Γράφει ο Ιωάννης Ξαφέλης
Η Τουρκία κατά την τελευταία δεκαετία έχει επιδιώξει να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνές σύστημα μέσω μιας εξωτερικής πολιτικής που συνδυάζει στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά εργαλεία ισχύος. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο επιδίωξης στρατηγικής αυτονομίας και της ανάδειξης της χώρας σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο ισχύος μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Καυκάσου και ανατολικής Μεσογείου. H Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής, αξιοποιώντας την αμυντική της βιομηχανία, τη γεωγραφική της θέση και τις ενεργειακές της πρωτοβουλίες για την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων (Oktav, 2011, σ. 54∙ Aydın-Düzgit & Tocci, 2015, σ. 116).
Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας χαρακτηρίζεται από προσπάθεια διατήρησης ισορροπιών μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για τον λόγο αυτό, επιδιώκει τη μεγιστοποίηση της επιρροής της τόσο στους παραδοσιακούς συμμάχους της στο North Atlantic Treaty Organization (εφεξής NATO) όσο και σε αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η επιδίωξη αυτή έχει επηρεάσει σημαντικά τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος και έχει αναδείξει την Τουρκία σε κρίσιμο παράγοντα για ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας και περιφερειακής σταθερότητας (Yeşiltaş, 2013, σ. 661, 664∙ Sarı & Sula, 2024, σ. 6).
Σε αυτή την πορεία, τρεις βασικοί πυλώνες λειτουργούν ως κινητήριοι μοχλοί αλλά και ως πιθανοί περιορισμοί∙ η ραγδαία αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, η πολύπλοκη και ευάλωτη μακροοικονομική κατάσταση, και η ενεργειακή διπλωματία (Sarı & Sula, 2024, σ. 15). Η παρούσα ανάλυση διερευνά πώς αυτοί οι τρεις παράγοντες διαμορφώνουν τη γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας το 2026, αντλώντας δεδομένα και από πρόσφατες εκθέσεις διεθνών οργανισμών.
Ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αποτελεί η ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία επένδυσε συστηματικά στην ανάπτυξη εγχώριων οπλικών συστημάτων, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές και την ενίσχυση της επιχειρησιακής της αυτονομίας (Aydın-Düzgit et al., 2025, σ. 188, 194). Η πολιτική αυτή εντάσσεται στο δόγμα της στρατηγικής ανεξαρτησίας, το οποίο προωθείται απαραίτητο για την άσκηση ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής (Kutlay & Öniş, 2021, σ. 1086).Η προσπάθεια για αυτάρκεια στον αμυντικό τομέα εντατικοποιήθηκε μετά το εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε στη χώρα και τις κυρώσεις του νόμου Countering America’s Adversaries Through Sanctions (CAATSA) των ΗΠΑ το 2020 (Kutlay & Öniş, 2021, σ. 1102). Η Τουρκία έχει καταφέρει να καλύπτει πάνω από το 80% των εγχώριων στρατιωτικών της αναγκών από την εθνική της βιομηχανία, ενώ το 2025, οι συνολικές της στρατιωτικές δαπάνες υπερέβησαν τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας μια διαρκή αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια (Republic of Türkiye – Ministry of Trade, 2025· George at al., 2025).
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών που κατέστησαν την Τουρκία έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς αμυντικής τεχνολογίας παγκοσμίως. Τα συστήματα Bayraktar TB2 και Akıncı απέκτησαν διεθνή προβολή μέσα από τη χρήση τους σε συγκρούσεις στη Λιβύη, στη Συρία, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και στην Ουκρανία (Tarçın, 2025, σ. 13). Οι τουρκικές εξαγωγές ξεπέρασαν το όριο των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, μετατρέποντας την Τουρκία σε έναν από τους 12 κορυφαίους εξαγωγείς όπλων παγκοσμίως (George at al., 2025). Αυτές οι εξαγωγές εξυπηρετούν σαφείς γεωπολιτικούς σκοπούς, όπου, για παράδειγμα, στην Αφρική, η πώληση στρατιωτικού υλικού συνοδεύεται από συμφωνίες εκπαίδευσης και συντήρησης, οι οποίες εγκαθιδρύουν μακροχρόνιους δεσμούς ασφαλείας με χώρες όπως η Σομαλία, η Λιβύη και το Τόγκο (Sarı & Sula, 2024, σ. 10).
