Γράφει ο Κώστας Μπακίρης
Η συζήτηση για την επιχειρησιακή ετοιμότητα του ΝΑΤΟ δεν περιγράφει απλώς ένα ζήτημα δαπανών. Περιγράφει μια μετατόπιση ευθύνης. Η Συμμαχία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί πια να στηρίζεται στην άνετη υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαθέτουν, σε κάθε κρίση, τον κύριο όγκο στρατηγικών μέσων, διοικητικής ικανότητας, πληροφοριών, αερομεταφοράς και βιομηχανικής εφεδρείας. Η Άγκυρα, ως πολιτικό σημείο συνάντησης, έχει νόημα μόνο αν διαβαστεί μέσα σε αυτό το υπόβαθρο. Το ερώτημα δεν είναι αν οι σύμμαχοι θα επαναλάβουν τη δέσμευση στην αποτροπή. Το ερώτημα είναι αν η αποτροπή μπορεί να μετατραπεί σε καθημερινή επιχειρησιακή ικανότητα, με δυνάμεις διαθέσιμες, μέσα συντηρημένα, προσωπικό εκπαιδευμένο και αλυσίδες παραγωγής ικανές να αντέξουν παρατεταμένη πίεση.
Από εδώ ξεκινά μια πρώτη κρίσιμη παρατήρηση. Το λεγόμενο «NATO 3.0» δεν είναι σύνθημα εκσυγχρονισμού. Είναι η αναγκαστική προσαρμογή μιας συμμαχίας που χτίστηκε γύρω από την αμερικανική υπεροχή, λειτούργησε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο με μειωμένες ευρωπαϊκές απαιτήσεις και τώρα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει ευρωπαϊκή ισχύ σε χρόνο κρίσης. Η βιβλιογραφία για τον επιμερισμό βαρών δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Είναι πολιτικό, στρατηγικό και πολιτισμικό, επειδή τα κράτη αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη χρήση ισχύος, την έκθεση σε κίνδυνο και τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις (Becker & Malesky, 2017). Γι’ αυτό η αύξηση δαπανών δεν αρκεί από μόνη της. Μπορεί να βελτιώνει τους δείκτες, αλλά δεν εγγυάται κοινή ετοιμότητα.
Η αμερικανική παρουσία παραμένει καθοριστική, όμως η πολιτική της αξιοπιστία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως σταθερά έξω από την ευρωπαϊκή ευθύνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ιεραρχούν ταυτόχρονα την Κίνα, την τεχνολογική υπεροχή και την ανάγκη περιορισμού του κόστους σε περιφερειακά θέατρα. Αυτές οι προτεραιότητες μεταβάλλουν την πρακτική σημασία του burden sharing, γιατί οι Ευρωπαίοι δεν καλούνται απλώς να πληρώσουν περισσότερο, αλλά να αναλάβουν λειτουργίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αμερικανικό προνόμιο ή αμερικανική υποχρέωση (Desmaele, 2024). Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιτάχυνε αυτή την αλλαγή, καθώς αποκάλυψε ότι η αποτροπή απαιτεί αποθέματα, παραγωγή πυρομαχικών, ανθεκτικές υποδομές και διοικητική ικανότητα συνεχούς υποστήριξης, όχι μόνο δυνάμεις υψηλής τεχνολογίας σε περιορισμένο αριθμό (George & Sandler, 2022).
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή. Η Ευρώπη δεν είναι απλώς «free rider». Η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Υπάρχουν υλικές και μη υλικές μορφές συνεισφοράς, από επιχειρησιακή συμμετοχή έως υποδομές, φιλοξενία δυνάμεων, πολιτική στήριξη και εξειδικευμένες δυνατότητες (Jakobsen, 2018). Ωστόσο, η αναγνώριση αυτής της πολυπλοκότητας δεν αναιρεί το κεντρικό ζήτημα. Η Συμμαχία χρειάζεται δυνάμεις που να μπορούν να κινηθούν, να πολεμήσουν, να αναπληρωθούν και να διοικηθούν σε κοινό πλαίσιο. Η εστίαση στο 2% του ΑΕΠ είχε αξία ως πολιτικό σήμα, αλλά δημιούργησε και την ψευδαίσθηση ότι ένας αριθμητικός στόχος μπορεί να συμπυκνώσει την ετοιμότητα (Alozious, 2022). Η εμπειρία μετά τη Σύνοδο της Ουαλίας έδειξε ότι οι αυξημένες δεσμεύσεις δεν μεταφράζονται αυτόματα σε συμμετρική επιχειρησιακή συνεισφορά (Haesebrouck, 2022).
