Γράφει η Ευαγγελία Κουβέλη
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, γνωστή ως το Κραχ της Wall Street, συχνά εξετάζεται με μοναδικό γνώμονα την δυτική οικονομική κατάρρευση. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της στην άλλη μεριά του πλανήτη, και ιδιαίτερα στην Κίνα, ήταν καταλυτικές για την οικονομική και πολιτική διαμόρφωση της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Η προσκόλληση της Κίνας στον Κανόνα του Ασημιού για τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές της, λειτούργησε ως δίκοπο μαχαίρι, αρχικά σαν ασπίδα προστασίας από την κρίση και μετέπειτα ως καταλύτης (Rawski, 1989 σ. 120). Η αδυναμία της τότε κυβέρνησης του Κουόμιντανγκ (ΚΜΤ) να διαχειριστεί τον αποπληθωρισμό, οδήγησε στην πλήρη εξαθλίωση της κινεζικής υπαίθρου, προσφέροντας στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) το απαραίτητο «πολιτικό κεφάλαιο» για την επικράτηση του (Lary, 2010 σ. 112 ).
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Κίνα αποτελούσε μια παγκόσμια νομισματική εξαίρεση, την ώρα που οι περισσότερες μεγάλες οικονομίες είχαν υιοθετήσει τον Κανόνα του Χρυσού, εκείνη παρέμενε στον Κανόνα του Ασημιού, κυρίως από παράδοση αλλά και δομική αδυναμία για ριζικές μεταρρυθμίσεις (Friedman, 1994 σ. 49 ; Kann, 1928 σ. 38 ). Όταν η παγκόσμια τιμή των εμπορευμάτων κατέρρευσε μετά το 1929, η τιμή του ασημιού υποχώρησε επίσης. Αυτό το γεγονός λειτούργησε ως μια de facto υποτίμηση του κινεζικού δολαρίου, καθιστώντας τις κινεζικές εξαγωγές ανταγωνιστικές και τις εισαγωγές πιο ακριβές, ενθαρρύνοντας έτσι την εγχώρια παραγωγή και προστατεύοντας την χώρα από το πρώτο κύμα της ύφεσης (Lary, 2010 σ. 28). Εντούτοις, αυτή η τεχνητή σταθερότητα ήταν βραχύβια, όπως και η ευημερία του κινεζικού κράτους. Η ψευδαίσθηση ασφάλειας που είχε δημιουργηθεί θα βρισκόταν ξαφνικά στα χέρια της Ουάσιγκτον και οι εξωτερικές πιέσεις σύντομα θα μετέτρεπαν το πλεονέκτημα σε καταστροφικό μειονέκτημα (Brandt, 1989 σ. 135).
Η πραγματική καταστροφή για την Κίνα δεν προήλθε άμεσα από την κρίση του 1929, αλλά μεταγενέστερα, όταν οι ΗΠΑ προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την δικιά τους ύφεση. Συγκεκριμένα, η καθοριστική καμπή σημειώθηκε το 1934, όταν η κυβέρνηση Roosevelt πιεζόμενη από το λόμπι των Αμερικανών μεταλλωρύχων υπέγραψε το Silver Purchase Act του 1934 (Mundell, 2000 σ. 217). Ο νόμος αυτός υποχρέωνε το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών να αγοράζει ασήμι μέχρι η τιμή του να φτάσει τα $1,29 ανά ούγια ή μέχρι το ασήμι να αποτελεί το 25% των νομισματικών αποθεμάτων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον Arthur Young (1971 σ. 210), τότε σύμβουλο οικονομικών της κινεζικής κυβέρνησης, η πολιτική αυτή αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ενίσχυση