Παράλληλα, η Τουρκία προχώρησε στην ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών προγραμμάτων υψηλής τεχνολογίας, όπως το αμφίβιο πλοίο TCG Anadolu και το μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς KAAN (Tarçın, 2025, σ. 15). Οι πρωτοβουλίες αυτές αποσκοπούν όχι μόνο στην ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας αλλά και στην προβολή ισχύος πέραν των συνόρων της (Aslan, 2024, σ. 754, 756). Η αυξανόμενη αυτάρκεια στον αμυντικό τομέα επιτρέπει στη χώρα να δρα με μεγαλύτερη ευελιξία σε περιφερειακές κρίσεις και να ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι συμμάχων και ανταγωνιστών (Aslan, 2024, σ. 766· Aydın-Düzgit, et al.,σ. 189, 195). Ως αποτέλεσμα, η αμυντική βιομηχανία λειτουργεί ως ο απόλυτος πολλαπλασιαστής ισχύος, επιτρέποντας στην Τουρκία να διεξάγει προβολή στρατιωτικής ισχύος δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της (Tarçın, 2025, σ. 2, 13).
Παρά τη στρατιωτική και διπλωματική της δυναμική, η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές προκλήσεις. Η τουρκική οικονομία επηρεάστηκε έντονα από τον υψηλό πληθωρισμό, τη νομισματική αστάθεια και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών κατά τα προηγούμενα έτη (World Bank, 2025). Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά μέσω πιο συμβατικών οικονομικών πολιτικών και περιοριστικής νομισματικής στρατηγικής (OECD, 2025∙ World Bank, 2025). Κατά την περίοδο 2024-2026, η επιστροφή στην ομαλή οικονομική πολιτική υπήρξε μονόδρομος προκειμένου να αποτραπεί μια συστημική κατάρρευση (World Bank, 2025). Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην έκθεσή του για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας το 2026, υπολογίζει την ανάπτυξη της Τουρκίας γύρω στο 3,2%, με το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν να ανέρχεται σε 1,64 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρουσιάζοντας ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ 2,8% και 3,4%, και με πληθωρισμό που το 2024 ήταν άνω του 58% και το 2026 αναμένεται να αποκλιμακωθεί κοντά στο 23% (IMF, 2026).
Η οικονομική σταθερότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της περιφερειακής επιρροής της χώρας. Η δυνατότητα χρηματοδότησης εξοπλιστικών προγραμμάτων, επενδύσεων σε υποδομές και διπλωματικών πρωτοβουλιών, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ισχύ του κράτους. Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες, η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής, γεγονός που της επιτρέπει να διατηρεί σημαντικό βαθμό επιρροής σε γειτονικές χώρες και περιφερειακούς οργανισμούς (OECD, 2025· IMF, 2026). Η οικονομική εξάρτηση ερμηνεύει τη μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής το 2026 προς μια πιο συμφιλιωτική κατεύθυνση, ιδίως απέναντι στα κράτη του Κόλπου. Συγκεκριμένα, προχώρησε σε εξομάλυνση των σχέσεων της με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, με αντάλλαγμα συμβάσεις swap δισεκατομμυρίων δολαρίων, ήτοι συμβάσεις μεταξύ δύο μερών για ανταλλαγή ταμειακών ροών ή χρηματοοικονομικών μέσων, οι οποίες ενίσχυσαν τα συναλλαγματικά αποθέματα της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας (BBVA Research, 2026).
