Γράφει ο Τσικνάκης Γιώργος
Στον δημόσιο πολιτικό λόγο, είθισται να χρησιμοποιούμε τον όρο «λαϊκισμό», αλλά και τα άμεσα παράγωγα του, για να περιγράψουμε μία πληθώρα θεωριών, πολιτικών ρευμάτων και κομμάτων. Ωστόσο, όπως πολύ εύστοχα σημειώνουν οι Mudde και Kaltwasser (2017), o λαϊκισμός είναι ένας από τους πλέον πιο διαδεδομένους πολιτικούς όρους του 21ου αιώνα, ενώ η εκτεταμένη χρήση του προκαλεί σύγχυση και αναστάτωση ως προς την βαθύτερη κατανόηση του από το ευρύ κοινό. Ο ενδεχομένως επικρατέστερος ορισμός, μεταξύ πολλών άλλων, στην σύγχρονη βιβλιογραφία της πολιτικής επιστήμης δόθηκε από τον επιφανή πολιτικό επιστήμονα και ειδικό σε θέματα λαϊκισμού και ακροδεξιών κομμάτων, Cas Mudde.
Ο εν λόγω ακαδημαϊκός επιδίδεται σε έναν εννοιολογικό ορισμό του λαϊκισμού, σε μία ιδεατή προσέγγιση, η οποία, όπως αναφέρει και ο ίδιος, δύναται να εξηγήσει πληρέστερα το φαινόμενο δίχως να υπονομεύσει τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες, ενώ ταυτόχρονα προάγει την περαιτέρω μελέτη του φαινομένου. Σύμφωνα με τον Mudde ο λαϊκισμός είναι μία «αβαθής ιδεολογία» (thin-centred ideology), η οποία διαχωρίζει την κοινωνία σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα που τα συμφέροντα τους δεν δύνανται ποτέ να συγκλίνουν, τον «αγνό λαό» και την «διεφθαρμένη ελίτ», ενώ η ιδεολογία αυτή στηρίζει ότι ιδανικά η πολιτική οφείλει να εκφράζει τη γενική βούληση του λαού (Mudde, 2004, σ. 543-547). Ο λαϊκισμός, εν προκειμένω, ορίζεται επί τούτου ως «αβαθής ιδεολογία» διότι έτσι φωτίζεται η ευπλαστότητα του φαινομένου σε πληθώρα περιστάσεων, χωρών και ιδεολογιών. Τουτέστιν, ο λαϊκισμός φαίνεται να είναι πάντα προσκολλημένος ή και να αφομοιώνεται σε έτερα ιδεολογικά στοιχεία, τα οποία είναι ελκυστικά για την προώθηση των λαϊκιστικών πολιτικών σχεδίων στο ευρύ κοινό και, κατ’ επέκταση, δύναται να λάβει πολλαπλές μορφές.
Η ακαδημαϊκή συνεισφορά ενός τόσο επαρκούς εννοιολογικού αλλά και επισταμένως περιεκτικού ορισμού είναι πολυσήμαντη. Πιο συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη το φαινόμενο του λαϊκισμού ως μία ιδεολογία με «χαμαιλεοντική» φύση, όπως αναφέρει ο Paul Taggart (Taggart, 2000), υπό την έννοια ότι εμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές και τόπους, αλλά πάντοτε συγκροτείται από πτυχές του περιβάλλοντός της που συντονίζονται ή αντηχούν στον «λαό», γεννάται το εύλογο ερώτημα: πώς εξηγούνται οι επί μέρους ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του λαϊκισμού; Συνεπώς, ποια η διαφορά ενός αριστερού και ενός δεξιού λαϊκισμού;
Στο πλαίσιο του προηγούμενου ερωτήματος, την απάντηση παρέχουν οι Mudde και Kaltwasser στο άρθρο τους με τίτλο Exclusionary Vs. Inclusionary Populism: Comparing Contemporary Europe and Latin America. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα πρώτα δείγματα αριστερού λαϊκισμού εντοπίζονται γύρω στην δεκαετία του 1940 και εντεύθεν στην Λατινική Αμερική. Εν αντιθέσει, το φαινόμενο του λαϊκισμού στην Γηραιά Ήπειρο φαίνεται να κάνει την εμφάνιση του κατά την δεκαετία του 1980, αναδυόμενο ως ιδεολογικό στοιχείο των λεγόμενων «ριζοσπαστικών δεξιών κομμάτων» (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 155).
Η ουσιαστική διαφοροποίηση που εντοπίζεται μεταξύ των δύο φαινομένων έγκειται στο γεγονός ότι η ύστερη ενέχει κατεξοχήν «συμπεριληπτικά» χαρακτηριστικά (inclusionary populism), ενώ η προγενέστερη «αποκλειστικά» χαρακτηριστικά (exclusionary populism). Με απλά λόγια, στον πυρήνα των αριστερών λαϊκιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής – όπως το United Socialist Party of Venezuela (PSUV) του Τσάβεζ – βρίσκεται η ιδέα της συμπερίληψης αποκλεισμένων τμημάτων της κοινωνίας. Αντίθετα, στον πυρήνα του δεξιού ευρωπαϊκού λαϊκισμού – όπως το National Front (FN) της Λεπέν – βρίσκεται η ιδέα του αποκλεισμού ορισμένων τμημάτων της κοινωνίας (όπως των μεταναστών), για την προάσπιση των συμφερόντων των γηγενών (Mudde & Kaltwasser, 2013).