της αμερικανικής αγοράς, αδιαφορώντας για τις απεγνωσμένες διπλωματικές προσπάθειες που κατέβαλε η κινεζική κυβέρνηση για την μετρίαση της. Η άνοδος της διεθνούς τιμής του ασημιού προκάλεσε ραγδαία ανατίμηση του κινεζικού νομίσματος, κάνοντας τα κινεζικά προϊόντα πρακτικά απαγορευτικά ακριβά για τους ξένους, συνεπάγοντας με την καταστροφή των εξαγωγών. Ταυτόχρονα, σημειώθηκε μαζική εκροή ασημιού από την Κίνα στις ΗΠΑ. Το κινεζικό εθνικό νόμισμα έπαψε να λειτουργεί ως μέσο συναλλαγής και μετατράπηκε σε εμπόρευμα, καθώς η τεράστια απόκλιση μεταξύ της ονομαστικής αξίας των κερμάτων και της διεθνής τιμής του μετάλλου ώθησε τους εμπόρους αλλά και τις τράπεζες στο μαζικό λιώσιμο των νομισμάτων και την εξαγωγή τους σε μορφή ράβδων για να επωφεληθούν από τις υψηλές τιμές του εξωτερικού (Coble, 1991). Λόγω αυτών των γεγονότων η νομισματική βάση της Κίνας συρρικνώθηκε απότομα δημιουργώντας μια οξεία αποπληθωριστική κρίση (Coble, 1980 σ. 161). Είναι αναγκαίο, επομένως, να εξεταστεί πώς αυτή η συγκυρία αποδυνάμωσε δομικά το κινεζικό κράτος.
Η αγροτική ταξη της Κίνας, η οποία αποτελούσε το συντριπτικό 80% του πληθυσμού, επλήγη σφοδρότερα από κάθε άλλη κοινωνική τάξη. Η έλλειψη ρευστότητας προκάλεσε κατακόρυφη πτώση των τιμών στα αγροτικά προϊόντα, με την τιμή σε βασικά είδη όπως το ρύζι, το σιτάρι και το τσάι να πέφτει κατά 40-50%. Την ίδια στιγμή, όσοι αγρότες είχαν συνάψει δάνεια σε περιόδους υψηλών τιμών βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε χρέη που ήταν αδύνατο να αποπληρώσουν, καθώς αυτά παρέμεναν σταθερά ή αυξάνονταν, ενώ το εισόδημά τους συρρικνωνόταν δραματικά (Buck, 1937 σ. 452). Αυτή η ανισορροπία δημιούργησε ένα οικονομικό «ψαλίδι» στο εισόδημα των παραγωγών. Πολλοί αδυνατούσαν να καλύψουν το κόστος καλλιέργειας, ειδικότερα όσοι ζούσαν ήδη στα όρια της επιβίωσης, συχνά πουλώντας την σοδειά τους σε χαμηλότερη τιμή από το κόστος παραγωγής (Tawney, 1932 σ. 65). Η στάση των γαιοκτημόνων επέκτεινε την κρίση, καθώς η προγενέστερη αυστηρότητά τους εξελίχθηκε σε πλήρη και αδίστακτη εκμετάλλευση. Από το ήδη εξωφρενικό ποσοστό του 50-70% της σοδειάς, μαζί με τους φόρους, κατέληξαν να παίρνουν ακόμα και την σοδειά που προόριζαν οι αγρότες για να ταΐσουν την οικογένειά τους. Οι γαιοκτήμονες, παράλληλα, λειτουργούσαν ως τοκογλύφοι στην ύπαιθρο, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία επιβίωσης των αγροτών, παρείχαν δάνεια με επιτόκια τα οποία άγγιζαν ακόμη και το 100% ετησίως . Συχνή κατάληξη του φαινομένου αυτού ήταν η αδυναμία του αγρότη να αποπληρώσει το εξωφρενικό επιτόκιο που του είχε επιβληθεί, με «φυσική» συνέχεια την κατάσχεση ακόμα και του πιο μικρού χωραφιού που του είχε απομείνει. Έτσι ο ελεύθερος αγρότης μετατρέπεται σε ακτήμονα, βιώνοντας μια κατάσταση δουλείας χωρίς δική του γη (Bianco, 1971 σ. 82).
