Gemeyal (Makdisi & Sadaka, 2005). Με άλλα λόγια, η φιλοισραϊλινή μαρωνίτικη κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την ισραηλινή στρατηγική για την απομάκρυνση της PLO από τον Λίβανο (Cobba, 1984). Παρότι, η δολοφονία του Bashir Gemayel ανέκοψε την πραγμάτωση αυτού του σχεδίου, η ισραηλινή εισβολή και η πολιορκία της Βηρυτού οδήγησαν τελικά στην εκκένωση των παλαιστινιακών δυνάμεων (Cobba, 1984).

Παράλληλα, η ειρηνευτική αποστολή των Δυτικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία), η οποία βρισκόταν στη χώρα από το 1982, απέτυχε να διατηρήσει την απαιτούμενη ουδετερότητα, καθώς παρείχε στήριξη στην αποδεκτή από πλευράς του Ισραήλ κυβέρνηση του Gemayel. Το γεγονός αυτό ενέτεινε την αντιπαράθεση και συνέβαλε τελικά στην αποχώρηση των δυτικών δυνάμεων το 1984. Τελικά, η απομάκρυνση των παλαιστινιακών δυνάμεων δημιούργησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό εξουσίας, το οποίο, σε συνδυασμό με την ιρανική επιρροή, ευνόησε την ανάδυση της Χεζμπολάχ, μεταβάλλοντας ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων και τη φύση της σύγκρουσης (Makdisi & Sadaka, 2005).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην παρουσία της Χεζμπολάχ, η οποία αναδύθηκε τη δεκαετία του 1980 ως απόρροια της κοινωνικής περιθωριοποίησης των Σιιτών, της ισραηλινής κατοχής και της επιρροής της Ιρανικής Επανάστασης (Norton, 2007). Παρότι, η πολιτική κοινωνική συσπείρωση των Σιιτών ξεκίνησε αρχικά μέσω του κινήματος Amal, αυτό σύντομα εξελίχθηκε σε μία πολιτοφυλακή η οποία εισήλθε πίσημα στο πεδίο της σύγκρουσης το 1975, ενώ παράλληλα, η Χεζμπολάχ εξελίχθηκε σε μια ισχυρή ένοπλη οργάνωση που νομιμοποίησε την πολιτική της παρουσία μέσω της αντίστασης κατά του Ισραήλ (Norton, 2007). Ωστόσο, η διατήρηση της στρατιωτικής της αυτονομίας έναντι του λιβανέζικου στρατού αναδεικνύει μέχρι σήμερα την αδυναμία της κρατικής κυριαρχίας και την ισχύ των μη κρατικών δρώντων στον Λίβανο (Norton, 2007).

Ακολούθως, στην τέταρτη του φάση (1985-1989), ο πόλεμος έλαβε τη μορφή αιματηρών ενδο-θρησκευτικών συγκρούσεων. Κεντρική μορφή αναμέτρησης κατά την περίοδο αυτή αποτέλεσε το «War of the Camps», όπως ονομάστηκε ο αγώνας της σιιτικής οργάνωσης Amal, η οποία με την υποστήριξη της Συρίας, επιτέθηκε στους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς. Κατά την ίδια περίοδο, μάλιστα, εμφύλιος πόλεμος έλαβε χώρα ακόμη και εντός του χριστιανικού στρατοπέδου (Makdisi & Sadaka, 2005). Αναλυτικότερα, η αντιπαράθεση εκδηλώθηκε μεταξύ του στρατηγού Michel Aoun, ο οποίος ως πρωθυπουργός επεδίωκε την πλήρη  εθνική  κυριαρχία και αντιτάσσονταν αφενός στη Συριακή παρουσία και στη Συμφωνία της Ταΐφ (1989), αφετέρου στον Samir Geagea, ηγέτη των “Lebanese Forces”, που υιοθετούσε μια πιο ρεαλιστική πολιτική (Makdisi & Sadaka, 2005). Τελικά, η αντιπαράθεση εξασθένησε τη χριστιανική πλευρά, διευκολύνοντας την στρατιωτική επέμβαση της Συρίας, η οποία οδήγησε στην ήττα του Aoun και την επιβολή μιας νέας πολιτικής τάξης (Makdisi & Sadaka, 2005). Ως αναπόδραστη συνέπεια, οι εσωτερικές αυτές αναμετρήσεις αποδυνάμωσαν πλήρως τις τοπικές δυνάμεις, εδραιώνοντας τη Συρία ως τον κυρίαρχο ρυθμιστή των εξελίξεων στον Λίβανο.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απαραίτητη καθίσταται τόσο η ερμηνεία των στρατηγικών στόχων της παρέμβασης των κρατικών (Συρία, Ισραήλ,Λιβύη, Ιράν, Σαουδική Αραβία) και μη κρατικών (PLO, Χεζμπολάχ) δρώντων όσο και περιφερειακών (League of Arab States) και διεθνών οργανισμών (United Nations, Unifil) στην εξέλιξη των τεκταινόμενων. Αρχικά, η συριακή παρέμβαση, το 1976, ξεκίνησε με την αποστολή του Παλαιστινιακού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), σύντομα όμως μετατράπηκε σε εισβολή πλήρους κλίμακας υπέρ του δεξιού χριστιανικού μπλοκ, λόγω της ρήξης Ασάντ-Αραφάτ και του φόβου απώλειας της περιφερειακής επιρροής που ασκούσε η Δαμασκός (Rasler, 1983). Επιπρόσθετα, προκειμένου να αποτρέψει την ισραηλινή κυριαρχία και να νομιμοποιήσει τη στρατιωτική της παρουσία, η Συρία χρησιμοποίησε την Αραβική Αποτρεπτική Δύναμη (ADF), αποσκοπώντας στην εδραίωση του ρόλου της ως βασικού ρυθμιστή της ισορροπίας δυνάμεων στον Λίβανο (Rasler, 1983). Ως εκ τούτο, βασικό κίνητρο της συριακής πολιτικής υπήρξε η διατήρηση της ηγεμονίας και επιρροής στο εσωτερικό του Λιβάνου.

Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ επιδίωξε, με τις εισβολές του 1978 και του 1982, την εξάρθρωση της PLO και τη δημιουργία μιας «ζώνης ασφαλείας» στον νότο μέσω της συμμαχικής πολιτοφυλακής “South Lebanon Army” (Wenger & Denney, 1990). Με αυτόν τον τρόπο, η ισραηλινή παρουσία λειτούργησε ως καταλύτης για την άνοδο της Χεζμπολάχ, η οποία ενισχύθηκε καθοριστικά από το Ιράν μετά το 1979 μέσω της στρατιωτικής εκπαίδευσης από τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC) (Wenger & Denney, 1990). Με τον τρόπο αυτό, η Χεζμπολάχ μετέτρεψε την αντίσταση κατά της κατοχής σε μέσο για την πολιτική της εδραίωση και την προώθηση της ισλαμικής της ατζέντας στον Λίβανο (Norton, 2007).

Αναφορικά με την παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) μέσω της επιχείρησης UN Interim Force in Lebanon  (UNIFIL),  υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Ασφαλείας και του Ψηφίσματος 425 τον Μάρτιο του 1978,  πρέπει να επισημανθεί πως αυτή ήταν αποτέλεσμα της προαναφερόμενης ισραηλινής εισβολής, με απώτερο απώτερο σκοπό την αποχώρηση των δυνάμεων του Ισραήλ και την επαναφορά της κρατικής εξουσίας στον Νότιο Λίβανο (United Nations Security Council, 1978). Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση της λιβανέζικης κρίσης διεθνοποιήθηκε και μετατράπηκε σε ζήτημα περιφερειακής και διεθνούς διαχείρισης.

Επιπρόσθετοι καθοριστικοί δρώντες συνιστούν αναμφίβολα το Ιράκ, το οποίο εξόπλισε το χριστιανικό μπλοκ του Michel Aoun για να πλήξει τα συριακά συμφέροντα και η Σαουδική Αραβία και η Λιβύη, που με τη σειρά τους χρηματοδότησαν τόσο λιβανέζικες και όσο παλαιστινιακές δυνάμεις (Norton, 2007). Οι αποφάσεις αυτές υποκινήθηκαν από τις παναραβικές ιδέες και την ανάγκη στήριξης της αντίστασης κατά του Ισραήλ, περιπλέκοντας περαιτέρω το δίκτυο των εξωτερικών παρεμβάσεων στον Λίβανο (Norton, 2007). Παράλληλα, οι ΗΠΑ, κατά την περίοδο 1982-1984, παρενέβησαν στον Λίβανο με στόχο την προστασία των ισραηλινών συμφερόντων και την ανάσχεση της σοβιετικής και ριζοσπαστικής αραβικής επιρροής (Wenger & Denney, 1990). Με άλλα λόγια, μέσω της στήριξής τους προς φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιδίωξαν να διατηρήσουν την ισχύουσα περιφερειακή ισορροπία, ωστόσο η εμπλοκή τους τερματίστηκε το 1984 μετά την αποτυχία της ειρηνευτικής αποστολής και την απώλεια της ουδετερότητάς τους (Wenger & Denney, 1990).