Σύμφωνα με τους Mudde και Kaltwasser η ανάλυση του λαϊκισμού διαρθρώνεται σε τρεις διακριτές διαστάσεις: την «Υλική», την «Πολιτική» και τη «Συμβολική» διάσταση. Οι τρεις αυτές διαστάσεις συνθέτουν τους κύριους παράγοντες που διαφοροποιούν τον λαϊκισμό όταν αυτός συμβιώνει είτε με αριστερά, είτε με δεξιά ιδεολογικά στοιχεία σε όλο το φάσμα της ιστορίας του.
Με τον όρο «Υλική» διάσταση εννοείται η διανομή ή μη των κρατικών πόρων, οικονομικών και μη, σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Έτσι, τα λαϊκιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής διαχρονικά εκφράζουν την «συμπεριληπτική» υλική διάσταση, μέσω της οποίας μερικές κοινωνικές ομάδες επιλέγονται ως αυτές που θα ευνοηθούν περισσότερο από τους κρατικούς πόρους σε σχέση με άλλες. Συνήθως επιλέγονται ομάδες που έχουν κριθεί ως αδικημένες ή αναξιοπαθούσες, δηλαδή άνθρωποι κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 158). Αξίζει να σημειωθεί δε, πως τέτοιες πολιτικές πρακτικές συνδέονται άρρηκτα και με τις πελατειακές σχέσεις στα πλαίσια ενός κράτους, ένα φαινόμενο που συναντάται σε τόπους με συμπεριληπτικό λαϊκισμό (Šumah, 2025). Εν αντιθέσει, ο ευρωπαϊκός αποκλειστικός λαϊκισμός, ο οποίος δραστηριοποιείται σε πιο ανεπτυγμένα κράτη, με εξελιγμένα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας , όπου τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα απολαμβάνουν τα οφέλη της κρατικής φροντίδας και μέριμνας, διαφέρει από αυτόν της Λατινικής Αμερικής. Στην Ευρώπη, ο λαϊκισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον λεγόμενο «Σοβινισμό Ευημερίας» (Welfare Chauvinism) (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 160). Πρόκειται για την αντίληψη ότι οι κρατικές παροχές πρόνοιας και τα κοινωνικά οφέλη οφείλουν να περιορίζονται ή να θέτουν ως βασική προτεραιότητα τους ιθαγενείς πολίτες μίας χώρας, και τρόπον τινά να αποκλείουν τους μετανάστες από την διαδικασία (Careja & Harris, 2022).
Επιπροσθέτως, αναφορικά με την «Πολιτική» διάσταση του ζητήματος, αναφέρεται η υπέρ-εκπροσώπηση ή η υπό-εκπροσώπηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Έτσι, η «ριζοσπαστική δημοκρατία», ένα είδος άκρως συμμετοχικής δημοκρατίας, έχει τεθεί ως το ιδανικό που επιδιώκεται στην από τα λαϊκιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής. Εκεί, ο συμπεριληπτικός λαϊκισμός έχει ως πρωτεύον στόχο να ευνοήσει, σε όρους πολιτικής εκπροσώπησης, κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν «φωνή» ή είναι θύματα κοινωνικής διάκρισης από το κατεστημένο (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 162). Τουναντίον, στην Ευρώπη του αποκλειστικού λαϊκισμού συναντάται η πολιτική επιθυμία για μία πιο αντιπροσωπευτική δημοκρατία που να λειτουργεί με όρους μεγαλύτερης ανταπόκρισης προς τους γηγενείς. Υπό αυτήν την έννοια, τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα της Ευρώπης ενίοτε ασκούν συμπεριληπτική πολιτική προς τους γηγενείς, αλλά με αποκλειστικούς όρους προς τους μετανάστες (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 163).