Ακριβώς εδώ αναδύεται το δεύτερο επίπεδο της ανάλυσης, δηλαδή το πρόβλημα των προμηθειών. Οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί αυξάνονται, αλλά συχνά αυξάνονται μέσα σε εθνικά συστήματα που προστατεύουν εγχώριες βιομηχανίες, αναπαράγουν διαφορετικά πρότυπα και δημιουργούν μικρές σειρές παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι ακριβό, αργό και κατακερματισμένο. Η αμυντική δαπάνη, χωρίς κοινό σχεδιασμό, μπορεί να ενισχύσει την πολιτική εικόνα της αποφασιστικότητας, αλλά να αφήσει άλυτο το πρακτικό πρόβλημα της διαλειτουργικότητας. Ο Fiott (2024) επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή άμυνα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημοσιονομική πίεση, βιομηχανικό κατακερματισμό και δυσκολία μετατροπής των νέων πόρων σε πραγματική παραγωγική ικανότητα. Αυτό είναι το σκληρό όριο της ρητορικής περί επανεξοπλισμού.
Οι προμήθειες δεν είναι απλώς τεχνική διαδικασία. Είναι μηχανισμός στρατηγικής επιλογής. Όταν ένα κράτος αγοράζει διαφορετικό σύστημα από τον σύμμαχό του, δεν αγοράζει μόνο υλικό. Επιλέγει αλυσίδα συντήρησης, λογισμικό, εκπαίδευση, απόθεμα ανταλλακτικών και μελλοντική εξάρτηση. Σε περιβάλλον υψηλής έντασης, αυτά τα στοιχεία γίνονται επιχειρησιακή πραγματικότητα. Η ευρωπαϊκή προσπάθεια για στρατηγική αυτονομία και βαθύτερη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ έχει σημασία ακριβώς επειδή επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική βούληση και στην παραγωγή κοινών ικανοτήτων (Ewers-Peters, 2025). Αν όμως η αυτονομία μετατραπεί σε άθροισμα εθνικών βιομηχανικών πολιτικών, θα παράγει περισσότερο θεσμικό θόρυβο παρά αποτρεπτική ισχύ.
Η τεχνολογία κάνει το πρόβλημα πιο δύσκολο. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα και οι ψηφιακές υποδομές εισάγουν ρυθμούς καινοτομίας που δεν ταιριάζουν εύκολα με τους κύκλους των παραδοσιακών αμυντικών προμηθειών. Οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες γνωρίζουν την πιστοποίηση, την ασφάλεια και την κλίμακα, αλλά συχνά δυσκολεύονται να κινηθούν με την ταχύτητα του εμπορικού τεχνολογικού τομέα. Η στρατιωτική καινοτομία δεν είναι απλώς η εισαγωγή νέου εργαλείου. Είναι αλλαγή δόγματος, οργανωτικής μάθησης και τρόπου λήψης αποφάσεων (Horowitz & Pindyck, 2023). Γι’ αυτό η τεχνητή νοημοσύνη στην άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πρόσθετο λογισμικό πάνω σε παλιές δομές.
Η εμπειρία της Ουκρανίας ανέδειξε τη σημασία της ταχείας προσαρμογής, της εμπορικής τεχνολογίας, των drones, της ανάλυσης δεδομένων και της σύνδεσης αισθητήρων με πυρά. Παράλληλα, έδειξε ότι η στρατιωτική τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται κανόνες διακυβέρνησης, λογοδοσία και κοινή συμμαχική αντίληψη για τα όρια αυτοματοποίησης (Onderco, 2025). Η διατλαντική συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη είναι επομένως ζήτημα ισχύος, αλλά και ζήτημα πολιτικής συνοχής, επειδή διαφορετικά ρυθμιστικά περιβάλλοντα μπορούν να επιβραδύνουν τη σύγκλιση των ικανοτήτων (Christie, 2022). Αν το ΝΑΤΟ δεν συνδέσει καινοτομία, προμήθειες και δόγμα, θα αγοράζει τεχνολογίες χωρίς να αλλάζει τον τρόπο πολέμου.
