Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η Ελλάδα στο στόχαστρο του ΕΔΔΑ: Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και η υπόθεση Selami v. Greece

Γράφει η Αναστασία Κιάσσου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη, διασφαλίζοντας την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) από τα συμβαλλόμενα κράτη και διαμορφώνοντας κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα μέσω της δημιουργίας νομολογιακού κεκτημένου. Η Ελλάδα, έχει επανειλημμένα απασχολήσει το ΕΔΔΑ με πλήθος υποθέσεων καταπάτησης δικαιωμάτων μέσω των οποίων αναδεικνύονται διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής δικαιοσύνης. Μία εξ’ αυτών είναι και η υπόθεση Selami v. Greece, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παραβίασης του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (b) της ΕΣΔΑ.

Η υπό εξέταση υπόθεση αφορά την περίπτωση του προσφεύγοντος, Kledi Selami, αλβανικής υπηκοότητας, γεννηθέντος το έτος 1984, ο οποίος κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας. Η υπόθεση δικάστηκε σε πρώτο βαθμό από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Σύρου (εφεξής ΜΟΔ), το οποίο δυνάμει της υπ’ αριθ.65-78/2011 απόφασης τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη (ECHRCaseLaw, 2026). Τα εγκλήματα έλαβαν χώρα στις 14 Νοεμβρίου 2010, όταν ο παθών και ο κατηγορούμενος ήρθαν σε συμπλοκή, και ο δεύτερος, με μαχαίρι, που έφερε μαζί του, έπληξε τον πρώτο σε καίρια σημεία του σώματός του δώδεκα συνολικά φορές, απομακρυνόμενος εν συνεχεία γρήγορα από τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος. Η ιατροδικαστική έκθεση κατέδειξε ότι ο θάνατος επήλθε εξαιτίας των πληγμάτων στην καρδιά του θύματος. Σημειωτέον, ότι είχε διαδραματισθεί την προηγούμενη ημέρα φραστικό επεισόδιο για ασήμαντη αφορμή μεταξύ τους (Άρειος Πάγος, 2015).

Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του καταδικασθέντος, η υπόθεση δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό στις 22 Σεπτεμβρίου 2014 από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου (εφεξής ΜΟΕ), όπου διορίστηκε διερμηνέας και ο προσφεύγων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, υποβάλλοντας αίτημα αναβολής της υπόθεσης με το επιχείρημα της συγκέντρωσης πόρων μέσω της πώλησης ακινήτου του στην Αλβανία, με απώτερο στόχο την κάλυψη των εξόδων για την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο της επιλογής του. Ωστόσο, το δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα και προέβη σε αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου υπεράσπισης δυνάμει του άρθρου 340 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (εφεξής ΚΠΔ), διακόπτοντας για μία ώρα τη συνεδρίαση ενώ απέρριψε αντίστοιχο αίτημά του που υπεβλήθη εκ νέου κατά τη διάρκεια της απολογίας του (ECHRCaseLaw, 2026). Ως προς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η αιτίαση ότι έφερε μαχαίρι καθώς του χρησίμευε στην εργασία του κρίθηκε ότι δεν ευσταθεί. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του για μεταβολή της κατηγορίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη διότι ενήργησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας και καθ’ υπέρβαση των ορίων αυτής, καθώς και σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Απερρίφθησαν, επίσης, ως αόριστοι και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α (πρότερος σύννομος βίος) και δ (ειλικρινής μετάνοια) του Ποινικού Κώδικα (εφεξής ΠΚ). Το δικαστήριο δε, έκρινε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και είχε ανθρωποκτόνο δόλο λαμβανομένων υπ’ όψιν του τρόπου ενέργειάς του, των συνθηκών και του μέσου τέλεσης, του αριθμού και του σημείου των πληγμάτων. Έτσι, δυνάμει της υπ’ αριθ.46-55/2014 απόφασης κρίθηκε ένοχος και σε δεύτερο βαθμό και του επεβλήθησαν ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ποινή φυλακίσεως 8 μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για την πράξη της οπλοχρησίας, καθώς και συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών (Άρειος Πάγος, 2015).