Τέλος, όσον αφορά την «Συμβολική» διάσταση, περιγράφεται το συμβολικό υπόστρωμα του λόγου που έχουν τα λαϊκιστικά κόμματα. Σε αυτή την διάσταση παρατηρείται μία σύγκλιση στρατηγικής των δύο τύπων λαϊκισμού, με την χρήση τόσο συμπεριληπτικών όσο και αποκλειστικών πτυχών του, απλώς σε διαφορετικά πλαίσια. Έτσι, οι λαϊκιστές ηγέτες της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Μοράλες της Βολιβίας και ο Τσάβες της Βενεζουέλας, όταν αναφέρονται στην αφηρημένη έννοια «λαός», συμπεριλαμβάνουν ένα μεγάλο αλλά ασαφές πλήθος της κοινωνίας. Ο στόχος της συμπερίληψης είναι ακριβώς η ανάδειξη των αδικημένων και καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων έναντι μίας ιδιοτελούς ελίτ. Συνεπώς, συντελείται και μία, τρόπον τινά, απόκλιση της ελίτ από τον υπερασπιζόμενο «λαό» (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 164-165). Παρομοίως, στην Ευρώπη, παρατηρούμε ηγέτες, όπως η Λε Πεν της Γαλλίας, να αναφέρονται στον «απλό-καθημερινό άνθρωπο». Σε αυτή την ομαδοποίηση συμπεριλαμβάνεται και εδώ ένα μεγάλο και ασαφές πλήθος ανθρώπων. Ωστόσο, ο χαρακτήρας της ομάδας αυτής ορίζεται κατεξοχήν από την «αποκλειστική» του φύση. Τουτέστιν, τους εμπεριέχει όλους, εκτός από την ελίτ και τους διανοούμενους, δηλαδή όσους δεν μπορούν να συγχρονιστούν με τον παλμό και τις αγωνίες του καθημερινού ανθρώπου. Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, παρατηρούνται και λογικές αποκλεισμού των μη-γηγενών πληθυσμών υπό το πρίσμα της πολιτισμικής διαφορετικότητας και ασυμβατότητας (Mudde & Kaltwasser, 2013, σ. 166).
Επιπρόσθετα, και υιοθετώντας μια συνθετική σκέψη επί της βιβλιογραφίας, μπορεί να ειπωθεί πως η βασική τομή μεταξύ του «συμπεριληπτικού» και του «αποκλειστικού» λαϊκισμού έγκειται ακριβώς στην υποβόσκουσα λογική που θεμελιώνει τα αριστερά κόμματα της Λατινικής Αμερικής μεν, και αυτά της ριζοσπαστικής δεξιάς της Ευρώπης δε. Ο «συμπεριληπτικός» λαϊκισμός θεμελιώνεται σε μία αξιακή και ταξική θεώρηση των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία ορισμένες κοινωνικές ομάδες αδικούνται από την ιδιοτελή ελίτ και, κατ’ επέκταση, πρέπει να ευνοηθούν και να εκπροσωπηθούν περαιτέρω (Oxhorn, 1998). Ενώ αντίθετα, η λογική του «αποκλειστικού» λαϊκισμού εμπεριέχει κατεξοχήν πολιτισμικά και εθνικιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι γηγενείς πληθυσμοί της εκάστοτε χώρας πλήττονται ή αμελούνται εξαιτίας του ειδικού βάρους που λαμβάνουν οι μετανάστες, οι οποίοι κατ’ επέκταση πρέπει εν μέρει να αποκλειστούν από τα πλεονάζοντα κοινωνικά τους προνόμια (Inglehart & Norris, 2016, 2019).
Κλείνοντας, στον απόηχο των καταιγιστικών νικηφόρων αποτελεσμάτων των λαϊκιστικών κομμάτων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, κρίνεται σκόπιμο σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, να κατανοήσουμε βαθύτερα τα φαινόμενα του λαϊκισμού. Η σύγκριση του συμπεριληπτικού και του αποκλειστικού λαϊκισμού αναδεικνύει εμφατικά τις θεμελιώδεις διαφορές στις αξιακές, ταξικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις τους, καθώς και τις πιθανές συνέπειες τους για τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Βιβλιογραφία
Βιβλία
Mudde, C., & Kaltwasser, C. R. (2017). Populism: A very short introduction. Oxford University Press.
Norris, P., & Inglehart, R. (2019). Cultural Backlash: Trump, Brexit, and Authoritarian Populism. Cambridge: Cambridge University Press.
Taggart, P. (2000), Populism. Buckingham: Open University Press.
Επιστημονικά άρθρα
Careja, R., & Harris, E. (2022). Thirty years of welfare chauvinism research: Findings and challenges. Journal of European Social Policy, 32, 212 – 224. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1177/09589287211068796.
Inglehart, R. F., & Norris, P. (2016). Trump, Brexit, and the rise of populism: Economic have-nots and cultural backlash (Faculty Research Working Paper Series RWP16-026). Harvard Kennedy School. Διαθέσιμο σε: https://ssrn.com/abstract=2818659
Mudde, C. (2004). The populist zeitgeist. Government and opposition, 39(4), 541-563. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1111/j.1477-7053.2004.00135.x
Mudde, C., & Rovira Kaltwasser, C. (2013). Exclusionary vs. Inclusionary Populism: Comparing Contemporary Europe and Latin America. Government and Opposition, 48(2), 147–174. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/gov.2012.11
Oxhorn, P. (1998). The Social Foundations of Latin America’s Recurrent Populism: Problems of Popular Sector Class Formation and Collective Action. Journal of Historical Sociology, 11, 212-246. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1111/1467-6443.00061.
Šumah, Š. (2025). Populism and political corruption. International Journal of Social Sciences Perspectives. 16 (1), 13-21. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.33094/ijssp.v16i1.2303.
Πηγή εικόνας
Kuchman, B. (2025). Illustration [Figure, source images via Getty Images and AP]. In Opinion | Populists Are Gaining Power and Keeping It. What Comes Next? POLITICO Magazine. Διαθέσιμο σε: https://www.politico.com/news/magazine/2025/04/13/trump-populism-europe-us-00287198
