Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η ελευθερία της έκφρασης και η ρητορική μίσους υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Γράφει η Εβελίνα Καραγεώργη

Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. Μέσα από αυτήν, οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν και να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και να ασκούν έλεγχο στην κρατική εξουσία. Παράλληλα, συμβάλλει στην ενίσχυση του πολιτικού πλουραλισμού και της λογοδοσίας στο δημοκρατικό σύστημα, καθώς επιτρέπει την ανταλλαγή ιδεών και την ελεύθερη κυκλοφορία πληροφοριών ενώ η προστασία της διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, μέσω του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα. Η άσκησή της μπορεί να συγκρουστεί με άλλα εξίσου σημαντικά έννομα αγαθά, όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα ή η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων (Barendt, 2005, pp. 13-18; Gerards, 2019, pp.174-180). Το ζήτημα αυτό γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρο στην περίπτωση της ρητορικής μίσους, ενός φαινομένου που τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί σημαντικά, κυρίως εξαιτίας της ανάπτυξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ευκολίας διάδοσης περιεχομένου μέσω του διαδικτύου. Η παρούσα ανάλυση εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και τη ρητορική μίσους και τα όρια αυτών, μέσα από την ΕΣΔΑ και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ).

Η σημασία της ελευθερίας της έκφρασης αναγνωρίζεται ήδη από το άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία αποτελεί το πρώτο διεθνές κείμενο στο οποίο διατυπώθηκε με σαφήνεια το συγκεκριμένο δικαίωμα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια, η προστασία της ενισχύθηκε με το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (International Covenant on Civil and Political Rights, 1966), το οποίο είναι νομικά δεσμευτικό για τα κράτη που το έχουν κυρώσει.. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο μπορεί να διατυπώνει απόψεις και να λαμβάνει ή να μεταδίδει πληροφορίες χωρίς παρεμβάσεις των δημοσίων αρχών (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950). Η σημασία της διάταξης αυτής έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι μέσω της ελευθερίας της έκφρασης προστατεύονται όχι μόνο οι ιδέες που γίνονται δεκτές από την κοινωνία, αλλά και εκείνες που σοκάρουν, προσβάλλουν ή προκαλούν ανησυχία σε μέρος του πληθυσμού. Η θέση αυτή διατυπώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια στην υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου και έκτοτε αποτελεί σημείο αναφοράς στη νομολογία του Δικαστηρίου (Handyside v. United Kingdom, 1976).

Ιδιαίτερης προστασίας τυγχάνει ο πολιτικός λόγος, καθώς και η δημοσιογραφική δραστηριότητα. Το ΕΔΔΑ έχει χαρακτηρίσει τον Τύπο ως «δημόσιο φύλακα» της δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι η ελεύθερη ενημέρωση των πολιτών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος (Harris D., O’Boyle M., Bates E. & Buckley C, 2023, pp. 611-617). Παρόλα αυτά, το ίδιο το άρθρο 10 προβλέπει ότι η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον αυτοί προβλέπονται από το νόμο, εξυπηρετούν θεμιτούς σκοπούς  -όπως η προστασία της δημόσιας τάξης ή των δικαιωμάτων των άλλων- και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση είναι και η σημαντικότερη, καθώς απαιτεί από το Δικαστήριο να εξετάζει κάθε φορά αν ο περιορισμός είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και αν ανταποκρίνεται σε πραγματική κοινωνική ανάγκη (Gerards, 2019, pp.180-185).

Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται το ζήτημα της ρητορικής μίσους. Παρότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος και παγκοσμίως αποδεκτός ορισμός, οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί οργανισμοί συγκλίνουν στην αντίληψη ότι πρόκειται για κάθε μορφή έκφρασης που προωθεί, διαδίδει ή δικαιολογεί το μίσος, τις διακρίσεις ή τη βία απέναντι σε άτομα ή ομάδες λόγω χαρακτηριστικών όπως η φυλή, η εθνική καταγωγή, η θρησκεία, το φύλο ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Η σημασία της έννοιας αυτής δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στις άμεσες εκκλήσεις για βία. Συχνά, παρατηρείται και αναφέρεται πως η ρητορική μίσους εκδηλώνεται μέσα από τη συστηματική αναπαραγωγή στερεοτύπων, την απανθρωποποίηση συγκεκριμένων ομάδων ή τη δημιουργία κλίματος φόβου και κοινωνικού αποκλεισμού (Weber, 2009, pp. 28-35; Waldron, 2012, pp. 87-93). Έτσι, η διάκριση ανάμεσα στον προσβλητικό λόγο και στη ρητορική μίσους είναι ιδιαίτερα σημαντική, εφόσον δεν αποτελεί κάθε ακραία ή ενοχλητική άποψη μορφή ρητορικής μίσους. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, ακόμη και ιδιαίτερα σκληρές ή προκλητικές απόψεις μπορεί να προστατεύονται από την ελευθερία της έκφρασης. Η προστασία αυτή παύει, όμως, να είναι απεριόριστη όταν η εν λόγω πρακτική στοχεύει στην υποκίνηση διακρίσεων, εχθρότητας ή βίας απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Η αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ δεν βασίζεται σε έναν ειδικό ορισμό της έννοιας, αλλά έχει διαμορφωθεί κυρίως μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αξιολογεί κατά περίπτωση αν μια έκφραση εξακολουθεί να προστατεύεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης ή αν, λόγω του περιεχομένου και των συνεπειών της, δικαιολογείται ο περιορισμός της. Η προσέγγιση αυτή συμπληρώνεται από τα κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία παρέχουν ερμηνευτικές κατευθύνσεις για την αξιολόγηση περιστατικών ρητορικής μίσους (European Convention on Human Rights, 1950).

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει η Σύσταση CM/Rec (2022)16 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους. Αν και δεν είναι νομικά δεσμευτική, προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αξιολόγησης κάθε περιστατικού. Σύμφωνα με αυτή, δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο το περιεχόμενο μιας δήλωσης, αλλά είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται, η ιδιότητα του ομιλητή, οι προθέσεις του, το κοινό στο οποίο απευθύνεται και οι πιθανές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει. Έτσι αποφεύγονται γενικές και μηχανιστικές κρίσεις, ενώ αναγνωρίζεται ότι η ίδια δήλωση μπορεί να αποκτά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με τις περιστάσεις (Council of Europe, 2022). Η προσέγγιση αυτή υιοθετείται και από το ΕΔΔΑ, το οποίο έχει διαμορφώσει μια ιδιαίτερα ισορροπημένη νομολογία γύρω από τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης: αντί να εφαρμόζει απόλυτους κανόνες, εξετάζει κάθε υπόθεση ξεχωριστά και προχωρά σε στάθμιση όλων των πραγματικών περιστάσεων. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία επιδιώκει να εξασφαλίσει αφενός την προστασία του δημοκρατικού διαλόγου και αφετέρου την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει όλες τις μορφές έκφρασης με τον ίδιο τρόπο, αλλά ακολουθεί μια κλιμακωτή προσέγγιση: σε ορισμένες περιπτώσεις η έκφραση προστατεύεται πλήρως από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, ακόμη και όταν είναι ιδιαίτερα προκλητική ή προσβλητική ενώ σε άλλες το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς βάσει του άρθρου 10 παρ. 2, όταν αυτοί κρίνονται αναγκαίοι για την προστασία της δημοκρατικής κοινωνίας και των δικαιωμάτων τρίτων. Τέλος, στις πιο ακραίες μορφές λόγου εφαρμόζεται το άρθρο 17 της Σύμβασης, το οποίο αποκλείει εντελώς την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης όταν αυτή χρησιμοποιείται με σκοπό την καταστροφή των ίδιων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας αποτελεί η υπόθεση Jersild κατά Δανίας. Πιο συγκεκριμένα, ο προσφεύγων ήταν δημοσιογράφος που κάλεσε μέλη μιας ρατσιστικής οργάνωσης σε τηλεοπτική συνέντευξη που μετέδωσε το κρατικό κανάλι Danmarks Radio. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής, οι καλεσμένοι διατύπωσαν ιδιαίτερα προσβλητικές απόψεις κατά μεταναστών. Παρότι οι δηλώσεις ήταν ακραίες, το ΕΔΔΑ έκρινε πως ο δημοσιογράφος δεν επεδίωκε να τις υιοθετήσει ούτε να τις προωθήσει, αλλά να ενημερώσει το κοινό για ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα. Επομένως, η καταδίκη του σε εγχώριο επίπεδο κρίθηκε ότι πράγματι παραβίαζε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, καθώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την ελευθερία της δημοσιογραφικής έρευνας (Jersild v. Denmark, 1994).