Ο Άρειος Πάγος (εφεξής ΑΠ), κατά τη συνεδρίασή του στις 11 Νοεμβρίου 2015 – οπότε ο προσφεύγων ήταν ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών – απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος δυνάμει της υπ’ αριθ.1339/2015 απόφασης, με το σκεπτικό ότι υποχρέωση του Προέδρου του ΜΟΕ ήταν αποκλειστικά ο διορισμός συνηγόρου, πως ο κατηγορούμενος και η συνήγορός του παρέλειψαν να ενημερώσουν το ΜΟΕ περί της ανεπάρκειας του διαθέσιμου χρόνου για την προετοιμασία της υπερασπιστικής γραμμής, καθώς και ότι δεν ήτο δυνατή η υποβολή αιτήματος αναβολής κατόπιν διορισμού δικηγόρου (ECHRCaseLaw, 2026). Πιο συγκεκριμένα ως προς τους αναιρετικούς λόγους, ο ΑΠ έκρινε ότι η απόφαση του ΜΟΕ διέλαβε την απαιτούμενη εκ των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ότι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των άρθρων 84 παρ.2 α, δ ΠΚ διατυπώθηκαν αορίστως. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν υφίστατο ακυρότητα της διαδικασίας ή έλλειψη ακροάσεως εκ του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν ακούστηκε προ του διορισμού διερμηνέως, αφού στο στάδιο αυτό δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί όσα συνέβαιναν, ούτε επήλθε απόλυτη ακυρότητα εκ μόνου του διορισμού διερμηνέως πριν από αυτόν αντίστοιχα του συνηγόρου υπερασπίσεως. Λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης αξιολόγησης των αποδείξεων κρίθηκαν απαράδεκτες ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ΑΠ. Απερρίφθησαν, επίσης, ως αβάσιμοι οι πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι περί απόλυτης ακυρότητας που αφορούσαν την κακή σύνθεση του ΜΟΕ, την παράλειψη του Προέδρου να δώσει τον λόγο είτε στον κατηγορούμενο είτε στη συνήγορό του προ της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας καθώς και την αβεβαιότητα περί της ταυτότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία και κατ’ επέκταση την αποστέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό τους (Άρειος Πάγος, 2015).

Ακολούθως, ο προσφεύγων υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ – ενώ ήταν κρατούμενος στις Φυλακές Τρικάλων (ECHRCaseLaw, 2026). Η Αλβανική Κυβέρνηση δεν έκανε χρήση του δικαιώματός της να παρέμβει στη διαδικασία (Άρθρο 36 § 1 της ΕΣΔΑ) (European Court of Human Rights, 2026, προοίμιο) ενώ προσφεύγων αναφέρθηκε σε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (b) της ΕΣΔΑ (Council of Europe, 1950, άρ.6) λόγω του προδήλως ανεπαρκούς χρόνου επικοινωνίας του ίδιου με τη διορισμένη εκ του εθνικού δικαστηρίου (ΜΟΕ) συνήγορό του και προετοιμασίας της υπεράσπισής του (ECHRCaseLaw, 2026). Ως προς την αιτίαση αυτή, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο προσφεύγων δεν είχε την ιδιότητα του θύματος και δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, τη στιγμή μάλιστα που παρέλειψε να προβάλει κατ’ ουσίαν τους ισχυρισμούς του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, γεγονότα όμως που αμφισβητήθηκαν από τον ίδιο (European Court of Human Rights, 2026, παρ.6). Το ΕΔΔΑ έκρινε παραδεκτή την προσφυγή (European Court of Human Rights, 2026, παρ.7,8) ενώ ανέφερε ότι η επάρκεια του χρόνου αξιολογείται βάσει της φύσης και του σταδίου της διαδικασίας, αλλά και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, αναγνωρίζοντας εν προκειμένω την ιδιαίτερη σοβαρότητα του κατηγορητηρίου. Παράλληλα, απεφάνθη ότι η διαδικασία επί της οποίας διαπιστώθηκαν οι παραβιάσεις αφορούσε την εκδίκαση έφεσης του προσφεύγοντος ενώπιον του ΜΟΕ, το οποίο αποτελούσε το τελευταίο δικαστήριο ουσίας – καθώς ο ΑΠ διενεργεί μόνο έλεγχο νομιμότητας ως ακυρωτικό δικαστήριο – και συνεπώς, επρόκειτο για τη μοναδική ευκαιρία του κατηγορουμένου προς ανατροπή της πρωτόδικης ουσιαστικής κρίσης. Το ΕΔΔΑ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διακοπή διάρκειας 1 ώρας προς προετοιμασία της υπεράσπισης ήταν ανεπαρκής και ότι η επανάληψη του αιτήματος αναβολής εκ μέρους του προσφεύγοντος, κατά τη διάρκεια της απολογίας του, καταδείκνυε το πρόβλημα που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως προς τον χρόνο που του είχε παρασχεθεί, καθώς και την απλώς επιφανειακή επικοινωνία του με την διορισθείσα συνήγορο (European Court of Human Rights, 2026, παρ.9, 10). Επιπλέον, αναγνωρίστηκε ότι ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα να ειδοποιήσει προκαταβολικά το δικαστήριο για τον διορισμό συνηγόρου, λόγω αφενός της αλβανικής υπηκοότητάς του και αφετέρου, του γεγονότος ότι δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα ούτε τις νομικές διατάξεις, ότι ήταν κρατούμενος και δεν διέθετε δικηγόρο εκ των προτέρων, απορριπτομένων των σχετικών επιχειρημάτων της Κυβέρνησης. Το ΕΔΔΑ θεώρησε, επίσης, ότι το εθνικό δικαστήριο όφειλε να αναστείλει τη συνεδρίαση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καταλήγοντας στην απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών της Κυβέρνησης και ταυτοχρόνως, κρίνοντας ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (b) της ΕΣΔΑ (European Court of Human Rights, 2026, παρ.10-12).