Από την τεχνολογία περνάμε αναγκαστικά στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο εξοπλισμός είναι άχρηστος χωρίς προσωπικό που κατανοεί το σύστημα, συντηρεί το μέσο, διαβάζει τα δεδομένα και αποφασίζει υπό πίεση. Η αυτοματοποίηση δεν εξαφανίζει τον άνθρωπο από τη διοίκηση. Αντίθετα, αυξάνει την ανάγκη για ανθρώπινη κρίση, επειδή οι ταχύτεροι κύκλοι πληροφορίας μπορούν να δημιουργήσουν ψευδή αίσθηση βεβαιότητας. Η ανάλυση της Johnson για την αυτοματοποίηση του OODA loop δείχνει ότι ο άνθρωπος παραμένει κρίσιμος στη διοίκηση και στον έλεγχο, ακριβώς επειδή η μηχανική ταχύτητα δεν ισοδυναμεί με στρατηγική κατανόηση (Johnson, 2023). Το ΝΑΤΟ χρειάζεται στρατιωτικούς και πολιτικούς χειριστές που να μπορούν να συνεργάζονται με μηχανές χωρίς να υποτάσσονται στις εξόδους τους.
Εδώ βρίσκεται ένα λιγότερο ορατό, αλλά καθοριστικό, αγκάθι. Οι ένοπλες δυνάμεις των ευρωπαϊκών κρατών έχουν να διαχειριστούν δημογραφική πίεση, ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα, ελλείψεις σε τεχνικές ειδικότητες και συχνές εναλλαγές προσωπικού. Η τεχνολογική αναβάθμιση, χωρίς εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, παράγει εξάρτηση από λίγους ειδικούς και απώλεια θεσμικής μνήμης κάθε φορά που αλλάζουν οι τοποθετήσεις. Τα Κέντρα Αριστείας του ΝΑΤΟ δείχνουν ότι η γνώση μπορεί να οργανωθεί ως συμμαχικό αγαθό, με εξειδικευμένες κοινότητες πρακτικής και θεσμικές γέφυρες ανάμεσα σε κράτη, εταίρους και οργανισμούς (Kimball, 2024). Αλλά η ύπαρξη τέτοιων θεσμών δεν αρκεί, αν η εκπαίδευση παραμένει αποσπασματική.
Η λέξη coaching έχει εδώ ιδιαίτερο βάρος. Δεν αφορά μόνο την ατομική καθοδήγηση νεότερων στελεχών. Αφορά την οργανωμένη μεταφορά άρρητης γνώσης: πώς συντηρείται ένα σύστημα όταν λείπουν ανταλλακτικά, πώς λειτουργεί ένα πολυεθνικό επιτελείο, πώς διαβάζεται μια ασύμμετρη κίνηση πριν γίνει κρίση. Σε συμμαχικό επίπεδο, η θεσμική μνήμη είναι αποτρεπτική ικανότητα. Όταν χάνεται, η Συμμαχία αναγκάζεται να ξαναμαθαίνει μέσα στην κρίση. Η ανάλυση των Kim και Sandler για την περίοδο 1991-2020 υπενθυμίζει ότι ο επιμερισμός ασφάλειας είναι μακροχρόνιο μοτίβο, όχι στιγμιαία αντίδραση σε μία σύνοδο (Kim & Sandler, 2024). Το ίδιο ισχύει και για την εκπαίδευση: χτίζεται πριν χρειαστεί.
