Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Fashion & Law: Η αθέατη πλευρά πίσω από τις πασαρέλες

Γράφει η Μαριλένα Σαλαγκιώτη

Η βιομηχανία της μόδας αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς και κερδοφόρους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας. Πίσω όμως από τις πασαρέλες, τις διαφημιστικές καμπάνιες και τα πολυτελή brands, στο παρασκήνιο αναπτύσσεται ένα πολύπλοκο νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη δημιουργία, την παραγωγή και την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων μόδας. Όταν γίνεται λόγος για τη βιομηχανία της μόδας, το Μιλάνο κατέχει εξέχουσα θέση στον παγκόσμιο χάρτη. Μαζί με το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, συγκαταλέγεται στις τέσσερις μεγάλες πρωτεύουσες της μόδας, φιλοξενώντας μερικούς από τους σημαντικότερους οίκους μόδας, όπως οι Gucci, Prada, Giorgio Armani, Versace και Dolce & Gabbana. Πέρα από τη δημιουργική του διάσταση, το Μιλάνο αποτελεί και ένα ισχυρό οικονομικό κέντρο. Η πόλη συγκεντρώνει επιχειρήσεις, επενδυτές, εμπορικούς αντιπροσώπους και νομικούς συμβούλους που δραστηριοποιούνται στον χώρο της μόδας και της πολυτέλειας. Οι διεθνείς εβδομάδες μόδας που διοργανώνονται εκεί προσελκύουν χιλιάδες επαγγελματίες και δημιουργούν σημαντική οικονομική δραστηριότητα, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της πόλης ως κόμβου επιχειρηματικότητας και καινοτομίας. Ωστόσο, η μεγάλη οικονομική αξία που παράγεται από τη βιομηχανία της μόδας συνοδεύεται και από σύνθετες νομικές προκλήσεις. Για τον λόγο αυτό, η μόδα δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο αισθητικής και επιχειρηματικότητας, αλλά και ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο νομικής μελέτης (Scafidi, S., 2006). Από την προστασία των σχεδίων, των εμπορικών συνεργασιών (co-branding)  και των εμπορικών σημάτων μέχρι τα εργασιακά δικαιώματα, τη βιωσιμότητα και την αντιμετώπιση των απομιμήσεων, το δίκαιο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του κλάδου.

Στον χώρο της μόδας, η δημιουργικότητα αποτελεί το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο μιας επιχείρησης. Κάθε νέα συλλογή, κάθε σχέδιο και κάθε χαρακτηριστικό λογότυπο αποτελούν προϊόντα πνευματικής εργασίας και εμπορικής επένδυσης. Για τον λόγο αυτό, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας βρίσκεται στον πυρήνα του λεγόμενου Fashion Law (Δίκαιο Μόδας). Η νομική προστασία των δημιουργιών στη βιομηχανία της μόδας δεν στηρίζεται σε έναν μόνο νόμο. Αντίθετα, ο νομοθέτης έχει θεσπίσει διακριτούς μηχανισμούς προστασίας, καθένας από τους οποίους καλύπτει διαφορετικές πτυχές ενός προϊόντος. Η επιλογή του κατάλληλου μηχανισμού εξαρτάται από το τι ακριβώς επιδιώκει να προστατεύσει ο δημιουργός ή η επιχείρηση. Πρώτον , το  Copyright ή άλλως η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύει κάθε πρωτότυπο έργο πνευματικής δημιουργίας (e-Νομοθεσία, 2025) . Στον χώρο της μόδας, προστασία μπορεί να λάβει ένα σχέδιο ένδυσης ή υπόδησης, εφόσον παρουσιάζει επαρκή πρωτοτυπία και αποτυπώνει τη δημιουργική συμβολή του σχεδιαστή. Δεν αρκεί, δηλαδή, ένα απλό ή συνηθισμένο σχέδιο· απαιτείται να διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από τα ήδη υπάρχοντα. Στην Ελλάδα, η πνευματική ιδιοκτησία ρυθμίζεται κυρίως από τον Νόμο 2121/1993, σύμφωνα με τον οποίο ο δημιουργός αποκτά αυτοδικαίως το δικαίωμα επί του έργου του από τη στιγμή που αυτό δημιουργείται, χωρίς να απαιτείται καταχώριση ή άλλη διοικητική διαδικασία. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει τόσο την οικονομική εκμετάλλευση του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) όσο και την προστασία του προσωπικού δεσμού του δημιουργού με αυτό (ηθικό δικαίωμα) (άρθρο 1,3,4). Με τον δεύτερο μηχανισμό, πιο συγκεκριμένα τα βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα (design) επιτυγχάνεται η προστασία του δημιουργού (European Parliament & Council, 2024). Πολλά προϊόντα μόδας αντλούν την εμπορική τους αξία από την εξωτερική τους εμφάνιση. Η ιδιαίτερη μορφή μιας τσάντας, το σχέδιο ενός παπουτσιού ή το χαρακτηριστικό κόψιμο ενός ενδύματος μπορούν να προστατευθούν ως βιομηχανικά σχέδια ή υποδείγματα, εφόσον είναι νέα και διαθέτουν ατομικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με την πνευματική ιδιοκτησία, η προστασία αυτή προϋποθέτει καταχώριση του σχεδίου στις αρμόδιες αρχές, παρέχοντας στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα να απαγορεύει την παραγωγή ή την εμπορική εκμετάλλευση πανομοιότυπων ή ιδιαίτερα όμοιων προϊόντων. Τέλος,  εξίσου σημαντική είναι η προστασία της εμπορικής ταυτότητας μιας επιχείρησης, μέσω των (Trademarks) εμπορικών σημάτων (Άρθρο 4). Τα εμπορικά σήματα προστατεύουν το όνομα, το λογότυπο, τα διακριτικά σύμβολα ή ακόμη και ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία που επιτρέπουν στους καταναλωτές να αναγνωρίζουν την προέλευση ενός προϊόντος (European Parliament & Council, 2017).

Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της κόκκινης σόλας των γυναικείων υποδημάτων του οίκου Christian Louboutin. Το 2012, η εταιρεία στράφηκε δικαστικά εναντίον της Yves Saint Laurent, υποστηρίζοντας ότι η χρήση κόκκινης σόλας σε γόβες προσέβαλλε το εμπορικό της σήμα. Το βασικό νομικό ζήτημα δε, ήταν εάν ένα χρώμα μπορεί να προστατευθεί ως εμπορικό σήμα ενώ η υπόθεση έφτασε και στο Court of Justice of the European Union, το οποίο το 2018 έκρινε ότι, υπό προϋποθέσεις, ένα χρώμα που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένο σημείο ενός προϊόντος μπορεί να αποτελέσει έγκυρο εμπορικό σήμα, όταν οι καταναλωτές το συνδέουν άμεσα με μια συγκεκριμένη επιχείρηση (Court of Justice of the European Union, 2018). Στην πράξη, όταν ένας καταναλωτής βλέπει το χαρακτηριστικό λογότυπο ενός γνωστού οίκου μόδας, γνωρίζει αμέσως ποια επιχείρηση βρίσκεται πίσω από το προϊόν. Όμως, μη εξουσιοδοτημένη χρήση τέτοιων σημάτων μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και να ζημιώσει σημαντικά τη φήμη και την εμπορική αξία της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό, τα εμπορικά σήματα απολαμβάνουν ιδιαίτερα ισχυρή νομική προστασία τόσο από το ελληνικό όσο και από το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Οι τρεις αυτοί μηχανισμοί λειτουργούν συχνά συμπληρωματικά. Ένα προϊόν μόδας μπορεί ταυτόχρονα να προστατεύεται ως έργο πνευματικής ιδιοκτησίας, ως καταχωρισμένο βιομηχανικό σχέδιο και μέσω του εμπορικού σήματος του οίκου που το διαθέτει στην αγορά. Η πολυεπίπεδη αυτή προστασία αντανακλά τη μεγάλη οικονομική και δημιουργική αξία που έχει η καινοτομία στη σύγχρονη βιομηχανία της μόδας. Ωστόσο, η προστασία της μόδας παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Σε αντίθεση με άλλες μορφές δημιουργίας, οι συλλογές ανανεώνονται διαρκώς, οι τάσεις μεταβάλλονται με μεγάλη ταχύτητα και η αντιγραφή ενός σχεδίου μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δε, έχει επιταχύνει ακόμη περισσότερο το φαινόμενο, καθώς ένα νέο σχέδιο μπορεί να γίνει παγκοσμίως γνωστό μέσα σε λίγες ώρες και να αποτελέσει αντικείμενο απομίμησης σχεδόν άμεσα.

Η βιομηχανία της μόδας αποτελεί έναν από τους κλάδους που πλήττονται περισσότερο από το φαινόμενο των απομιμήσεων (counterfeiting). Η παραγωγή και διακίνηση προϊόντων που αντιγράφουν παράνομα γνωστά σχέδια, λογότυπα και εμπορικά σήματα έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο με σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις (Organisation for Economic Co-operation and Development & European Union Intellectual Property Office, 2021). Οι απομιμήσεις προκαλούν, καταρχάς, σοβαρές οικονομικές απώλειες στους δημιουργούς και στις επιχειρήσεις, εφόσον οι οίκοι μόδας επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην έρευνα, τον σχεδιασμό, την παραγωγή και την προώθηση των προϊόντων τους. Όταν όμως τρίτοι εκμεταλλεύονται παράνομα αυτή την επένδυση, μειώνονται τα έσοδα των νόμιμων επιχειρήσεων και αποδυναμώνεται το κίνητρο για καινοτομία και δημιουργικότητα.