Οι αιτιάσεις που σχετίζονταν με την έλλειψη διερμηνέα κατά τον χρόνο διακοπής του δικαστηρίου κατά την επικοινωνία του κατηγορουμένου με την συνήγορό του (άρθρο 6 §§ 1 και 3 (b) ΕΣΔΑ) όπως επίσης και με το δικαίωμα επιλογής συνηγόρου (άρθρο 6 §§ 1 και 3 (c) ΕΣΔΑ) (Council of Europe, 1950, άρ.6), απερρίφθησαν. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Κυβέρνηση επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς, τους οποίους ο προσφεύγων αμφισβήτησε ενώ το ΕΔΔΑ δεν την εξέτασε, διότι την έκρινε απαράδεκτη, βασιζόμενο στις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων από τις οποίες προέκυψε ότι ο διορισμός του διερμηνέα πραγματοποιήθηκε από το δικαστήριο πριν από αυτόν αντίστοιχα της δικηγόρου και τέθηκε στη διάθεση της τελευταίας και του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, ενώ συνάμα δεν υποβλήθηκε στο ΕΔΔΑ κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καταδείκνυε το αντίθετο (European Court of Human Rights, 2026, παρ.13-15). Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, κρίθηκε ότι στα πλαίσια του αιτήματος αναβολής ο προσφεύγων δεν προσδιόρισε συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές ενέργειες στις οποίες όφειλε να είχε προβεί εν σχέσει με την πώληση του ακινήτου ή την επικοινωνία με δικηγόρο. Έτσι, το ΜΟΕ δεν είχε τη δυνατότητα αξιολόγησης των πιθανοτήτων επιτυχίας των ενεργειών αυτών και συνεπώς, υφίσταντο επαρκείς λόγοι προς απόρριψη του σχετικού αιτήματος (European Court of Human Rights, 2026, παρ.19-21). Τέλος, ο προσφεύγων αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη και αυτού αντίστοιχα των 800,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες, ποσά τα οποία η Κυβέρνηση θεώρησε υπερβολικά. Τελικώς, το ΕΔΔΑ επιδίκασε αποζημίωση ύψους 1.500,00 ευρώ για ηθική βλάβη, αλλά και το ποσό των 800,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες (European Court of Human Rights, 2026, παρ.23-26).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το δικαστήριο κατέληξε σε τέτοια κρίση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην υπόθεση Moiseyev v. Russia τονίσθηκε η σημασία της διασφάλισης, μεταξύ άλλων, της αποτελεσματικής επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τον δικηγόρο του, η οποία περιλαμβάνει συναντήσεις και ανταλλαγές εγγράφων μεταξύ τους (European Court of Human Rights, 2008, παρ.222, 224). Επιπλέον, μέσω της υπόθεσης Kikabidze v. Georgia επισημάνθηκε πως πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα του κατηγορουμένου για κατάλληλη και ακώλυτη προετοιμασία της υπεράσπισής του. Προσδιορίστηκαν δε δια αυτής, τα κριτήρια δυνάμει των οποίων αξιολογείται η επάρκεια του χρόνου προετοιμασίας, ήτοι η φύση και το στάδιο της διαδικασίας, αλλά και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης (European Court of Human Rights, 2021, παρ.43).