Ακόμη κι έτσι, η ετοιμότητα δεν μπορεί να οριστεί μόνο ως διαθεσιμότητα μονάδων. Χρειάζεται να διαβαστεί ως σχέση ανάμεσα σε χρόνο προειδοποίησης, πολιτική απόφαση, μεταφορά δυνάμεων, υποδομές υποδοχής και δυνατότητα συνέχισης επιχειρήσεων. Μια ταξιαρχία που υπάρχει στα χαρτιά, αλλά δεν διαθέτει πυρομαχικά, μηχανικούς, αεράμυνα, υγειονομική υποστήριξη ή εξασφαλισμένη μετακίνηση, δεν παράγει την ίδια αποτρεπτική αξία με μια μικρότερη δύναμη που μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα και να διατηρηθεί. Εδώ η συζήτηση για τα ποσοστά αποκτά το όριό της. Η δαπάνη είναι είσοδος στο σύστημα. Η ετοιμότητα είναι αποτέλεσμα. Ανάμεσα στα δύο παρεμβάλλονται διοικητικές διαδικασίες, βιομηχανικές ικανότητες, πολιτικές προτεραιότητες και οργανωτική κουλτούρα. Η συμμαχική αξιολόγηση πρέπει επομένως να μετατοπιστεί από το πόσα ξοδεύονται στο τι ακριβώς παράγεται, σε ποιο χρόνο και με ποια δυνατότητα συντήρησης σε παρατεταμένη σύγκρουση.
Αυτό εξηγεί και γιατί η έννοια της διαλειτουργικότητας πρέπει να ξαναδιαβαστεί. Δεν αρκεί οι στρατοί να επικοινωνούν σε κοινές ασκήσεις. Πρέπει να μπορούν να μοιράζονται δεδομένα, πυρομαχικά, ανταλλακτικά, εικόνα πεδίου, κυβερνοάμυνα και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η διαλειτουργικότητα του προηγούμενου κύκλου ήταν κυρίως επιχειρησιακή και διαδικαστική. Η νέα διαλειτουργικότητα είναι ψηφιακή, βιομηχανική και γνωσιακή. Αν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης ταξινομεί στόχους με διαφορετικά πρότυπα δεδομένων από εκείνα του συμμάχου, αν ένα drone δεν ενσωματώνεται σε κοινή αρχιτεκτονική διοίκησης ή αν μια πλατφόρμα απαιτεί εθνικά κλειδωμένη συντήρηση, τότε η Συμμαχία διαθέτει τεχνολογία, αλλά όχι κοινή ισχύ. Αυτό είναι το πρακτικό βάθος του προβλήματος.
Παράλληλα, η ίδια η έννοια της αποτροπής αλλάζει. Δεν στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα στρατιωτικής απάντησης, αλλά στην πειστικότητα ότι η κοινωνία, η οικονομία και οι υποδομές μπορούν να αντέξουν πίεση πριν από την ανοιχτή σύγκρουση. Κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, πιέσεις σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς κόμβους, χειραγώγηση πληροφοριών και εργαλειοποίηση κρίσεων μπορούν να αποδυναμώσουν τη στρατιωτική ετοιμότητα χωρίς να ενεργοποιήσουν αμέσως το Άρθρο 5. Η ευρωπαϊκή ευθύνη, επομένως, δεν είναι μόνο να αγοράσει περισσότερα όπλα. Είναι να οργανώσει ανθεκτικά οικοσυστήματα ασφάλειας, όπου οι πολιτικές αρχές, οι ένοπλες δυνάμεις, η βιομηχανία και ο ιδιωτικός τεχνολογικός τομέας λειτουργούν πριν από την κρίση, όχι αφού αυτή έχει ήδη επιβληθεί.
Τέλος, υπάρχει και η πολιτική οικονομία της ταχύτητας. Οι δημοκρατίες συχνά προμηθεύονται αργά επειδή προστατεύουν τη νομιμότητα, τον έλεγχο και τη διαφάνεια. Αυτό δεν είναι αδυναμία που πρέπει να εξαφανιστεί. Είναι αξιακό πλεονέκτημα που πρέπει να οργανωθεί καλύτερα. Το ζητούμενο δεν είναι να αντιγράψει η Ευρώπη αυταρχικές διαδικασίες παραγωγής, αλλά να μειώσει τις περιττές καθυστερήσεις, να δημιουργήσει προτυποποιημένες συμβάσεις, να δώσει χώρο σε μικρότερες τεχνολογικές εταιρείες και να επιτρέψει δοκιμή, αποτυχία και γρήγορη αναβάθμιση. Χωρίς αυτή τη μεταρρύθμιση, η Άγκυρα θα συζητά την ετοιμότητα με λεξιλόγιο 21ου αιώνα και εργαλεία 20ού.