Διαφορετική ήταν η κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Féret κατά Βελγίου. Ο Daniel Féret, αρχηγός ακροδεξιού πολιτικού κόμματος, είχε διανείμει προεκλογικά φυλλάδια με έντονο ξενοφοβικό περιεχόμενο, παρουσιάζοντας τους μετανάστες ως απειλή για την κοινωνία. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ποινική καταδίκη του δεν παραβίαζε την ΕΣΔΑ, υπογραμμίζοντας ότι οι πολιτικοί, λόγω της επιρροής που ασκούν στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, φέρουν αυξημένη ευθύνη και οφείλουν να αποφεύγουν δηλώσεις που ενισχύουν τον ρατσισμό ή την κοινωνική πόλωση (Féret v. Belgium, 2009). Παρόμοια λογική ακολούθησε και στην υπόθεση Erbakan κατά Τουρκίας στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σημασία της πολιτικής έκφρασης, επισήμανε όμως ότι ο δημόσιος λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια μισαλλοδοξίας ή τη διάκριση μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Δηλαδή, η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει τον έντονο πολιτικό διάλογο, όχι όμως και την υποκίνηση αισθημάτων μίσους απέναντι σε ανθρώπους λόγω της ταυτότητάς τους (Erbakan v. Turkey, 2006).

Σε ακόμη πιο σοβαρές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφαρμόζει το άρθρο 17 της ΕΣΔΑ βάσει του οποίου απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται μέσω της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να επικαλείται τα δικαιώματα της Σύμβασης με σκοπό τον περιορισμό τους. Για τον λόγο αυτό, όταν μέσω μίας έκφρασης υποκινούνται αισθήματα μίσους, βίας ή διακρίσεις και στρέφεται κατά των θεμελιωδών αξιών της δημοκρατικής κοινωνίας, το Δικαστήριο μπορεί να αποκλείσει πλήρως την προστασία της από το άρθρο 10 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1950). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Belkacem κατά Βελγίου, όπου ο προσφεύγων δημοσίευε διαδικτυακά βίντεο που προωθούσαν τον θρησκευτικό φανατισμό και καλούσαν σε διακρίσεις απέναντι σε μη μουσουλμάνους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούσαν απλώς υπερβολικές ή προσβλητικές απόψεις, αλλά κατάχρηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, με αποτέλεσμα ο προσφεύγων να αποκλειστεί πλήρως από την προστασία της Σύμβασης (Belkacem v. Belgium, 2017). Ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση της υπόθεσης M’Bala M’Bala κατά Γαλλίας. Στην περίπτωση αυτή, ο γνωστός Γάλλος κωμικός χρησιμοποίησε αντισημιτικά σύμβολα και αναφορές σχετικές με το Ολοκαύτωμα στο πλαίσιο δημόσιας παράστασης, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για καλλιτεχνική έκφραση. Το ΕΔΔΑ όμως, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, επισημαίνοντας ότι η καλλιτεχνική ελευθερία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο διάδοσης αντισημιτικών ή ναζιστικών ιδεών ούτε να καλύπτει την προσβολή της μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος (M’Bala M’Bala v. France, 2015).

