Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική Επικαιρότητα

Φωτεινό Μονοπάτι: Η Μαοϊκή επανάσταση που συντάραξε το Περού

Γράφει η Αντωνία Πετρολέκα

Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το Περού σημαδεύτηκε από τη δραστηριότητα της οργάνωσης Φωτεινό Μονοπάτι (Sendero Luminoso), η οποία αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες και βίαιες οργανώσεις ανταρτών που έδρασε στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. To Φωτεινό Μονοπάτι ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον καθηγητή φιλοσοφίας και ένθερμο υποστηρικτή του μαοϊσμού, Abimael Guzman, αυτοαποκαλούμενο και ως «σύντροφο Gonzalo», με στόχο την ανατροπή του πολιτικού συστήματος της χώρας και την εγκαθίδρυση ενός κομμουνιστικού καθεστώτος (Michael Burch, 2012). Παρότι η πρώτη του επίθεση, το 1980, κατά τις προεδρικές εκλογές, φάνηκε συμβολική και εκδηλώθηκε εναντίον του “status quo”, μέσα σε λίγα χρόνια, η οργάνωση εξελίχθηκε σε μια από τις πιο βίαιες αντάρτικές οργανώσεις της εποχής, οδηγώντας τη χώρα στα πρόθυρα κατάρρευσης και περίπου 70.000 ανθρώπους στον θάνατο (The Guardian, 2024).

Βέβαια, η σύγκρουση, που εκτυλίχθηκε κυρίως τις δεκαετίες 80’ και 90’, δεν ήταν μόνο πολιτική και ιδεολογική, καθώς η παρουσία ενός ιδιαίτερα κερδοφόρου φυσικού πόρου, του φυτού κόκα, από το οποίο παράγεται η κοκαΐνη, προσέφερε στο Φωτεινό Μονοπάτι τους οικονομικούς πόρους για να χρηματοδοτήσει τον ένοπλο αγώνα του, καθώς και να αντιμετωπίσει τις σφοδρές κυβερνητικές πιέσεις (R. Evan Ellis, 2015).

Οι ρίζες των ένοπλων επαναστατικών κινημάτων στο Περού εντοπίζονται στις προηγούμενες επαναστατικές προσπάθειες που διαμόρφωσαν το πολιτικό τοπίο της χώρας. Συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1960, εν μέσω καταπίεσης, κοινωνικής αδικίας και ανεκπλήρωτων υποσχέσεων για αγροτική μεταρρύθμιση, μια σειρά ένοπλων, κομμουνιστικών, επαναστατικών κινημάτων προέκυψαν στις ορεινές περιοχές της χώρας.  Το πρώτο από αυτά τα κινήματα κατεστάλη το 1963 με τη σύλληψη του ηγέτη του, Hugo Blanco. Δύο άλλα βίαια επαναστατικά κινήματα που εμπνεύστηκαν από την κουβανική επανάσταση, το Ejército de Liberación Nacional (ELN) με επικεφαλής τον Héctor Béjar και το Revolutionary Left Movement (MIR) με επικεφαλής τον Luis de la Puente Uceda, αποσχίστηκαν από τον πολιτικό κλάδο του Περουβιανού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά εν τέλει ηττήθηκαν από τον περουβιανό στρατό το 1965 (Mealy, M., Austad, C.S., 2012).

Παρά την αποτυχία των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων, οι ιδεολογικές ρίζες τους συνέχισαν να επηρεάζουν τη μετέπειτα πολιτική εξέλιξη της χώρας. Τα γεγονότα που ακολούθησαν και που στιγμάτισαν για ολόκληρες δεκαετίες την πολιτικοκοινωνική σκηνή του Περού συνδέονται άρρηκτα με την προσωπική πορεία του Abimael Guzman, η οποία εξηγεί πώς διαμορφώθηκαν οι ριζοσπαστικές του αντιλήψεις. Το ενδιαφέρον του Guzman περί πολιτικής εμφυσηθήκε στα τέλη της εφηβείας του, όταν άρχισε να συναναστρέφεται με αριστερούς διανοούμενους και έγινε προστατευόμενος του ζωγράφου Carlos de la Riva, ένθερμου θαυμαστή του Joseph Stalin, με αποκορύφωμα την ένταξη του στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού στα τέλη της δεκαετίας του 1950 (Britannica, χ.χ.).