Αυτή η εσωτερική αδυναμία έχει άμεση περιφερειακή σημασία. Στα Δυτικά Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, τα κενά ετοιμότητας δεν παραμένουν λογιστικό πρόβλημα. Μετατρέπονται σε κενά αποτροπής. Όπου η Συμμαχία εμφανίζεται αργή, κατακερματισμένη ή πολιτικά διστακτική, τρίτοι δρώντες μπορούν να επενδύσουν σε επιρροή, παραπληροφόρηση, ενεργειακή εξάρτηση, λιμενικές υποδομές, μεταναστευτική πίεση ή εργαλειοποίηση τοπικών διαιρέσεων. Η αποτροπή, όπως ανανεώθηκε στο Στρατηγικό Δόγμα του 2022, δεν αφορά μόνο την ανατολική πτέρυγα. Αφορά την ικανότητα της Συμμαχίας να συνδέει στρατιωτική παρουσία, ανθεκτικότητα και πολιτική συνοχή σε όλες τις ευαίσθητες περιφέρειες (Szenes, 2023).
Η Μεσόγειος δείχνει καθαρά αυτή τη σύνδεση. Η ασφάλεια θαλάσσιων γραμμών, η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή, η ενεργειακή υποδομή και η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ συγκροτούν ενιαίο πεδίο κινδύνου, έστω κι αν συχνά αναλύονται χωριστά. Τα Δυτικά Βαλκάνια, από την άλλη, παραμένουν χώρος όπου η θεσμική ασάφεια και η ιστορική μνήμη συγκρούσεων επιτρέπουν σε εξωτερικούς δρώντες να δοκιμάζουν την αντοχή της ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής. Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να παράγει γρήγορη ενίσχυση, στρατηγικές μεταφορές, πληροφοριακή ανθεκτικότητα και συνεχή παρουσία, τότε η αποτροπή γίνεται επιλεκτική. Και η επιλεκτική αποτροπή είναι πρόσκληση δοκιμής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Άγκυρα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τελετουργία δηλώσεων. Η θέση της Τουρκίας, στο σταυροδρόμι Μαύρης Θάλασσας, Ανατολικής Μεσογείου, Μέσης Ανατολής και Καυκάσου, υπενθυμίζει ότι η επιχειρησιακή ετοιμότητα του ΝΑΤΟ είναι γεωγραφικά άνιση. Η Συμμαχία μπορεί να συμφωνεί σε γενικές αρχές, αλλά η εφαρμογή τους περνά από εθνικές πολιτικές, διμερείς εντάσεις, βιομηχανικά συμφέροντα και διαφορετικές αντιλήψεις απειλής. Γι’ αυτό η μετατόπιση προς το «NATO 3.0» δεν θα κριθεί από το ύψος των υποσχέσεων, αλλά από το αν οι υποσχέσεις θα αποκτήσουν υλικό σώμα: κοινές προμήθειες, κοινά αποθέματα, κοινή εκπαίδευση, κοινές διαδικασίες και ανθρώπους που ξέρουν να τις ενεργοποιούν.