Επιπλέον, η Τουρκία αποτελεί σημαντικό διαμετακομιστικό κόμβο εμπορίου και μεταφορών, καθώς λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, γεγονός που ενισχύει τη γεωοικονομική της σημασία. Η αξιοποίηση των εμπορικών διαδρόμων και των υποδομών μεταφορών, αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της για την ενίσχυση της διεθνούς της θέσης (Sarı & Sula, 2024, σ. 17∙ World Bank, 2025). Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής Ε.Ε.), καθώς, παρά τις πολιτικές τριβές και το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας και η κύρια πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων (European Parliament, 2025). Για τον λόγο αυτό, η Τουρκία αδυνατεί να αντέξει το κόστος μιας πλήρους ρήξης με τις Βρυξέλλες, γεγονός που εξηγεί τη διατήρηση της Τελωνειακής Ένωσης ως κεντρικού άξονα προτεραιότητας της (Kutlay & Öniş, 2021, σ. 1097-1098).
Η ενεργειακή πολιτική αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο πυλώνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, αξιοποιώντας τη στρατηγική της θέση ανάμεσα στις ενεργειακές πηγές της Κασπίας, της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Μεσογείου και στις αγορές της Ευρώπης (Demir & Barış, 2025, σ. 767, 770). Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία έχει επενδύσει σε αγωγούς φυσικού αερίου και ενεργειακές διασυνδέσεις, όπως ο TANAP και ο TurkStream (International Energy Agency, 2025). Μέσω αυτών των έργων επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως διαμετακομιστικού κόμβου φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές και να αποκτήσει διπλωματικά πλεονεκτήματα έναντι ευρωπαϊκών και περιφερειακών εταίρων της (Bilgin, 2015, σ. 69∙ International Energy Agency, 2025). Επιπλέον, η άρνηση της Τουρκίας να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, της επέτρεψε να αγοράζει ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο σε μειωμένες τιμές, ενισχύοντας τα διυλιστήριά της και εξάγοντας πετρελαιοειδή στην Ευρώπη (Polat, 2025, σ. 282).
Η διπλωματία στον τομέα της ενέργειας συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, η Τουρκία θεωρεί ότι διαθέτει νόμιμα δικαιώματα επί των θαλάσσιων ζωνών και των ενεργειακών πόρων της περιοχής, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφωνίες με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς επιδιώκει την προβολή ισχύος μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Yaycı, 2022, σ. 290-301· Skarvelis,2026, σ. 89). Παράλληλα, χρησιμοποιεί την ενεργειακή πολιτική ως μέσο ενίσχυσης της διαπραγματευτικής της θέσης και προβολής ισχύος στην ευρύτερη περιοχή (Adar & Toygür, 2020, σ. 1-4∙ Yaycı, 2022, σ. 290-301). Τα εγχώρια ενεργειακά έργα έχουν αρχίσει να αποδίδουν αφού το κοίτασμα φυσικού αερίου Sakarya στη Μαύρη Θάλασσα, η παραγωγή του οποίου κλιμακώθηκε περαιτέρω κατά την περίοδο 2025-2026, μειώνει σταδιακά την ανάγκη για εισαγωγές (ΤPAO, 2026). Επιπλέον, η πλήρης ενεργοποίηση του πυρηνικού σταθμού στο Akkuyu, ο οποίος κατασκευάστηκε από τη ρωσική Rosatom, θα επιφέρει κάλυψη σημαντικού μέρος των αναγκών ηλεκτροδότησης (Nuclear Energy Agency, 2025). Ωστόσο, η ενεργειακή σχέση με τη Ρωσία αποτελεί δίκοπο μαχαίρι, καθώς αυξάνει την τεχνολογική και χρηματοδοτική εξάρτηση της Τουρκίας από τη Μόσχα, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της στη Μαύρη Θάλασσα και τη Συρία (Polat, 2025, σ. 289).