Το 1962, ο Guzman διορίστηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο του San Cristóbal del Huamanga στο Ayacucho, μια απομακρυσμένη και εξαιρετικά φτωχή επαρχία, όπου η πλειοψηφία των φοιτητών ήταν ιθαγενείς Περουβιανοί και κατά βάση αποτελούσαν την πρώτη γενιά των οικογενειών τους που αποκτούσαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο Guzman σοκαρισμένος από την ακραία φτώχεια που επικρατούσε στην περιοχή άρχισε να διοργανώνει εβδομαδιαίες πολιτικές συζητήσεις με φοιτητές και συναδέλφους, όπου έθιγε τις αδικίες της περουβιανής κοινωνίας και την ανάγκη εξέγερσης των ιθαγενών αγροτών ( Mealy, M., Austad, C.S., 2012).

Ο Guzman μελέτησε τις θεωρίες του Mao Zedong και υποστήριξε θερμά ότι μια επιτυχημένη κομμουνιστική επανάσταση δεν απαιτεί την ύπαρξη ενός βιομηχανοποιημένου αστικού προλεταριάτου, αντίθετα, μια αγροτική προ-βιομηχανική κοινωνία μπορεί να μετασχηματιστεί σε σύγχρονη κομμουνιστική κοινωνία καθιστώντας την αγροτική τάξη πολιτικά συνειδητοποιημένη. Το διάστημα μεταξύ 1965 και 1967, ο Guzman επισκέφθηκε επανειλημμένα την Κίνα, όπου βίωσε από κοντά τα γεγονότα της Πολιτιστικής Επανάστασης, έτσι παρακολουθώντας την εφαρμογή των θεωριών του Mao Zedong στην πράξη, ριζοσπαστικοποιήθηκε και, επιστρέφοντας στο Περού, ήταν πλέον πεπεισμένος πως απαιτούνταν μια γρήγορη και βίαιη επανάσταση για την ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας της αγροτικής τάξης (Rothwell, Matthew, 2020). Συνεπώς, το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού, το οποίο αρχικά ηγούνταν από τον Saturnino Paredes, τον José Sotomayor και τον Abimael Guzman, λόγω εσωτερικών διαφωνιών απέβαλε αρκετά μέλη του και το 1969 διασπάστηκε σε  δύο κόμματα: το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού – Κόκκινη Πατρίδα (PCP-PR) και το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού – Φωτεινό Μονοπάτι (PCP-SL), με ηγέτη τον Guzman. (Britannica, χ.χ.)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το Φωτεινό Μονοπάτι υπό την ηγεσία του Guzman μετατράπηκε σε αντάρτικο στρατό, με τους πρώτους οπαδούς του από το San Cristóbal del Huamanga να γίνονται κορυφαίοι διοικητές και στενοί σύμβουλοι του Guzman, ενώ οι νέοι στρατολογημένοι έπρεπε να υπογράψουν όρκο πίστης όχι στο Φωτεινό Μονοπάτι, αλλά στον Σύντροφο Gonzalo. Καθώς η ισχύς της οργάνωσης αυξανόταν, οι οπαδοί του θεωρούσαν τον Guzman ως την «Τέταρτη Σπάθη» της κομμουνιστικής σκέψης, μετά τον Marx, τον Lenin και τον Mao Zedong (Nick Caistor, 2021).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970, το Περού βρισκόταν σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών. Το 1968, ο στρατός υπό τον στρατηγό Juan Velasco ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο Fernando Belaúnde Terry, εγκαθιδρύοντας το Επαναστατική Κυβέρνηση των Ενόπλων Δυνάμεων (Revolutionary Government of the Armed Forces) του Περού. Το νέο καθεστώς ήταν στρατιωτική δικτατορία με έντονο αντιολιγαρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα, προωθώντας ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Αν και η στρατιωτική δικτατορία ενδέχεται να προσέφερε κάποια σταθερότητα στο χαοτικό περουβιανό κράτος, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αυξήθηκαν οι πιέσεις προς το καθεστώς να επιστρέψει τον έλεγχο του κράτους στους πολίτες. Παράλληλα, η κοινωνία συνέχιζε να χαρακτηρίζεται από έντονες ανισότητες, με την ολιγαρχία των παράκτιων περιοχών να συγκεντρώνει τον πλούτο, ενώ οι αγροτικές περιοχές να παραμένουν φτωχές και περιθωριοποιημένες (Michael Burch, 2012).