Καταληκτικά, η μοναδική καρποφόρα και αποτελεσματική σταθεροποίηση της τεταμένης κατάστασης επήλθε μέσω της Συμφωνίας της Taif (1989), όταν οι επιζώντες βουλευτές του δημοκρατικά εκλεγμένου λιβανέζικου κοινοβουλίου του 1972 συναντήθηκαν στην πόλη Taif,  τον Σεπτέμβριο του 1989, υπό την αιγίδα της Σαουδικής Αραβίας, της Αλγερίας και του Μαρόκου (Makdisi & Sadaka, 2005, p. 59). Η συμφωνία που συνάφθηκε στόχευε αφενός στον τερματισμό των εχθροπραξιών και αφετέρου στην ίση εκπροσώπηση χριστιανών και μουσουλμάνων στο κοινοβούλιο, διατηρώντας ωστόσο την σεχταριστική δομή (Malley, 2018). Ο στόχος αυτός επιδιώχθηκε μέσω μιας σειράς θεσμικών μεταρρυθμίσεων με καθοριστικότερη την ανακατανομή της εκτελεστικής εξουσίας σύμφωνα με την οποία, οι εξουσίες του Μαρωνίτη προέδρου μειώθηκαν σημαντικά προς όφελος του Συμβουλίου των Υπουργών, του οποίου προεδρεύει ο Σουνίτης πρωθυπουργός (Haddad, 2009, p. 404). Σε αυτό το πλαίσιο, θεσμοθετήθηκε και η κοινοβουλευτική ισότητα μεταβάλλοντας την προηγούμενη αναλογία εδρών από 6:5 σε 50:50 μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων (United Nations Peacemaker, 1989). Αυτή η ιστορική ανακατανομή, που αύξησε τον αριθμό των βουλευτών σε 108, αποσκοπούσε στην επίτευξη μιας δίκαιης θρησκευτικής ισορροπίας και στην προώθηση της εθνικής συμφιλίωσης μετά τον εμφύλιο πόλεμο (United Nations Peacemaker, 1989).

Επιπλέον, η συμφωνία προέβλεπε τον αφοπλισμό και τη διάλυση όλων των πολιτοφυλακών, ώστε το κράτος να ανακτήσει το μονοπώλιο στη μόνιμη χρήση βίας. Εξαίρεση αποτέλεσε η Χεζμπολάχ, η οποία αναγνωρίστηκε ως “αντιστασιακή δύναμη” απέναντι στο Ισραήλ, γεγονός που νομιμοποίησε τη συνέχιση της ένοπλης δράσης της (Malley, 2018, p. 125). Τέλος, αναγνωρίστηκε ο ρόλος της Συρίας στη σταθεροποίηση της χώρας, μέσω μιάς ασαφώς διατυπωμένης δέσμευσης για σταδιακή αποχώρηση των στρατευμάτων της, που στην πράξη οδήγησε στην παγίωση της συριακής κυριαρχίας στον Λίβανο για περίπου δεκαπέντε χρόνια, η οποία, ωστόσο, εξακολούθησε να κλιμακώνεται και μετά το πέρας των δεκαπένετε ετών έως και το 2005 (Haddad, 2009, p. 405).  Με αυτόν τον τρόπο, η Δαμασκός εξασφάλισε τόσο την αδιάλειπτη στρατιωτική παρουσία όσο και την παρουσία μυστικών υπηρεσιών, εντός του Λιβάνου, ενώ παράλληλα, η οικονομική και πολιτική διείσδυση της επέτρεψαν να ασκεί παρεμβατικό έλεγχο στην κυβέρνηση του κράτους (Haddad, 2009, p. 405).

Κατά συνέπεια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, παρότι η συμφωνία τερμάτισε τις εχθροπραξίες, εγκαθίδρυσε ένα μεταπολεμικό πλαίσιο το οποίο ουσιαστικά επανεπικύρωσε και εμβάθυνε τις προϋπάρχουσες δομές πολιτικού σεκταρισμού, ενώ παράλληλα νομιμοποίησε τον ιδιαίτερο ρόλο της Χεζμπολάχ. Με αυτόν τον τρόπο, τέθηκαν οι βάσεις για την διαχρονική δυσλειτουργία και την πολιτική αστάθεια του λιβανέζικου κράτους.

