Γράφει ο Φίλιας Αντώνιος
Προσφάτως ο Έλληνας πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης σε δηλώσεις του στη 2η Σύνοδο Κορυφής για τη Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι, επισήμανε πως η χώρα αλλάζει σελίδα και, πλέον, εξετάζει την αξιοποίηση πυρηνικής ενέργειας πιο ενεργά (Γραφείο Πρωθυπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας, 2026). Συγκεκριμένα δήλωσε πως: «Ήρθε η ώρα για τη δική μου χώρα να εξερευνήσει αν η πυρηνική ενέργεια, και ειδικά αν οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση του Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς και οι μετέπειτα ενέργειες με την υπογραφή κοινής δήλωσης προθέσεων για συνεργασία στον συγκεκριμένο τομέα από τον Έλληνα υπουργό ανάπτυξης και τον Γάλλο ομόλογό του, άνοιξαν τη συζήτηση σχετικά τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς στην Ελλάδα (Το Βήμα, 2026).
Εντούτοις, ανατρέχοντας στο παρελθόν, διαπιστώνει κανείς πως η άποψη για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν αναδύεται για πρώτη φορά. Συγκεκριμένα, η πρώτη επίσημη θεσμική αναφορά καταγράφηκε το 1954, όταν η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου προχώρησε στην ψήφιση του Νόμου 2750/1954, ιδρύοντας την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (εφεξής ΕΕΑΕ) (Τσόδουλος, 2021, σ.36). Σκοπός της ΕΕΑΕ ήταν η διερεύνηση του τρόπου, με τον οποίο η ενέργεια που προκύπτει από τη σχάση του πυρήνα θα συντελούσε στην ηλεκτρική ανασυγκρότηση της χώρας. Έπειτα από αρκετά χρόνια, το 1976, η Ελλάδα ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο ενεργειακό σχέδιο, το οποίο προέβλεπε τη κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο συγκεκριμένος σταθμός θα είχε ισχύ που θα προσέγγιζε τα 600MW και προοριζόταν να ενταχθεί στο εθνικό δίκτυο στα μέσα της δεκαετία του 1980 (Τσόδουλος, 2021, σ.38). Ωστόσο, το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο δεν προχώρησε λόγω ποικίλων αντισταθμιστικών παραγόντων που εμπόδισαν την υλοποίησή του.
Το σεισμικό ρίσκο εξαιτίας της, διαχρονικά, έντονης σεισμικότητας στον ελλαδικό χώρο, οδήγησε τη γεωλογική και μηχανική επιστημονική κοινότητα της χώρας σε επιφυλάξεις αναφορικά με την ανάπτυξη του σταθμού. Την ίδια εποχή, οξεία ήταν και η αντίδραση που προκλήθηκε από τις τοπικές κοινωνίες εξαιτίας της ανάπτυξης ενός ισχυρού αντιπυρηνικού κινήματος. Αυτό ξεκίνησε αυθόρμητα ως μία οικολογική αντίδραση με πρωτεργάτες εργαζόμενους του πρωτογενούς τομέα, φοιτητές και επιστήμονες με περιβαλλοντικό υπόβαθρο. Στη συνέχεια, απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα και μετατράπηκε σε ένα αντι-εξοπλιστικό κίνημα, το οποίο τόνιζε τις συνέπειες της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας στο πολεμικό πεδίο (Κωνσταντής, 2019, σσ.40-45). Τέλος, σημαντικός παρεμποδιστικός παράγοντας υπήρξε και το ατύχημα με τη καταστροφή του πυρηνικού αντιδραστήρα του Τσερνόμπιλ το 1986. Το ατύχημα αυτό και οι συνέπειές του, οι οποίες έγιναν ορατές ακόμη και σε ορισμένες περιοχές της χώρας μέσω ενός ραδιενεργού νέφους, θορύβησαν τόσο πολύ τη κοινή γνώμη που συνδυαστικά και με τους υπόλοιπους παράγοντες οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχεδίου δημιουργίας πυρηνικού σταθμού (Chroneos et al., 2025, σ.52; Vavoulioti et al., 2023, σ.4). Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι προσφάτως, καθώς έπειτα από τις παρεμβάσεις του πρωθυπουργού και τις ενέργειες κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών ξεκίνησε εκ νέου η συζήτηση για τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για τη παραγωγή ηλεκτρισμού.