Η οικονομική κρίση δεν «χτύπησε» μόνο το πορτοφόλι του κινέζου αγρότη, αλλά εισέβαλε βίαια στις παραδοσιακές δομές που εξασφάλιζαν την κοινωνία ενωμένη επί αιώνες. Στην παραδοσιακή Κίνα, ο θεσμός της οικογένειας και η τοπική κοινότητα λειτουργούσαν ως δίχτυ ασφαλείας, το οποίο η κρίση του 1929-1934 εξουδετέρωσε πλήρως. Η ακραία πείνα εξώθησε οικογένειες σε απελπισμένες πράξεις όπως η πώληση παιδιών ως υπηρέτες ή η εγκατάλειψη ηλικιωμένων. Η επιβίωση της μονάδας δεν ήταν, πια, για κανέναν εγγυημένη (Lary, 1985 σ. 105). Παράλληλα, η μαζική εσωτερική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα για μια καλύτερη ζωή δημιούργησε μια νέα τάξη ανθρώπων, αποκομμένων από τις ρίζες τους που, τελικά, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και αποτελούσαν εύφορο έδαφος για τη διάδοση ριζοσπαστικών ιδεών (Coble, 1980 σ. 140). Επιπλέον, η ραγδαία συρρίκνωση του εισοδήματος επέφερε την κατάρρευση του παραδοσιακού ηθικού κώδικα, καθώς εκατομμύρια αγρότες στράφηκαν στην ληστεία, διότι η νόμιμη εργασία δεν εξασφάλιζε πλέον την επιβίωση,. Και κάπως έτσι, η ύπαιθρος μετατράπηκε σε μια ζώνη γενικευμένης ανασφάλειας και ανομίας, όπου η κεντρική κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβάλλει την τάξη ή να προσφέρει ουσιαστική προστασία (Eastman, 1984 σ. 220 ; Coble, 1991 σ. 242). Αυτή η συνολική αποσύνθεση δημιούργησε μια μάζα ακτημόνων και πεινασμένων χωρικών, οι οποίοι δεν είχαν κανένα συμφέρον από την διατήρηση του υπάρχοντος κοινωνικού status quo (Buck, 1937 σ. 190). Η δυσαρέσκεια των αγροτών, τροφοδοτούμενη από την αυθαιρεσία των γαιοκτημόνων και την κρατική αδιαφορία, έπαψε να είναι μόνο οικονομική αλλά πλέον μεταμορφώθηκε σε βαθιά πολιτική.
Η αντίδραση της εθνικιστικής κυβέρνησης του Τσιανγκ Κάι-σεκ στην αγροτική κρίση ήταν η επιβολή περισσότερης βίας και φόρων. Η κίνηση αυτή δεν υποκινούταν από μια τιμωρητική διάθεση του κράτους απέναντι στους αγρότες, αλλά υπαγορευόνταν από την ανάγκη κάλυψης των τεράστιων δαπανών για τα ανοιχτά μέτωπα του ΚΜΤ, όπως οι συγκρούσεις με τους Κομμουνιστές και τους πολεμαρχους, καθώς και η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουριά. Η ανάγκη για χρηματοδότηση του στρατού οδήγησε στη επιβολή φόρων που συχνά προεισπράττονταν για τα επόμενα 20 χρόνια (Young, 1971 σ. 84). Η καθυστερημένη απόφαση για την μεταρρύθμιση του 1935, η οποία εγκατέλειψε το ασήμι υπέρ ενός χάρτινου νομίσματος ονόματος Fabi, επιδείνωσε την κατάσταση. Το Νοέμβριο του 1935, η Κίνα εγκαταλείπει επίσημα τον Κανόνα του Ασημιού, με το ασήμι να εθνικοποιείται και τους πολίτες να υποχρεώνονται να παραδώσουν τα αποθέματα τους στο κράτος με αντάλλαγμα υποτιμημένο χαρτί (Fairbank, 