Γράφει η Γεωργιακάκη Ελένη
Η διαπραγμάτευση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας μας. Διαπραγματευόμαστε πάντοτε, ειδικά όταν βρισκόμαστε σε πιο δυσχερή θέση. Όταν η διαδικασία αυτή μεταφέρεται στη διεθνή σκηνή τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Στα πλαίσια της διεθνούς αναρχίας όπου απουσιάζει μια παγκόσμια κεντρική εξουσία, η διαπραγμάτευση φαίνεται να αποτελεί το πιο «βαρύ» όπλο στα χέρια των λαών. Συγκεκριμένα, η διαπραγματευτική ισχύς δεν αποτελεί μια απλή επικοινωνιακή δεξιότητα, αλλά ένα σημαντικό στρατηγικό εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διαπραγμάτευση είναι η γέφυρα ανάμεσα στην στρατιωτική ισχύ και την διπλωματική αποτελεσματικότητα, καθώς μέσω αυτής τα κράτη μπορούν να μετατρέπουν την ισχύ τους σε απτά αποτελέσματα, να μειώνουν το κόστος σύγκρουσης και κυρίως να διασφαλίζουν πιο σταθερές και μακροχρόνιες σχέσεις συμβίωσης μεταξύ τους (Kissinger,1994).
Μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες σύγχρονης διπλωματίας υπήρξε ο Henry Kissinger, ο οποίος ως πρωτοπλάστης της Realpolitik αντιμετώπιζε τη διαπραγμάτευση όχι ως ηθική σταυροφορία, αλλά ως μια ψυχρή άσκηση ισορροπίας (Isaacson, 1992). Βασικό στοιχείο της διαπραγματευτικής του προσέγγισης είναι η «ρεαλιστική» διαπραγμάτευση. Η έννοια της «ρεαλιστικής» διαπραγμάτευσης, όπως προτείνεται από τον Kissinger, είναι μια προσέγγιση που βασίζεται στο πλαίσιο και είναι βαθιά διαμορφωμένη από τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών και όχι από ιδεολογίες σχετικά με το ρόλο της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Η προσέγγιση του δίνει έμφαση στη συνεργασία σε τομείς όπου αυτή είναι εφικτή (Sebenius et al., 2018). Αυτή η ρεαλιστική προσέγγιση στοχεύει στην εξεύρεση ενός στοιχείου που και οι δύο πλευρές θεωρούν επαρκές προς το συμφέρον τους να υιοθετήσουν, το οποίο είναι η ουσία της διαπραγμάτευσης. Η προσέγγιση του Kissinger βασίζεται, λοιπόν, στην έννοια των συμφερόντων, η οποία μπορεί να εκφραστεί με ακριβείς συμφωνίες που αντικατοπτρίζουν αμοιβαία συμφέροντα και όχι με περιστασιακές σχέσεις, δημιουργώντας έτσι μια ισορροπία δυνάμεων( Kissinger, 1994).
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η προσέγγιση του Kissinger διαφέρει από πολλές τρέχουσες μελέτες, όπως, για παράδειγμα, τις σύγχρονες συμπεριφορικές έρευνες. Πιο συγκεκριμένα, οι σύγχρονες συμπεριφορικές έρευνες τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στις επιπτώσεις στα διαπραγματευτικά αποτελέσματα «της μεταβολής ενός παράγοντα στο τραπέζι κάθε φορά, διατηρώντας όλα τα άλλα σταθερά». (Sebenius et al., 2018). Από την άλλη μεριά, ο Kissinger τονίζει τη στενότητα και τους πρακτικούς περιορισμούς αυτής της άποψης, δηλώνοντας ότι η διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο την πειστικότητα του επιχειρήματος, αλλά και την ίδια τη διαδικασία διαπραγμάτευσης (Sebenius et al., 2018).
Αναλυτικότερα, ο Kissinger θεωρεί ότι το μυστικό των διαπραγματεύσεων είναι η σχολαστική προετοιμασία. Βασική ικανότητα του είναι να σμικρύνει (“zoom out”) σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Παράλληλα, τακτικά μεγεθύνει (“zoom in”) κάθε έναν από τους αντιπάλους του, παρέχοντας εξαιρετικά προσαρμοσμένες πολιτιστικές και προσωπικές γνώσεις (Sebenius et al., 2018). Κάνει zoom in για να προετοιμαστεί, φαντάζεται μια συμφωνία-στόχο και ένα προσωρινό σχέδιο, αποκτά μια ρεαλιστική κατανόηση της ισορροπίας συμφωνίας/μη συμφωνίας και συχνά κάνει κομβικά βήματα για να γείρει αυτή την ισορροπία υπέρ του (Sebenius et al., 2018). Δίνει, λοιπόν, προτεραιότητα στην ανάπτυξη προσωπικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων με τους ομολόγους του, παρά τη διατήρηση του εθνικού συμφέροντος. Για αυτόν τον λόγο, έχτισε ένα μεγάλο δίκτυο σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων, Τύπου, τηλεοπτικών προσωπικοτήτων, πολιτιστικών προσωπικοτήτων και ακαδημαϊκών, το οποίο επεκτάθηκε πέρα από τα επίσημα κανάλια και αποδείχθηκε ένα τρομερό πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις (Kissinger, 1994). Έτσι η ανεπίσημη επικοινωνία μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από τις δημόσιες, επιτρέποντας ευρύτερη εξερεύνηση και αποτρέποντας την αντιπολίτευση.