Τα οφέλη της χρήσης πυρηνικής ενέργειας από ένα κράτος για ειρηνικούς σκοπούς, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας, ποικίλλουν σε οικονομικό, περιβαλλοντικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Στον οικονομικό τομέα, έχει αναλυθεί σε επιστημονικό επίπεδο η θετική επίδραση της πυρηνικής ενέργειας, ιδίως όταν συνδυάζεται με τη παραγωγή ενέργειας από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (εφεξής ΑΠΕ) (Hong et al., 2015, σσ.451-459). Έχει αποδειχθεί πως τα κράτη που κατορθώνουν να συνδυάσουν τις δύο μορφές για παραγωγή ενέργειας πετυχαίνουν το χαμηλότερο δυνατό κόστος για το σύστημα παραγωγής (system-wide cost), μέσω της αποφυγής επενδύσεων σε μονάδες αποθήκευσης της παραγόμενης ενέργειας. Η Ελλάδα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει μεγάλα ποσά στις ΑΠΕ για παραγωγή ενέργειας, θα μπορούσε να αποκομίσει τεράστια οικονομικά οφέλη από τον συνδυασμό τους με τους αντιδραστήρες πυρηνικής ενέργειας. Στο ίδιο πλαίσιο η έρευνα των Apergis & Payne (2010, σ.136), αποδεικνύει πως υπάρχει αμφίδρομη αιτιότητα μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης των κρατών και παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Άρα, η σταθερότητα που προσφέρει η πυρηνική ενέργεια επιτρέπει τη περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη του κράτους και το αντίστροφο. Αυτό θα μπορούσε, δυνητικά, να αποτελέσει επιχείρημα για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας και στην Ελλάδα, με απώτερο σκοπό τη περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, αναφορικά με το περιβαλλοντικό επίπεδο, στη μελέτη των Kharecha & Hansen (2013, σ.4891) αναφέρεται πως η αντικατάσταση του άνθρακα από τη πυρηνική ενέργεια, με βάση τα ιστορικά δεδομένα παραγωγής ενέργειας μεταξύ 1971 και 2009, οδήγησε σε 1,8 εκατομμύρια λιγότερους θανάτους σε σχέση με όσους θα προκαλούνταν από τις επιπτώσεις της μικροσωματιδιακής ρύπανσης. Η αντικατάσταση του άνθρακα για την αποφυγή των επιπτώσεων της ρύπανσης που προκαλείται από τη χρήση του για παραγωγή ενέργειας, εμπίπτει στο ήδη υπάρχον πλαίσιο που ακολουθείται στην Ελλάδα για την αντικατάσταση του άνθρακα από διαφορετικές πηγές (Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σ. 53-55, 2019). Επιπρόσθετα στο γεωπολιτικό επίπεδο η επίδραση της παραγωγής ενέργειας από πυρηνικούς σταθμούς, έχει ως αποτέλεσμα την ιδιαιτέρως υψηλή η ενεργειακή ασφάλεια. Ο τρόπος λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών τους επιτρέπει να εξασφαλίζουν την αυτόνομη παραγωγή ενέργειας για τα κράτη. Κατά συνέπεια, μέσω αυτών τα κράτη δύναται να διατηρήσουν την αυτάρκειά τους ακόμη και σε περιπτώσεις αποκλεισμού παροχής άλλων μέσων για παραγωγή ενέργειας. Το γεγονός αυτό συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα, ιδίως στο ισχύον ασταθές ενεργειακό περιβάλλον (Jewell et al., 2011, σ. 745). Τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο επικρατεί διαρκής ένταση, που έχει οδηγήσει και σε πολεμικές συγκρούσεις, οι οποίες με τη σειρά τους αυξάνουν το κόστος της ενέργειας (Du & He, 2015, σσ.455–465). Η Ελλάδα μέσω της χρήσης αντιδραστήρων για παραγωγή ενέργειας αποκτά τη δυνατότητα να καταστεί αυτάρκης και να μην επηρεάζεται από τέτοιου είδους καταστάσεις.
Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί, πέραν των προαναφερθέντων οφελών από την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, η χρήση της ενέχει και ορισμένους σημαντικούς κινδύνους. Αρχικά, η κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί τεράστια κεφαλαιακή δαπάνη από μεριάς του εκάστοτε κράτους. Ταυτοχρόνως, τέτοιου είδους έργα παρουσιάζουν τεράστιες χρονικές καθυστερήσεις για τη δημιουργία τους, οπότε αναλογικά καθυστερούν και τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν (Ansar et al., 2014, σ.302). Επιπλέον, η λειτουργία των πυρηνικών αντιδραστήρων προκαλεί τη συσσώρευση μεγάλης ποσότητες ραδιενεργών αποβλήτων, η διαχείριση των οποίων προϋποθέτει, ιδιαιτέρως, προηγμένη τεχνολογική επάρκεια και κατάρτιση των εργαζομένων για να αποφευχθούν ενδεχόμενα διασποράς τους (Ewing, 2006, σσ.331-334). Επιπροσθέτως, παρά την τεχνολογική εξέλιξη, που επήλθε μέσω της ανάπτυξης μικρών χερσαίων καθώς και πλωτών αντιδραστήρων, οι οποίοι είναι συγκριτικά ασφαλέστεροι, ο κίνδυνος για ατύχημα κατά τη πιθανή εγκατάστασή τους στη σεισμογενή Ελλάδα παραμένει. Τα ατυχήματα από πυρηνικούς αντιδραστήρες χαρακτηρίζονται από τη σπανιότητά τους αλλά ταυτοχρόνως και από τη σημαντική επίπτωση που έχουν για ολόκληρη τη περιοχή που πλήττεται με το άμεσο και έμμεσο οικονομικό κόστος να είναι δυσβάσταχτο ακόμη και για μία ανεπτυγμένη οικονομία (Thomas, 2012, σ.293).
Η αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς αποτελούσε για αρκετά χρόνια ένα πεδίο συζήτησης για το πολιτικό και επιστημονικό προσωπικό της χώρας. Έπειτα από μία περίοδο, όπου ποικίλοι παράγοντες συνέβαλαν στην αδρανοποίηση του ζητήματος, οι δηλώσεις του ίδιου του Έλληνα πρωθυπουργού, αλλά και στελεχών της κυβέρνησης, το επανάφεραν στην επικαιρότητα. Τέτοιου είδους έργα δύναται, αναμφίβολα, να έχουν πολύ σημαντική επίδραση τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε γεωπολιτικό και περιβαλλοντικό. Παράλληλα, όμως, αναδύεται μία πληθώρα κινδύνων προερχόμενη από τη λειτουργία τους με πρώτιστο τον κίνδυνο ατυχήματος και τη καταστροφική επίδραση που αυτό, αναπόφευκτα, επιφέρει. Στο ίδιο πλαίσιο προβληματισμού, κυμαίνονται και οι κίνδυνοι που αφορούν τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων που παράγουν οι πυρηνικοί αντιδραστήρες αλλά και το οικονομικό ρίσκο που ενέχει η κατασκευή τους έως ότου καταστούν προσοδοφόροι. Επομένως, η συζήτηση για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας είναι σημαντικό να ανοίξει ξανά και να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα επωφεληθεί από τη χρήση της η Ελλάδα εφόσον αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που αυτή ενέχει.