1986 σ. 222). Σε μια χώρα όπου το ασήμι αποτελούσε το μοναδικό «πραγματικό» χρήμα για αιώνες, η ανταλλαγή του με χαρτί θεωρήθηκε από τον λαό ως η μεγαλύτερη κρατική απάτη. Ενώ η μεταρρύθμιση ξεκίνησε καλά, η κυβέρνηση άρχισε να τυπώνει χρήμα χωρίς μέτρο για να καλύψει τα τεράστια ελλείμματα του στρατού. Αυτή η ενέργεια οδήγησε σε έναν από τους πιο ακραίους υπερπληθωρισμούς στην ιστορία (Coble, 1980 σ. 156). Οι οικονομίες ζωής των κινέζων πολιτών εκμηδενίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια, καταστρέφοντας τους τελείως την εμπιστοσύνη προς την εθνικιστική κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση του ΚΜΤ ταυτίστηκε στην συνείδηση των αγροτών με την αστική ελίτ και τους διεθνείς τραπεζίτες, αποτυγχάνοντας να προσφέρει ανακούφιση στην ενδοχώρα (Fairbank, 1986 σ. 228). Ταυτόχρονα, η αδυναμία του κράτους να επιβάλει δίκαιη φορολογία και να προστατεύσει τους αγρότες από τους πολέμαρχους ενίσχυσε την εικόνα μιας διεφθαρμένης και ανίσχυρης εξουσίας (Pepper, 1978 σ. 58). Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, υπό την ηγεσία του Μάο Τσετούνγκ, βλέποντας το Κουομιντανγκ να χάνει τον έλεγχο, αναθεώρησε την ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία του. Όταν ο Μάο κατάλαβε ότι η οικονομική εξαθλίωση που προκάλεσε η διεθνής κρίση ήταν η «εύφλεκτη ύλη» για μια αγροτική επανάσταση έκανε στροφή από τις αποτυχημένες επαναστάσεις στις πόλεις προς την ύπαιθρο (Schram, 1966 σ. 131).
Κατά τη διάρκεια της «Μεγάλης Πορείας» και της περιόδου του Yan’an το ΚΚΚ δεν εφάρμοσε μόνο ριζοσπαστικές πολιτικές αναδασμού της γης στις περιοχές του Yenan προσφέροντας στους αγρότες μια απτή εναλλακτική στην χρεοκοπία, αλλά οργάνωσε και τις κοινότητες δίνοντας τους πολιτική φωνή μέσα από τοπικές επιτροπές. Η «πολιτική της γης» (Land reform) δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό μέτρο, αλλά ένα εργαλείο κοινωνικής επανένταξης. Δίνοντας γη στον αγρότη, του έδωσαν ξανά την ιδιότητα του πολίτη και το κίνητρο να πολεμήσει (Selden, 1971 σ. 120). Όπως σημειώνει ο Belden (1949 σ. 155), οι αγρότες δεν προχώρησαν στον κομμουνισμό λόγω θεωρητικής κατάρτισης, αλλά επειδή η κυβέρνηση του Μάο ήταν η μόνη δύναμη που υποσχέθηκε διαγραφή χρεών και επιβίωση μέσα στο χάος της παγκόσμιας ύφεσης. Οι αγρότες που είχαν πληγεί από την κρίση του ασημιού είδαν στους Κομμουνιστές τους μόνους προστάτες απέναντι στην αυθαιρεσία των γαιοκτημόνων και του κράτους. Η πειθαρχία του Κόκκινου Στρατού, σε αντίθεση με την λεηλασία των εθνικιστικών στρατευμάτων, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που μετέτρεψε την αγροτική δυσαρέσκεια σε επαναστατική ισχύ (Harrison, 1972 σ. 189).