Η στρατιωτική ηγεσία ανακοίνωσε ότι οι προεδρικές εκλογές θα πραγματοποιούνταν στις 18 Μαΐου 1980 και ότι ο στρατός θα αποχωρούσε από την πολιτική σκηνή. Ωστόσο, καθώς το περουβιανό κράτος ετοιμαζόταν για τις εκλογές, το Φωτεινό Μονοπάτι, τα μέλη του οποίου είχαν ήδη αρχίσει να εκπαιδεύονται σε τακτικές ανταρτοπόλεμου, σχεδίαζε να μην συμμετάσχει στη ψηφοφορία, αλλά αντίθετα να αμφισβητήσει την κρατική εξουσία μέσω βίαιης εξέγερσης. Τη νύχτα πριν τις εκλογές, η οργάνωση προχώρησε στην κατάληψη των καλπών και προέβη στην πυρπόληση τους ως ένδειξη διαμαρτυρίας (Michael Burch, 2012).

Ο εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε ουσιαστικά το 1982, καθώς το Φωτεινό Μονοπάτι άρχισε να επεκτείνεται από τη βάση του προς τις γύρω επαρχίες. Αρχικά στόχευε χαμηλόβαθμους κυβερνητικούς εκπροσώπους σε χωριά των υψιπέδων, επιδιώκοντας να τους αντικαταστήσει με δικούς του μαρξιστές αξιωματούχους. Στο πρώτο αυτό στάδιο, η στρατηγική ήταν να «καθαρίσει» την ύπαιθρο από την παρουσία του περουβιανού κράτους, στοχεύοντας χωριά πριν περικυκλώσει τις μεγαλύτερες πόλεις των υψιπέδων. Η αργή εξάπλωση, η απουσία άμεσων βίαιων επιθέσεων, καθώς και ζητήματα της δημοκρατικής μετάβασης οδήγησαν στην καθυστερημένη αντίδραση της Περουβιανής Κυβέρνησης, με το Φωτεινό Μονοπάτι να είχε καταφέρει να αποκτήσει ισχυρή παρουσία στις αγροτικές περιοχές και να προωθεί έναν γενικό «λαϊκό πόλεμο», μέχρι το 1983. Ωστόσο, με τις ανθρώπινες απώλειες να πολλαπλασιάζονται και τους αντάρτες να επιτίθενται ακόμη και στην πρωτεύουσα, Λίμα, η αντίδραση της Κυβέρνησης δεν άργησε να γίνει ιδιαίτερα σφοδρή (Michael Burch, 2012).

Το Φωτεινό Μονοπάτι αντιμετώπισε τη βία ως μέσο καθαρτικής ή απελευθερωτικής δύναμης που θα μπορούσε να απομακρύνει τις παραδοσιακές αντιλήψεις και να προωθήσει νέες, επαναστατικές μορφές συμπεριφοράς, με τον ηγέτη της να δηλώνει χαρακτηριστικά «το αίμα μας κάνει πιο δυνατούς». Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι υπήρχε στενή σύνδεση μεταξύ του μυστικισμού των Άνδεων και του ριζοσπαστικού μαοϊσμού, με τα τελετουργικά και τους μύθους της περιοχής να αναφέρονται στη χαμένη δόξα των Ίνκας και την εκδίκηση κατά των Ισπανών κατακτητών, να επισημαίνουν τη συμβιωτική φύση της σχέσης μεταξύ μαοϊσμού και παράδοσης των Άνδεων, η οποία μετέτρεψε αιώνες μίσους σε δράση και τη χαοτική εξέγερση σε οργανωμένη επανάσταση (Ron, James, 2001).