Η χρόνια διαμάχη της Louis Vuitton έναντι των κατασκευαστών και διανομέων προϊόντων που αντιγράφουν το διάσημο μονόγραμμά της (LV), τόσο μέσω δικαστικών ενεργειών εγείροντας αξιώσεις αστικής φύσεως για παύση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, μαζί με αιτήματα αποζημίωσης και  επιβολής ποινικών κυρώσεων όσο και μέσω συνεργασίας με τελωνειακές αρχές που διαθέτουν την αρμοδιότητα να δεσμεύουν και να κατάσχουν προϊόντα πριν αυτά εισέλθουν στην αγορά, αναδεικνύει την έκταση του φαινομένου καθώς και την προσπάθεια καταπολέμησής του (Tribunal de Commerce de Paris, 2008). Δεν είναι λοιπόν επαρκής η προστασία ενός brand με την κατοχύρωση του σήματος· αλλά απαιτείται συνεχής επιτήρηση και διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων από πλευράς δικαιούχου. Παράλληλα, το φαινόμενο επηρεάζει άμεσα και τους καταναλωτές: ένα προϊόν απομίμησης μπορεί να παρουσιάζεται ως αυθεντικό, δημιουργώντας σύγχυση ως προς την προέλευσή του και παραπλανώντας τον αγοραστή. Επιπλέον, τα προϊόντα αυτά συχνά κατασκευάζονται χωρίς να τηρούνται οι απαραίτητες προδιαγραφές ποιότητας και ασφάλειας, γεγονός που ενδέχεται να εγκυμονεί κινδύνους για τον καταναλωτή και να πλήττει τη φήμη του αυθεντικού brand. Για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου φαινομένου δε, το δίκαιο παρέχει ένα πλέγμα προστασίας τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η ανάπτυξη του fast fashion έχει μεταμορφώσει τη βιομηχανία της μόδας, προσφέροντας στους καταναλωτές συνεχώς νέες συλλογές σε προσιτές τιμές. Ωστόσο, το επιχειρηματικό αυτό μοντέλο έχει αναδείξει σημαντικά ζητήματα προστασίας του καταναλωτή. Ένα από τα συχνότερα φαινόμενα αφορά τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές (Ν2251/1994), όπως οι εικονικές ή υπερβολικές εκπτώσεις και οι ασαφείς ισχυρισμοί σχετικά με την αξία ή τη βιωσιμότητα των προϊόντων. Η νομοθεσία προστατεύει τους καταναλωτές από τέτοιες πρακτικές, επιβάλλοντας στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να παρέχουν ακριβείς και διαφανείς πληροφορίες. Εξίσου σημαντική είναι η ποιότητα και η ασφάλεια των προϊόντων: οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν στην αγορά προϊόντα που συμμορφώνονται με τις ισχύουσες προδιαγραφές και να ενημερώνουν τους καταναλωτές για τα χαρακτηριστικά, τα υλικά κατασκευής και τις οδηγίες χρήσης τους. Παράλληλα, η κουλτούρα της συνεχούς κατανάλωσης που χαρακτηρίζει το fast fashion έχει ενισχύσει τη συζήτηση γύρω από την εταιρική ευθύνη. Τελικώς, οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον όχι μόνο να συμμορφώνονται με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και να υιοθετούν υπεύθυνες πρακτικές παραγωγής, περιορίζοντας το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα και διασφαλίζοντας μεγαλύτερη διαφάνεια σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Έτσι, η προστασία του καταναλωτή συνδέεται πλέον άμεσα με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την υπεύθυνη επιχειρηματικότητα. Όμως, πέρα από τα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και προστασίας του καταναλωτή, η βιομηχανία της μόδας βρίσκεται στο επίκεντρο έντονου προβληματισμού σχετικά με τις συνθήκες παραγωγής των προϊόντων της η οποία σε χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας έχει αναδείξει ζητήματα, όπως οι χαμηλές αμοιβές, οι υπερβολικές ώρες εργασίας και οι ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας (International Labour Organization, 2021).

Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της βιωσιμότητας (sustainability) έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στη βιομηχανία της μόδας, συνδεόμενη άμεσα με τα κριτήρια ESG (Environmental, Social and Governance) μέσω των οποίων αξιολογείται ο τρόπος βάσει του οποίου μια επιχείρηση διαχειρίζεται τις περιβαλλοντικές της επιπτώσεις και σέβεται τα ανθρώπινα (και εργασιακά) δικαιώματα, εφαρμόζοντας κανόνες ορθής  εταιρικής διακυβέρνησης. Η σημασία των κριτηρίων ESG ενισχύεται διαρκώς και από το εξελισσόμενο κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επιβάλλει αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας στις επιχειρήσεις (European Commission, 2022). Ως αποτέλεσμα, οι εταιρείες μόδας καλούνται πλέον όχι μόνο να συμμορφώνονται με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και να υιοθετούν υπεύθυνες πρακτικές παραγωγής, να ενισχύουν τη διαφάνεια στην εφοδιαστική τους αλυσίδα και να μειώνουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Έτσι, η βιωσιμότητα δεν αποτελεί πλέον απλώς μια εταιρική επιλογή ή εργαλείο μάρκετινγκ, αλλά έναν ολοένα και σημαντικότερο άξονα της συμμόρφωσης από νομικής απόψεως με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει την πίεση για θέσπιση αυστηρότερων κανόνων δικαίου, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενώ τελικός στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η  ανάπτυξη της βιομηχανίας της μόδας από οικονομικής απόψεως συμβαδίζει με τον σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος.

Κλείνοντας, η βιομηχανία της μόδας δεν αποτελεί μόνο πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης και επιχειρηματικής δραστηριότητας, αλλά και έναν ιδιαίτερα σύνθετο νομικό χώρο. Το δίκαιο καλείται να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία: από τη μία πλευρά να προστατεύει τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και τις επενδύσεις των δημιουργών και των επιχειρήσεων, και από την άλλη να διασφαλίζει τον θεμιτό ανταγωνισμό, την προστασία των καταναλωτών, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ειδικότερα, των εργασιακών δικαιωμάτων, καθώς και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Το δίκαιο, επομένως, δεν λειτουργεί ως περιορισμός της δημιουργικής έκφρασης, αλλά ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη και δίκαιη ανάπτυξη ενός από τους σημαντικότερους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας και συνεπώς, το Fashion Law αποδεικνύει ότι η νομική προστασία δεν περιορίζει την καινοτομία· αντιθέτως, αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο αυτή μπορεί να αναπτυχθεί με ασφάλεια και διαφάνεια.

Πηγές:

Αρθρογραφία

Scafidi, S. (2006). Who owns culture? Appropriation and authenticity in American law. Διαθέσιμο σε : Who Owns Culture?: Appropriation and Authenticity in American Law | JSTOR

 

Πρωτογενείς πηγές-Νομοθεσία

Νόμος 2121/1993, ΦΕΚ Α΄ 25/04.03.1993. Διαθέσιμο σε: https://search.et.gr/el/simple-search/?selectYear=1993&selectIssue=1&documentNumber=25

European Commission. (2022). EU strategy for sustainable and circular textiles. Διαθέσιμο σε: https://environment.ec.europa.eu/strategy/textiles-strategy_en

European Parliament and Council. (2024). Regulation (EU) 2024/2822 of the European Parliament and of the Council of 23 October 2024 amending Council Regulation (EC) No 6/2002 on Community designs and repealing Commission Regulation (EC) No 2246/2002. Official Journal of the European Union. Διαθέσιμο σε: EUR-Lex .

European Parliament and Council. (2017). Regulation (EU) 2017/1001 of the European Parliament and of the Council of 14 June 2017 on the European Union trade mark (codification). Official Journal of the European Union, L154, 1–99. Διαθέσιμο σε: EUR-Lex .

International Labour Organization. (2021). Decent work in the garment sector. Διαθέσιμο σε: https://www.ilo.org/projects-and-partnerships/projects/decent-work-garment-sector-supply-chains-asia

Organisation for Economic Co-operation and Development, & European Union Intellectual Property Office. (2021). Global trade in fakes: A worrying threat. OECD Publishing. Διαθέσιμο σε: Illicit Trade. Global trade in Fakes. A worrying threat. – EUIPO.

 

Νομολογία

Court of Justice of the European Union. (2018, June 12). Christian Louboutin SAS v. Van Haren Schoenen BV (Case C-163/16). Διαθέσιμη σε : EUR-Lex – 62016CJ0163 – EN – EUR-Lex.

Tribunal de commerce de Paris. (2008). LVMH v. eBay. Διαθέσιμη σε : Contrefaçon : eBay lourdement condamné à dédommager LVMH – LE MONDE DU DROIT – Le magazine des professionnels du droit

 

Πηγή Εικόνας:

Η εικόνα αποτελεί δημιουργία της αναλύτριας με χρήση εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης (Chatgpt).