H περίπτωση της Κίνας μετά το 1929 αποδεικνύει ότι η κοινωνική αποσύνθεση είναι το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της οικονομικής κατάρρευσης και της πολιτικής επανάστασης. Η αγροτική εξαθλίωση, πυροδοτούμενη από εξωγενείς παράγοντες, όπως το Κραχ της Wall Street, κατέστρεψε τη νομιμότητα του αστικού κράτους του ΚΜΤ. Η Κίνα δεν έγινε κομμουνιστική μόνο λόγω της ιδεολογίας, αλλά επειδή το προηγούμενο σύστημα έπαψε να εξασφαλίζει την βιολογική επιβίωση της πλειονότητας του πληθυσμού. Η κοινωνική αποσύνθεση της υπαίθρου ήταν το κενό που γέμισε ο Μάο, χτίζοντας ένα κράτος πάνω στις στάχτες μιας παραδοσιακής κοινωνίας που η παγκόσμια αγορά είχε προ πολλού εγκαταλείψει (Zeng, 2003 σ. 128).
Βιβλιογραφία
Belden, J. (1949). China shakes the world. Harper & Brothers. Διαθέσιμο σε: https://archive.org/details/dli.ernet.12243
Bianco, L. (1971). Origins of the Chinese Revolution, 1915-1949. Stanford University Press. Διαθέσιμο σε: https://archive.org/details/originsofchinese00bian
Brandt, L. (1989). Commercialization and agricultural development: Central and Eastern China, 1870-1937. Cambridge University Press.
Buck, J. L. (1937). Land utilization in China: Statistics. New York : Paragon Book Reprint Corp. Διαθέσιμο σε: https://archive.org/details/landutilizationi0000buck
Coble, P. M. (1980). The Shanghai Capitalists and the Nationalist Government, 1927–1937. In Harvard University Asia Center eBooks. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.2307/j.ctt1tfjd17
Coble, P. M. (1991). Facing Japan: Chinese Politics and Japanese Imperialism, 1931-1937. Cambridge, Mass. : Council on East Asian Studies, Harvard University. Διαθέσιμο σε: https://archive.org/details/facingjapanchine0000cobl
Eastman, L. E. (1984). Seeds of destruction: Nationalist China in War and Revolution 1937-1949. Stanford University Press.
Fairbank, J. K. (1986). The Great Chinese Revolution, 1800-1985. New York : Harper & Row.
Friedman, M. (1994). Money mischief: Episodes in Monetary History. HMH.
Harrison, J. P. (1972). The long march to power: A History of the Chinese Communist Party, 1921-72.
Kann, E. (1928). The currencies of China: An Investigation of Silver & Gold Transactions Affecting China, with a Section on Copper. Shanghai Kelly & Walsh 1926.
Lary, D. (1985). Warlord Soldiers: Chinese Common Soldiers 1911-1937. Cambridge University Press.
Lary, D. (2010). The Chinese people at war: Human Suffering and Social Transformation, 1937-1945. Cambridge University Press.
Mundell, R. (2000). Currency areas, exchange rate systems and international monetary reform. Journal of Applied Economics, 3(2), 217–256. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1080/15140326.2000.12040550
Pepper, S. (1978). Civil War in China: The Political Struggle, 1945-1949. University of California Press.
Rawski, T. G. (1989). Economic growth in prewar China. Berkeley : University of California Press
Schram, S. R. (1966). Mao Tse-tung. Harmondsworth ; New York : Penguin.
Selden, M. (1971). The Yenan Way in Revolutionary China.Cambridge, Harvard University Press.
Tawney, R. H. (1932). Land and labor in China. George Allen And Unwin Limited
Young, A. N. (1971). China’s Nation-building Effort, 1927-1937: The Financial and Economic Record. [Stanford, Calif.] : Hoover Institution Press.
Πηγή φωτογραφίας:
Numista. Republic of China – 1 Dollar (Yuan). Διαθέσιμο σε: https://el.numista.com/243235