Παράλληλα, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, έγινε σαφές ότι το Φωτεινό Μονοπάτι ήταν μια εξαιρετικά ισχυρή οργάνωση, καθώς εκτός από την αρχική προσέλκυση και στρατολόγηση «υποστηρικτών» με την υπόσχεση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, η οργάνωση είχε πλέον το πλεονέκτημα του ελέγχου περιοχών όπου καλλιεργούνταν το φυτό κόκα. Αρχικά, η ομάδα δεν συμμετείχε άμεσα στο εμπόριο ναρκωτικών, αλλά επέλεξε να βασιστεί κυρίως στη φορολόγηση αγροτών και διακινητών που περνούσαν από την επικράτειά της. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η περιορισμένη εμπλοκή της με το εμπόριο ναρκωτικών της παρείχε οικονομικούς πόρους για την προμήθεια όπλων και την προσέλκυση νέων «υποστηρικτών» (Michael Burch, 2012).

Το Φωτεινό Μονοπάτι συνέχισε να σημειώνει σημαντική πρόοδο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα κατάρρευσης. Οι προεδρικές εκλογές του 1990, τις οποίες οι αντάρτες προσπάθησαν να διαταράξουν, έφεραν στην εξουσία τον Alberto Fujimori. Η αμφιλεγόμενη προεδρία του οδήγησε σε αναστολή του συντάγματος μέσω του «αυτο-πραξικοπήματος», όπου ο Fujimori ανέτρεψε την ίδια του την κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τον υπερπληθωρισμό και το Φωτεινό Μονοπάτι (The Washington Office on Latin America, 2000). Το καθεστώς του πέτυχε και στους δύο στόχους: η οικονομία του Περού βελτιώθηκε και η κυβέρνηση κατάφερε να επιφέρει καίριο πλήγμα στο Φωτεινό Μονοπάτι με τη σύλληψη του Guzman, το 1992. (Britannica, χ.χ.) Μετά την απώλεια του ηγέτη της, η δραστηριότητα της οργάνωσης μειώθηκε σημαντικά και δόθηκε αμνηστία σε περίπου 5.000 αντάρτες, οι οποίοι παρέδωσαν τα όπλα τους. Το 1994, η κυβέρνηση δήλωσε ότι το Φωτεινό Μονοπάτι είχε συντριβεί, ενώ σχεδόν 70.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στον Περουβιανό Εμφύλιο Πόλεμο που διήρκεσε από το 1980 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990 (Michael Burch, 2012).

Παρότι η απειλή του Φωτεινού Μονοπατιού μειώθηκε μετά τη σύλληψη του Guzman, η οργάνωση δεν εξαφανίστηκε πλήρως. Τα υπολείμματά της συνέχισαν να δραστηριοποιούνται στα υψίπεδα του Περού, όπου πρωτοεμφανίστηκε, με σποραδικές επιθέσεις να συνεχίζονται μέχρι το 2023, με χαμηλής έντασης συγκρούσεις (Jacob Zenn, 2023). Αν και η ομάδα δεν αποτελεί πλέον θεμελιώδη απειλή για τη νομιμότητα του περουβιανού κράτους, η αδυναμία της κυβέρνησης να επανακτήσει πλήρη έλεγχο σε όλη την επικράτεια παραμένει πρόβλημα.

Παρά την σχεδόν ολοκληρωτική εξάλειψη του, οι αποτυχίες των μεταπολεμικών προσπαθειών ανοικοδόμησης και συμφιλίωσης στα υψίπεδα του Περού αναδεικνύουν την ανάγκη επανεξέτασης των στρατηγικών της κυβέρνησης για την εξασφάλιση της ειρήνη για το σύνολο του πληθυσμού. Η περουβιανή κυβέρνηση βεβιασμένα πίστεψε ότι το Φωτεινό Μονοπάτι είχε ηττηθεί πλήρως και παρέλειψε να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο για την ενσωμάτωση των πολιτών που βρίσκονταν σε περιοχές γόνιμες για στρατολόγηση από την οργάνωση. Στην πραγματικότητα, η Κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει ποτέ να ενσωματώσει τις επαρχίες των Άνδεων και τον κυρίως ιθαγενή πληθυσμό τους, οι οποίοι έχουν στερηθεί τις οικονομικές ευκαιρίες που συγκεντρώνονται κυρίως στις παράκτιες περιοχές της χώρας. Η έλλειψη μεταπολεμικού οικονομικού σχεδιασμού από τις Περουβιανές Κυβερνήσεις και η παρουσία ενός μεγάλου κερδοφόρου φυσικού πόρου όπως η κόκα συνδυάστηκαν ώστε να εξασφαλίσουν ότι το Φωτεινό Μονοπάτι θα συνεχίσει να αμφισβητεί την Κυβέρνηση μέχρι σήμερα (Michael Burch, 2012).