Σύμφωνα με τους Batmaz και Sisman-Aydin (2025, σ. 1-2, 5, 11), η Τουρκία προκειμένου να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή και τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της Ε.Ε., έχει επιταχύνει μαζικά τις επενδύσεις της στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025, η ηλιακή και αιολική ενέργεια αντιπροσωπεύουν πλέον ένα ποσοστό ρεκόρ σε σύγκριση με τα παρελθόντα έτη στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, όπου η χώρα διαθέτει πλέον 17,9 GW εγκατεστημένης ισχύος στην ηλιακή και 13,1 GW στην αιολική ενέργεια. Αυτή η «πράσινη διπλωματία» όχι μόνο μειώνει το κόστος εισαγωγών, αλλά διατηρεί την τουρκική βιομηχανία εντός των ευρωπαϊκών προτύπων.
Η σχέση της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της ταυτότητας (Kutlay & Öniş, 2021, σ. 1093-1095). Ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Συμμαχίας, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη συλλογική άμυνα και στην ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ (Aslan, 2024, σ. 765). Η γεωγραφική της θέση προσδίδει ιδιαίτερη αξία στη Συμμαχία, ιδίως μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αναζωπύρωση των ανταγωνισμών στη Μαύρη Θάλασσα (NATO, 2022).Παράλληλα, επιδιώκει να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τη Ρωσία σε τομείς, όπως η ενέργεια, το εμπόριο και η περιφερειακή ασφάλεια (Polat, 2025, σ. 293). Η διπλή αυτή στρατηγική επιτρέπει στην Τουρκία να αξιοποιεί τη γεωπολιτική της θέση και να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής σε περιφερειακές κρίσεις (Kutlay & Öniş, 2021, σ. 1090· Sarı & Sula, 2024, σ. 5, 14). Ωστόσο, αυτό δημιουργεί εντάσεις με τους δυτικούς συμμάχουςπου αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την τουρκική προσέγγιση προς τη Μόσχα (Oktav, 2011, σ. 98, 103∙ Yeşiltaş, 2013, σ. 667, 678).
Η πολιτική αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολυδιάστατης διπλωματίας, όπου η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με διαφορετικά κέντρα ισχύος. Η στρατηγική αυτή αντανακλά την επιθυμία της χώρας να αποφύγει την υπερβολική εξάρτηση από οποιονδήποτε διεθνή παράγοντα και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ευελιξία (Aydın-Düzgit & Tocci, 2015, σ. 66-67, 115-117· Sarı & Sula, 2024, σ. 7).
Η αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας, ωστόσο, επηρεάζει άμεσα το στρατηγικό περιβάλλον της Ελλάδας. Η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η ενίσχυση των θαλάσσιων δυνατοτήτων και η ενεργειακή διπλωματία, δημιουργούν νέες προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική (Adar & Toygür, 2020, σ. 3-4). Παράλληλα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ένα σύνθετο μείγμα ανταγωνισμού και συνεργασίας (Aydın & Ifantis, 2025, σ. 1). Παρά τις διαφωνίες σχετικά με την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και τα ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, οι δύο χώρες διατηρούν διαύλους επικοινωνίας και συμμετέχουν σε μηχανισμούς αποκλιμάκωσης εντός του ΝΑΤΟ (Adar & Toygür, 2020, σ. 1, 3· Aydın & Ifantis, 2025, σ. 3). Για τον λόγο αυτό, η σταθερότητα στην περιοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των δύο πλευρών να διαχειρίζονται τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου και της διπλωματίας (NATO, 2022· Aydın & Ifantis, 2025, σ. 2-3).