Η διεξαγωγή δικών «με συνοπτικές διαδικασίες» εγείρει αμφιβολίες ως προς τον σύννομο χαρακτήρα αυτών διότι η αρχή της ηθικής απόδειξης (άρ.177 ΚΠΔ) επιτάσσει τον ελεύθερο σχηματισμό δικανικής κρίσης βάσει συνείδησης και όχι επί δεσμευτικών νομικών κανόνων, κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου των αποδείξεων και με στόχο την αναζήτηση της αλήθειας. Επίσης, δια της αποφάσεως διαφαίνεται ότι η έλλειψη επαρκούς χρόνου προετοιμασίας της υπεράσπισης δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση δικανικής κρίσης με ασφάλεια, αφού, μεταξύ άλλων, δεν παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εισφέρει άπαντα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον των Αρχών. Παραβιάζεται, έτσι, εμμέσως και η αρχή της αυτεπάγγελτης ενέργειας διότι δεν παρέχεται στους παράγοντες της ποινικής δίκης ο απαιτούμενος χρόνος διερεύνησης του εγκλήματος. Κατ’ επέκταση, γεννάται ο κίνδυνος οι ίδιοι να ενστερνίζονται τη λογική της «ταχείας» διεξαγωγής της διαδικασίας, η οποία περιορίζει ουσιωδώς τη δυνατότητά τους να προβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία σε οιαδήποτε απαραίτητη πράξη προς ανεύρεση της αλήθειας. Περαιτέρω, η μη τήρηση των δικονομικών κανόνων επιφέρει πλημμέλειες, τυπικές και ουσιαστικές, δυνάμενες να κλονίσουν το κύρος της απόφασης, αποτελώντας βάσιμους αναιρετικούς λόγους. Όσον αφορά τις πρακτικές συνέπειες της απόφασης σε εθνικό επίπεδο δε, καθίσταται δυνατή η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας κατ’ άρθρο 525 § 1 περ.5 ΚΠΔ, ήτοι η ενδεχόμενη επανεξέταση της υπόθεσης (ECHRCaseLaw, 2026).

Συμπερασματικά, η κρίση του ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι τα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν την πρακτική και αποτελεσματική προστασία και εφαρμογή των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και όχι απλώς τη θεωρητική αναγνώρισή τους. Η απόφαση συμβάλλει στην ενίσχυση των δικονομικών εγγυήσεων, αναδεικνύοντας την κεντρική θέση της δίκαιης δίκης στο σύστημα προστασίας της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, δεν προσδιορίζει επακριβώς τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο προετοιμασίας ούτε ένα σχετικό χρονικό πλαίσιο ή γενικό ελάχιστο χρονικό όριο, κρίνοντας ότι η επάρκεια του χρόνου αξιολογείται in concreto, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαίτερες περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι ο διορισμός συνηγόρου δεν αρκεί αφ’ εαυτού για τη διασφάλιση της προστασίας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν διαθέτει επαρκή χρόνο με στόχο την ουσιαστική και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του.

Πηγές:

 

Πρωτογενείς πηγές:

Council of Europe. (1950). European Convention on Human Rights. Διαθέσιμη σε: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ENG

 

Νομολογία:

Άρειος Πάγος. (2015). Απόφαση 1339/2015. Διαθέσιμη σε: https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?apof=1339_2015&cd=9JV6KXYJSKIP1QAR6WHAD6B3D5LZTU

European Court of Human Rights. (2008). Case of Moiseyev v. Russia (Application No. 62936/00). Διαθέσιμη σε: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-88780

European Court of Human Rights. (2021). Case of Kikabidze v. Georgia (Application No. 57642/12). Διαθέσιμη σε: https://hudoc.echr.coe.int/fre?i=001-213232

European Court of Human Rights. (2026). Case of Selami v. Greece (Application No. 43274/16). Διαθέσιμη σε: https://hudoc.echr.coe.int/?i=001-248392

 

Άρθρα από blog:

ECHRCaseLaw. (2026). Selami κατά Ελλάδας: Ανεπαρκής χρόνος προετοιμασίας υπεράσπισης με διορισμένο συνήγορο σε δίκη κατ’ έφεση. Παραβίαση άρθρου 6 §§ 1 και 3 (b). Διαθέσιμο σε: https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/selami-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CF%84/

 

Πηγή εικόνας: Irish Legal News. (2026). Study: EU’s accession to ECHR a ‘three-dimensional puzzle’. Διαθέσιμο σε: https://www.irishlegal.com/articles/study-eus-accession-to-echr-a-three-dimensional-puzzle