Εν κατακλείδι, παρά τις προσπάθειες της Κυβέρνησης και της διεθνούς κοινότητας, η αδυναμία πλήρους ελέγχου της καλλιέργειας κόκας επέτρεψε στο Φωτεινό Μονοπάτι να ενισχύσει τόσο τη δράση του, όσο και τη σχέση του με το εμπόριο ναρκωτικών. Έτσι, η οργάνωση μετατράπηκε από αντάρτικη ομάδα σε βίαιη εγκληματική οντότητα, η οποία δρούσε με σχετική ατιμωρησία σε μεγάλες περιοχές του Περού και συνεχίζει σποραδικά μέχρι και σήμερα να ταλανίζει τη χώρα.

 

Πηγές:

  1. Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές

Mealy, M., Austad, C.S. (2012). Sendero Luminoso (Shining Path) and the Conflict in Peru. In: Landis, D., Albert, R. (eds) Handbook of Ethnic Conflict. International and Cultural Psychology. Springer, Boston, MA. Διαθέσιμο εδώ:https://doi.org/10.1007/978-1-4614-0448-4_21

Michael Burch, (2012). Natural Resources and Recurrent Conflict: The Case of Peru and Sendero Luminoso. Διαθέσιμο εδώ: https://www.usip.org/sites/default/files/files/case-study-competition/20130322-Natural-Resources-and-Recurrent-Conflict.pdf

Ron, James. (2001). Ideology in Context: Explaining Sendero Luminoso’s Tactical Escalation. Journal of Peace Research – J PEACE RES. 38. 569-592. 10.1177/0022343301038005002.

Rothwell, Matthew. (2020). Gonzalo in the Middle Kingdom: What Abimael Guzmán Tells Us in His Three Discussions of His Two Trips to China. Διαθέσιμο εδώ: https://peopleshistoryofideas.com/wp-content/uploads/2020/05/Gonzalo_in_the_Middle_Kingdom_What_Abimael_Guzm%C3%A1n_Tells_Us_in_His_Three_Discussions_of_His_Two_Trips_to_China.pdf

  1. Ειδησεογραφικά Άρθρα και Διαδικτυακές Δημοσιεύσεις

Britannica. (n.d.) Abimael Guzmán. Διαθέσιμο εδώ: https://www.britannica.com/biography/Abimael-Guzman

Britannica. (n.d.). Shining Path. Διαθέσιμο εδώ: https://www.britannica.com/topic/Shining-Path

Jacob Zenn. (2023). Brief: Peru Seeks to Close Door on Shining Path. Διαθέσιμο εδώ: https://jamestown.org/brief-peru-seeks-to-close-door-on-shining-path/

Nick Caistor. (2021). Abimael Guzman: death of the ‘fourth sword’. Διαθέσιμο εδώ: https://lab.org.uk/abimael-guzman-death-of-the-fourth-sword/

  1. Evan Ellis. (2015). Narcotrafficking, the Shining Path, and the Strategic Importance of Peru. Διαθέσιμο εδώ: https://warontherocks.com/2015/03/narcotrafficking-the-shining-path-and-the-strategic-importance-of-peru/

The Guardian. (2024). Decades after the country’s internal conflict, Peruvians lay murdered family members to rest – a photo essay. Διαθέσιμο εδώ https://www.theguardian.com/artanddesign/2024/jan/18/peru-shining-path-conflict-burials

The Washington Office on Latin America. (2000). Deconstructing Democracy: Peru Under Alberto Fujimori. Διαθέσιμο εδώ: https://www.wola.org/sites/default/files/downloadable/Andes/Peru/past/peru_deconstructing_democracy_fujimori_eng.pdf

Πηγή εικόνας:

Cornell University Library, title Sendero, Image Title: Luminoso en Ayacucho: 4.05, collection Billie Jean Isbell Andean Collection. Διαθέσιμο εδώ: https://digital.library.cornell.edu/catalog/ss:299016