Κλείνοντας, η Τουρκία εμφανίζεται ως μία αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη που επιδιώκει να συνδυάσει στρατιωτική ισχύ, οικονομική επιρροή και ενεργειακή διπλωματία για την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας έχει αυξήσει το διεθνές της κύρος, εξασφαλίζοντάς της τα εργαλεία για να επεκτείνει τη γεωπολιτική της εμβέλεια, από τη Μέση Ανατολή έως την Αφρική. Η στρατηγική της θέση τής επιτρέπει να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και συνεργασίας. Εντούτοις, αυτές οι φιλοδοξίες τίθενται υπό δοκιμασία από τις χρόνιες παθογένειές της στην οικονομία. Η ανάγκη για ξένο συνάλλαγμα, επενδύσεις και δυτική τεχνολογία, αναγκάζει την Τουρκία να «προσγειώνει» τις ρητορικές της εξάρσεις στον σκληρό ρεαλισμό της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.
Η πορεία της Τουρκίας κατά τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να ισορροπεί μεταξύ ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων ισχύος, να διαχειρίζεται τις οικονομικές της προκλήσεις και να διατηρεί τη στρατηγική της αυτονομία. Με τον τρόπο αυτό, η εξέλιξη της Τουρκίας θα συνεχίσει να επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα, την ανατολική Μεσόγειο και το ευρύτερο διεθνές σύστημα ασφαλείας.
Βιβλιογραφία/Πηγές
Βιβλία:
Aydın, M., & Ifantis, K. (Eds.). (2025). Greek-Turkish Relations: Theoretical Reflections. Taylor & Francis.
Aydın-Düzgit, S., & Tocci, N. (2015). Turkey and the European Union. London and New York: Palgrave Macmillan.
Oktav, Ö. Z. (Ed.). (2011). Turkey in the 21st century: Quest for a New Foreign Policy. Ashgate Publishing, Ltd.
Polat, D. Ş. (2025). The future of Turkish-Russian relations in terms of energy security. In H. Çomak, O. Örmeci, M. Özel, D. Ş. Polat, & B. Ş. Şeker (Eds.), Contemporary Turkish-Russian Relations in the 21st Century Global Geopolitics (279-298). Transnational Press London. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/398039223_Contemporary_Turkish-Russian_Relations_in_the_21st_Century_Global_Geopolitics
Yaycı, C. (2022). Mavivatan “Bir Haritave Bir Doktrin Kitabı” Türkiye’nin Denizlerdeki Misak-ı Millî’si. İstanbul Üniversitesi Yayınevi: İstanbul.
Άρθρα από ακαδημαϊκές πηγές:
Adar, S., & Toygür, I. (2020). Turkey, the EU and the Eastern Mediterranean crisis: Militarization of foreign policy and power rivalry. (SWP Comment 62/2020). Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP). Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.18449/2020C62
Aslan, A. (2024). Strategic autonomy in Turkish foreign policy: Defense or offense? Comparative Strategy, 43(6), 749-780. Διαθέσιμο σε: doi: 10.1080/01495933.2024.2409049.
Aydın-Düzgit, S., Kutlay, M., & Keyman, E. F. (2025). Strategic autonomy in Turkish foreign policy in an age of multipolarity: Lineages and contradictions of an idea. International Politics, 63(1), 184-205. Διαθέσιμο σε: doi:10.1057/s41311-024-00638-w.
Batmaz, A., & Sisman-Aydin, G. (2025). Türkiye’s alignment with the Paris Agreement: a comparative policy analysis with Germany and Spain. Sustainability, 17(9), 3899. Διαθέσιμο σε: doi:10.3390/su17093899.
Bilgin, M. (2015). Turkey’s energy strategy: Synchronizing geopolitics and foreign policy with energy security. Insight Turkey, 17(2), 67-82. Διαθέσιμο σε: https://www.insightturkey.com/articles/turkeys-energy-strategy-synchronizing-geopolitics-and-foreign-policy-with-energy-security
Demir, İ., & Barış, S. K. (2025). Energy Geopolitics and Policies: The Case of Türkiye. European Journal of Technique (EJT), 15(1), 97-108. Διαθέσιμο σε: doi:10.36222/ejt.1680126.