Βιβλιογραφία
Βιβλία:
Κωνσταντής, Κ. (2020). Η κοινωνική υποδοχή της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα [Διπλωματική εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο]. Ιδρυματικό Αποθετήριο DSpace@NTUA. Η κοινωνική υποδοχή της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα – Κωνσταντίνος Κωνσταντής.pdf
Τσόδουλος, Ν. (2021). Η κατασκευή του Άκουγιου και οι συνέπειες για την Τουρκία και την περιοχή [Μεταπτυχιακή διατριβή, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας]. Ιδρυματικό Αποθετήριο «Ψηφίδα». https://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/26359
Άρθρα:
Ansar, A., Flyvbjerg, B., Budzier, A., & Lunn, D. (2014). Should we build more large-scale nuclear power plants? Energy Policy, 69, 300–305. DOI: 10.1016/j.enpol.2013.10.069
Apergis, N., & Payne, J. E. (2010). A panel study of nuclear energy consumption and economic growth. Energy Economics, 32(3):545-549
Chroneos, A. Daskalopulu, I. Goulatis, R. V. Vovk, L. H. Tsoukalas A. (2025) Perspective on Small Μodular Reactors: A Case Study for Greece. East Eur. J. Phys. 2, 17 (2025), https://doi.org/10.26565/2312-4334-2025-2-02
DOI: 10.1016/j.eneco.2009.09.015
Du, L., & He, Y. (2015). Extreme risk spillovers between crude oil and stock markets. Energy Economics, 51, 455–465. https://doi.org/10.1016/j.eneco.2015.08.007
Hong, Sanghyun & Bradshaw, Corey J.A. & Brook, Barry W. (2015). Global zero-carbon energy pathways using viable mixes of nuclear and renewables. Elsevier, volume 143, issue C, pages 451-459. DOI: 10.1016/j.apenergy.2015.01.006.
Jewell, J., Cherp, A. & Goldthau, A. (2011). Governing Global Energy: Systems, Transitions, Complexity. Global Policy, 2(1), 75-88. https://doi.org/10.1111/j.1758-5899.2010.00059.x
Kharecha, P. A., & Hansen, J. E. (2013). Prevented mortality and greenhouse gas emissions from historical and projected nuclear power. Environmental Science & Technology, 47(9), 4889–4895. DOI: 10.1021/es3051197
- C. Ewing. (2006). The Nuclear Fuel Cycle: A Role for Mineralogy and Geochemistry. Elements 2 (6):331-334. DOI:10.2113/gselements.2.6.331
Thomas, S. (2012). What will the Fukushima disaster change? Energy Policy, 45, 291–297. doi:10.1016/j.enpol.2012.02.010
Vavoulioti, A. R., Stylos, G., & Kotsis, K. T. (2023). Acceptance of nuclear energy by pre-service teachers in Greece. Aquademia, 7(1), Article ep23004. DOI:10.30935/aquademia/13205
Πρωτογενείς πηγές:
Γραφείο Πρωθυπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας. (2026, Μάρτιος 10). Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ address at the 2nd Nuclear Energy Summit in Paris [Ομιλία]. https://www.primeminister.gr/2026/03/10/38077
Υπουργείο Ανάπτυξης. (2026, Απρίλιος 26). Υπογραφή δήλωσης προθέσεων Ελλάδας – Γαλλίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας για ειρηνικούς σκοπούς [Δελτίο τύπου].
Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. (2019). Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) (Κυβερνητικό Έγγραφο, ΦΕΚ Β’ 4893/2019). Ελληνική Δημοκρατία.
https://www.elinyae.gr/sites/default/files/2020-02/4893b_2019.pdf
Ειδησεογραφικές πηγές:
Το Βήμα (25, Απριλίου 2026). Ελλάδα – Γαλλία: Αυτές είναι οι 9 συμφωνίες-κλειδί. [Ειδησεογραφικό άρθρο]. https://www.tovima.gr/2026/04/25/politics/ellada-gallia-aytes-einai-oi-9-symfonies-kleidi/
Πηγή εικόνας:
Żerdzicki, J.White concrete nuclear weapon tower near green trees [Φωτογραφία]. Unsplash. Ανακτήθηκε 10 Ιουλίου 2026. https://unsplash.com/photos/qDyL3-tk_ts