Τα τελευταία χρόνια, οι προκλήσεις γύρω από τη ρητορική μίσους έχουν ενταθεί σημαντικά, εξαιτίας της ευρείας χρήσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, όπου υπήρχε κάποιος βαθμός δημοσιογραφικού ελέγχου, σήμερα κάθε χρήστης μπορεί να δημοσιεύσει περιεχόμενο το οποίο είναι δυνατό να διαδοθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο σε εκατομμύρια ανθρώπους. Η ταχύτητα αυτή έχει συμβάλλει σημαντικά στην εξάπλωση της ρητορικής μίσους, ενώ η ανωνυμία που χαρακτηρίζει το διαδίκτυο ενισχύει την έκφραση ακραίων και προσβλητικών απόψεων (D.K Citron, 2014, pp. 12-19). Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι αλγόριθμοι των ψηφιακών πλατφορμών οι οποίοι επειδή έχουν σχεδιαστεί ώστε να αυξάνουν τη συμμετοχή των χρηστών, οδηγούν στην εμφάνιση περιεχομένου που προκαλεί έντονες αντιδράσεις (C.R.Sunstein, 2017, pp. 59-70).  Με τον τρόπο αυτό, δημιουργούνται οι λεγόμενοι «θάλαμοι ηχούς» (echo chambers), στους οποίους οι χρήστες εκτίθενται κυρίως σε απόψεις που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους. Το φαινόμενο αυτό δε, μπορεί να οδηγήσει στην κανονικοποίηση ακραίων αντιλήψεων και να ενισχύσει τις διακρίσεις απέναντι σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις αυτές μέσω του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA) ο οποίος εισάγει αυξημένες υποχρεώσεις για τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως η διαφάνεια στη λειτουργία των αλγορίθμων, η αξιολόγηση των κινδύνων που δημιουργεί το περιεχόμενο και η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση παράνομων αναρτήσεων. Παράλληλα, μέσω αυτού επιδιώκεται η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, αποφεύγοντας όμως την αφαίρεση νόμιμου περιεχομένου (Regulation (EU) 2022/2065, 2022). Παρόλα αυτά, η εφαρμογή των νέων κανόνων δημιουργεί και νέους προβληματισμούς. Η ανάθεση μεγάλου μέρους του ελέγχου του δημόσιου λόγου σε ιδιωτικές εταιρείες εγείρει ερωτήματα σχετικά με τα όρια της λεγόμενης «ιδιωτικής λογοκρισίας» (E. Douek, 2020, pp. 770-776). Επιπλέον, τα αυτοματοποιημένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό επιβλαβούς περιεχομένου δεν είναι πάντοτε σε θέση να κατανοήσουν το πραγματικό πλαίσιο μιας δημοσίευσης. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει ο κίνδυνος να αφαιρείται περιεχόμενο που προστατεύεται από την ελευθερία της έκφρασης, προκαλώντας το λεγόμενο «chilling effect», δηλαδή την αποθάρρυνση των πολιτών από το να εκφράζουν νόμιμες απόψεις υπό τον φόβο κυρώσεων (E. Barendt, 2005, pp. 150-155).