 

Βιβλιογραφία

 

Βιβλία:

Norton, A. R. (2007). Hezbollah: A short history. Princeton University Press.

Σπυρόπουλος, Γ. Μ. (2011). Μέση Ανατολή: Αραβο-ισραηλινή διένεξη: ιστορία, πολιτική, διπλωματία. Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

Ακαδημαϊκά άρθρα

Baroudi, S. E. (2006). Divergent Perspectives among Lebanon’s Maronites during the 1958 Crisis. Critique: Critical Middle Eastern Studies, 15(1), 5–28. https://doi.org/10.1080/10669920500515093

Cobban, H. (1984). The PLO in the 1980s. In The Palestinian Liberation Organisation: People, Power and Politics (pp. 3–18). chapter, Cambridge: Cambridge University Press. https://www.palestine-studies.org/en/node/1641326

Haddad, S. (2009). Lebanon: From Consociationalism to Conciliation. Nationalism and Ethnic Politics, 15(3–4), 398–416. https://doi.org/10.1080/13537110903346684

Hitman, G., & Naor, D. (2025). Rethinking Pan-Arabism: an analysis of the challenges of a Utopian ideology. Journal of Political Ideologies, 30(3), 708–727. https://doi.org/10.1080/13569317.2024.2339356

Kattar, C. (2021). The Lebanese study committee: A Christian think tank in wartime Lebanon (1975–1982). The Historical Journal, 64(3), 774–795. doi:10.1017/S0018246X20000400

Makdisi, S., & Sadaka, R. (2005). The Lebanese Civil War, 1975–90. In P. Collier & N. Sambanis (Eds.), Understanding civil war: Evidence and analysis (Vol. 2, pp. 59–85). World Bank. http://www.jstor.com/stable/resrep02484.7

Malley, M. (2018). The Lebanese Civil War and the Taif Accord: Conflict and compromise engendered by institutionalized sectarianism. The History Teacher, 52(1), 121–159. https://www.jstor.org/stable/26646477

Rami Siklawi. (2017). The Palestinian Resistance Movement In Lebanon 1967–82: Survival, Challenges, and Opportunities. Arab Studies Quarterly, 39(3), 923–937. https://doi.org/10.13169/arabstudquar.39.3.0923

Rasler, K. (1983). Internationalized Civil War: A Dynamic Analysis of the Syrian Intervention in Lebanon. The Journal of Conflict Resolution, 27(3), 421–456. http://www.jstor.org/stable/173922

Rowayheb, M. G. (2011). Political Change and the Outbreak of Civil War: The Case of Lebanon. Civil Wars, 13(4), 414–436. https://doi.org/10.1080/13698249.2011.629871

Stoakes, F. (1976). The Civil War in Lebanon. The World Today, 32(1), 8–17. https://www.jstor.org/stable/40395246

Stein, E. (2021). Towards a Middle Eastern State Conglomerate (1967–1979). In International Relations in the Middle East: Hegemonic Strategies and Regional Order (pp. 83–109). chapter, Cambridge: Cambridge University Press.  https://doi.org/10.1017/9781316855522.004

Traboulsi, F. (2012). A History of Modern Lebanon. Pluto Press. https://doi.org/10.2307/j.ctt183p4f5

Wenger, M., & Denney, J. (1990). Lebanon’s Fifteen-Year War 1975-1990. Middle East Report, (162), 23–25. https://doi.org/10.2307/3013281

Wright, Q. (1923). The French Mandate for Syria and the Lebanon. The American Journal of International Law, 17(2), 292–303. https://doi.org/10.2307/2188097

 

Πρωτογενείς πηγές:

United Nations Peacekeeping. (n.d.). UNIFIL fact sheet. United Nations. https://peacekeeping.un.org/en/factsheet/unifil

United Nations Security Council. (1978). Resolution 425 (1978) / [adopted by the Security Council at its 2074th meeting], on 19 March 1978 (S/RES/425). UNIFIL. https://unifil.unmissions.org/sites/default/files/425.eda17afa-f25f-47e5-aad9-f83b9c690939.pdf

United Nations Peacemaker. (1989, October 22). The Taif Agreement (National Accord Charter).

https://peacemaker.un.org/sites/default/files/document/files/2024/05/lb891022taif20accords.pdf

 

Πηγή εικόνας:

 

Fisk, R. (2016). Lebanon has avoided civil war while the Middle East burns – here’s why. Belfast Telegraph. https://www.belfasttelegraph.co.uk/comment/lebanon-has-avoided-civil-war-while-the-middle-east-burns-heres-why/a/116632132.html