Με άλλα λόγια, η επιχειρησιακή ετοιμότητα είναι τελικά ζήτημα πολιτικής βούλησης που μεταφράζεται σε οργανωμένη, δοκιμασμένη και επαναλήψιμη συμμαχική πράξη, στο πραγματικό πεδίο της κρίσης.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, δεν χρειάζεται να είναι θεαματικό για να είναι αυστηρό. Το ΝΑΤΟ δεν στερείται πολιτικής γλώσσας. Στερείται συχνά ταχύτητας μετατροπής της πολιτικής γλώσσας σε επιχειρησιακή πραγματικότητα. Η ευρωπαϊκή ανάληψη ευθύνης είναι αναγκαία, αλλά θα μείνει ημιτελής αν περιοριστεί σε ποσοστά ΑΕΠ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Συμμαχία μπορεί να συγχρονίσει δαπάνες, βιομηχανία, τεχνολογία, εκπαίδευση και περιφερειακή αποτροπή. Αν η Άγκυρα κινηθεί μόνο στο επίπεδο γενικών δεσμεύσεων, θα επιβεβαιώσει το πρόβλημα που καλείται να λύσει. Αν, αντίθετα, συνδέσει τους πόρους με μετρήσιμη ετοιμότητα, τότε θα σηματοδοτήσει ότι η ευρωπαϊκή άμυνα περνά από τη ρητορική της αφύπνισης στην πειθαρχία της εφαρμογής. Εκεί θα κριθεί η πραγματική μετάβαση: όχι στο τι λέει η Συμμαχία για τον εαυτό της, αλλά στο τι μπορεί να κάνει όταν η κρίση δεν περιμένει.
Πηγές
Alozious, J. (2022). NATO’s two percent guideline: A demand for military expenditure perspective. Defence and Peace Economics, 33(6), 655–671. https://doi.org/10.1080/10242694.2021.1940649
Becker, J., & Malesky, E. (2017). The continent or the “grand large”? Strategic culture and operational burden-sharing in NATO. International Studies Quarterly, 61(1), 163–180. https://doi.org/10.1093/isq/sqw039
Christie, E. H. (2022). Defence cooperation in artificial intelligence: Bridging the transatlantic gap for a stronger Europe. European View, 21(1), 13–21. https://doi.org/10.1177/17816858221089372
Desmaele, L. (2024). Burden sharing for what? NATO implications of three US strategic priorities. The Washington Quarterly, 47(4), 65–82. https://doi.org/10.1080/0163660X.2024.2432808
Ewers-Peters, N. M. (2025). EU-NATO cooperation reloaded: The impact of European strategic autonomy. Defence Studies, 25(4), 864–883. https://doi.org/10.1080/14702436.2025.2562975
Fiott, D. (2024). The challenges of defence spending in Europe. Intereconomics, 59(4), 189–192. https://doi.org/10.2478/ie-2024-0039
George, J., & Sandler, T. (2022). NATO defense demand, free riding, and the Russo-Ukrainian war in 2022. Journal of Industrial and Business Economics, 49, 783–806. https://doi.org/10.1007/s40812-022-00228-y
Haesebrouck, T. (2022). NATO burden sharing after the Wales Summit: A generalized set qualitative analysis. Defence and Peace Economics, 33(6), 637–654. https://doi.org/10.1080/10242694.2021.1928435
Horowitz, M. C., & Pindyck, S. (2023). What is a military innovation and why it matters. Journal of Strategic Studies, 46(1), 85–114. https://doi.org/10.1080/01402390.2022.2038572
Jakobsen, J. (2018). Is European NATO really free-riding? Patterns of material and non-material burden-sharing after the Cold War. European Security, 27(4), 490–514. https://doi.org/10.1080/09662839.2018.1515072
Johnson, J. (2023). Automating the OODA loop in the age of intelligent machines: Reaffirming the role of humans in command-and-control decision-making in the digital age. Defence Studies, 23(1), 43–67. https://doi.org/10.1080/14702436.2022.2102486
Kim, W., & Sandler, T. (2024). NATO security burden sharing, 1991–2020. Defence and Peace Economics, 35(3), 265–280. https://doi.org/10.1080/10242694.2023.2230408
Kimball, A. L. (2024). Reconceptualising burdens—NATO centres of excellence: Club goods, informal institutions, and partner contributions. Defence Studies, 24(4), 559–600. https://doi.org/10.1080/14702436.2024.2380886
Onderco, M. (2025). Navigating the AI frontier: Insights from the Ukraine conflict for NATO’s governance role in military AI. Journal of Strategic Studies, 48(3), 602–626. https://doi.org/10.1080/01402390.2025.2463451
Szenes, Z. (2023). Reinforcing deterrence: Assessing NATO’s 2022 Strategic Concept. Defense & Security Analysis, 39(4), 372–391. https://doi.org/10.1080/14751798.2023.2270230