George, M., Djokic, K., Hussain, Z., Wezeman, P. D., & Wezeman, S. T. (2025, March). Trends in international arms transfers, 2024 (SIPRI Fact Sheet). Stockholm International Peace Research Institute. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.55163/XXSZ9056
Kutlay, M., & Öniş, Z. (2021). Turkish foreign policy in a post-western order: strategic autonomy or new forms of dependence? International Affairs, 97(4), 1085-1104. Διαθέσιμο σε: doi:10.1093/ia/iiab094.
Sarı, B., & Sula, İ. E. (2024). Turkish foreign policy in a transforming world order: Middle power strategies and prospects. Perceptions: Journal of International Affairs, 29(1), 4-23. Διαθέσιμο σε: https://izlik.org/JA46WN88BG
Skarvelis, T. (2026). Narratives of Maritime Sovereignty: The Mavi Vatan Doctrine. Black Sea and Eastern Mediterranean Review,2(2), 88-136. Διαθέσιμο σε: https://www.lawjournals.unic.ac.cy/index.php/bsemr/article/view/148
Tarçın, U. (2025). Strategic Outlook for Advancing Türkiye’s Defense Industry. The Journal of Social Science, 10(19), 1-15. Διαθέσιμο σε: doi:10.30520/tjsosci.1828225.
Yeşiltaş, M. (2013). The transformation of the geopolitical vision in Turkish foreign policy. Turkish Studies, 14(4), 661-687. Διαθέσιμο σε: doi:10.1080/14683849.2013.862927.
Πρωτογενείς πηγές:
BBVA Research (2026). Türkiye Economic Outlook. March 2026. Διαθέσιμο σε: https://www.bbvaresearch.com/wp-content/uploads/2026/04/1Q26_Turkiye_Economic_Outlook_Mar26.pdf
European Parliament (2025). 2025 Commission report on Türkiye. Διαθέσιμο σε: https://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document/EPRS_ATA(2026)789332
International Monetary Fund (IMF). (2026). IMF Executive Board Concludes 2025 Article IV Consultation with Türkiye. Διαθέσιμο σε: https://www.imf.org/-/media/files/publications/cr/2026/english/1turea2026001-source-pdf.pdf
International Energy Agency. (2025). Energy system of Türkiye. Διαθέσιμο σε: https://www.iea.org/countries/turkiye?__cf_chl_f_tk=vcECu7bVukKKRe0grxD8lgCNC_SOJHkOMChLbxsmzKw-1782749939-1.0.1.1-J1zP_8ZtnOLXkmxcdv5SIQGw24.IkQumeWAEauy2tmA
Nuclear Energy Agency. (2025). NEA Annual Report 2025. Paris: OECD. Διαθέσιμο σε: https://www.oecd-nea.org/upload/docs/application/pdf/2026-05/nea_annual_report_2025.pdf
OECD. (2025). OECD Economic Surveys: Türkiye. Διαθέσιμο σε: https://www.oecd.org/en/publications/oecd-economic-surveys-turkiye-2025_d01c660f-en.html
World Bank (2025). Turkiye Economic Monitor. Διαθέσιμο σε: https://documents.worldbank.org/en/publication/documents-reports/documentdetail/099233001132638597
Πηγές από το διαδίκτυο:
NATO. (2022). Strategic Concepts. Διαθέσιμο σε: https://www.nato.int/en/about-us/official-texts-and-resources/strategic-concepts
Republic of Türkiye – Ministry of Trade. (2025). Focus Business Türkiye. Διαθέσιμο σε: https://www.trade.gov.tr/data/6960b39513b8762ee8546ce0/FBT%20December%202025.pdf
Turkish Petroleum Corporation (TPAO). (2026). Sakarya Gas Field Production Updates. Διαθέσιμο σε: https://tp-otc.com/en/our-services/our-projects/sakarya-gas-field/
Πηγή εικόνας: Διαθέσιμη σε: https://www.eliamep.gr/i-diamorfosi-tis-thesis-tis-tourkias-os-mesaias-dynamis-poroi-drasi-kai-periorismoi/#gallery