Συμπερασματικά, η σχέση ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και τη ρητορική μίσους αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα του σύγχρονου δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ελευθερία της έκφρασης παραμένει αναμφίβολα βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή υποκίνησης διακρίσεων και βίας. Η νομολογία του ΕΔΔΑ αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες, αλλά ότι κάθε υπόθεση απαιτεί προσεκτική στάθμιση του περιεχομένου της έκφρασης, του πλαισίου μέσα στο οποίο διατυπώνεται, της ιδιότητας του ομιλητή και των συνεπειών που μπορεί να προκαλέσει. Η ισορροπία αυτή καθίσταται ακόμη πιο απαιτητική στο ψηφιακό περιβάλλον, όπου η ταχύτητα διάδοσης των πληροφοριών δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα κράτη, τα δικαστήρια και τις ίδιες τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Παρά τις δυσκολίες, η προστασία τόσο της ελευθερίας της έκφρασης όσο και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για μια δημοκρατική κοινωνία που βασίζεται στον σεβασμό της ισότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων εν γένει.

ΠΗΓΕΣ

Βιβλία

Barendt, E. (2005). Freedom of Speech (2nd ed.). Oxford University Press.

Citron, D. K. (2014). Hate Crimes in Cyberspace. Harvard University Press.

Gerards, J. (2019). General Principles of the European Convention on Human Rights. Cambridge University Press.

Harris, D., O’Boyle, M., Bates, E., & Buckley, C. (2023). Law of the European Convention on Human Rights (5th ed.). Oxford University Press.

Sunstein, C. R. (2017). #Republic: Divided Democracy in the Age of Social Media. Princeton University Press.

Waldron, J. (2012). The Harm in Hate Speech. Harvard University Press.

Weber, A. (2009). Manual on Hate Speech. Council of Europe Publishing.

 

Άρθρα

Douek, E. (2020). The rise of content cartels. Columbia Law Review, 119(3), 759–815.

 

Πρωτογενείς πηγές – Νομοθεσία

Council of Europe. (1950). European Convention on Human Rights. Διαθέσιμη στο: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ENG

Council of Europe. (2022). Recommendation CM/Rec(2022)16 of the Committee of Ministers to member States on combating hate speech. Διαθέσιμη στο: https://www.coe.int/en/web/cyberviolence/-/council-of-europe-recommendation-cm-rec-2022-16-1-of-the-committee-of-ministers-to-member-states-on-combating-hate-speech

United Nations. (1948). Universal Declaration of Human Rights. Διαθέσιμη στο: https://www.un.org/en/about-us/universal-declaration-of-human-rights

United Nations. (1966). International Covenant on Civil and Political Rights. Διαθέσιμη στο: https://www.ohchr.org/en/instruments-mechanisms/instruments/international-covenant-civil-and-political-rights

United Nations. (1965). International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination. Διαθέσιμη στο: https://www.ohchr.org/en/instruments-mechanisms/instruments/international-convention-elimination-all-forms-racial

European Union. (2022). Regulation (EU) 2022/2065 of the European Parliament and of the Council of 19 October 2022 on a Single Market for Digital Services (Digital Services Act). Διαθέσιμη στο: https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2022/2065/oj

 

Νομολογία

European Court of Human Rights. (1976). Handyside v. United Kingdom (Application No. 5493/72). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-57499

European Court of Human Rights. (1994). Jersild v. Denmark (Application No. 15890/89). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-57891

European Court of Human Rights. (2006). Erbakan v. Turkey (Application No. 59405/00). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-76436

European Court of Human Rights. (2009). Féret v. Belgium (Application No. 15615/07). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-93626

European Court of Human Rights. (2015). M’Bala M’Bala v. France (Application No. 25239/13). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-158045

European Court of Human Rights. (2017). Belkacem v. Belgium (Application No. 34367/14). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-175013

 

Πηγή εικόνας: ΕΡΤ news. (2024). ΕΔΔΑ: Το Ευρωπαικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδικάζει τη φυλάκιση στην Τουρκία ενός δικαστή του ΟΗΕ. 23 Απριλίου. Διαθέσιμη στο: https://www.ertnews.gr/eidiseis/diethni/edda-to-eyropaiko-dikastirio-dikaiomaton-tou-anthropou-katadikazei-ti-fylakisi-stin-tourkia-enos-dikasti-tou-oie/