Η γοητεία και το προσωπικό στυλ του Kissinger, τα οποία περιλάμβαναν ευφυή τεχνάσματα είναι ύψιστης σημασίας. Η γοητεία του χαρακτηριζόταν από κολακεία και οικειότητα, με έναν αέρα ελαφριάς αδιακρισίας και προσωπικής εμπιστοσύνης. Ο Kissinger λέγεται ότι ήταν ένας «χαμαιλέοντας», «ρίχνοντας τα λόγια, τις πράξεις, τα αστεία και το στυλ του για να προσελκύσει τους συνομιλητές του της στιγμής» (Sebenius et al., 2018). Στο ερώτημα αν η στάση του αποτελεί γνήσια ενσυναίσθηση ή διπροσωπία, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι οι ίδιοι διαπραγματευτές συναντιούνται ξανά και ξανά. Η ικανότητά τους, όμως, να συναλλάσσονται μεταξύ τους υπονομεύεται εάν ένας διπλωμάτης αποκτήσει φήμη υπεκφυγής ή διπροσωπίας. (Isaacson,1992). Για αυτόν τον λόγο είναι ύψιστης σημασίας η κατανόηση της δυναμικής των διαπραγματεύσεων, δηλαδή οι αβεβαιότητες και τα άυλα στοιχεία που συναντώνται σε μια διαπραγμάτευση. Ο Kissinger συχνά περνούσε την πρώτη συνεδρία μιας διαπραγμάτευσης εκπαιδεύοντας τον εαυτό του, εστιάζοντας στην κατανόηση των άυλων στοιχείων της θέσης του συνομιλητή και μετρώντας το εύρος και τα όρια των πιθανών παραχωρήσεων. Όπως υποστηρίζει, δεν είναι επωφελές να γίνονται μετριοπαθείς προσφορές. Αντίθετα, προτείνει ένα σημείο εκκίνησης πολύ πιο ακραίο από αυτό που κάποιος είναι πρόθυμος να δεχτεί, καθώς όσο πιο εξωφρενική είναι η αρχική πρόταση, τόσο καλύτερες είναι οι πιθανότητες ενός συμβιβασμού (Sebenius et al., 2018). Προειδοποιεί ωστόσο, για τον κίνδυνο ακραίων απαιτήσεων, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε προοδευτική αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Η επίτευξη συμφωνιών συχνά απαιτεί χρόνο και επιμονή, τονίζοντας τη σημασία της ταχύτητας στις διαπραγματεύσεις, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε ταχεία ολοκλήρωση ή στασιμότητα (Isaacson, 1992).
Μια από τις πιο γνωστές τακτικές του Kissinger για να πλησιάσει τις πλευρές ήταν η «διπλωματία του πηγαινοέρχομαι» (shuttle diplomacy) όπου εκείνος και η ομάδα του πραγματοποιούσαν συνεχείς μετακινήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, μεταφέροντας προτάσεις και μηνύματα, τα οποία συχνά αναδιαμόρφωναν, ώστε να κάμψουν τις αντιστάσεις και να διευκολύνουν την επίτευξη συμφωνίας. (Sebenius et al., 2018). Η μέθοδος του «shuttle» του Kissinger περιλάμβανε έναν τρίτο μεσολαβητή που διαπραγματευόταν μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, συχνά χωρίς απευθείας διαπραγματεύσεις. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε στις συνομιλίες της Dayton για τη λήξη του Βοσνιακού πολέμου (Sebenius et al., 2018). Ξεχωριστές συναντήσεις με τους εμπλεκόμενους μπορούν να βοηθήσουν τους μεσολαβητές να κατανοήσουν τα ενδιαφέροντα, να μεταφέρουν προτεραιότητες και να διαμορφώνουν προτάσεις. Τα λεγόμενα «shuttles» μπορούν να επηρεάσουν, να διαχωρίσουν και να απορροφήσουν επικοινωνίες, φέρνοντας πιο κοντά τις πλευρές. Ακόμα, μπορούν να είναι επωφελή για τη δημιουργία κινήτρου και την προώθηση επείγουσας ανάγκης στις διαπραγματεύσεις. Η δημοσιότητα και η ταχύτητα των αποστολών του Kissinger ενίσχυσαν τους διαπραγματευτές, κάνοντας πιο πιθανές τις τελευταίας στιγμής επιτυχίες. Για παράδειγμα, η παρουσία ενός μεσολαβητή υψηλού επιπέδου από τις Ηνωμένες Πολιτείες θέτει μια προθεσμία και μια επείγουσα ανάγκη.
Επί τω έργω, οι δημόσιες και ορατές διαπραγματεύσεις του Kissinger συχνά περιλάμβαναν μυστικές διαδικασίες, επιτρέποντάς του να κινηθεί γρήγορα και να αποφύγει την αντιπολίτευση από εγχώριες, πολιτικές, νομοθετικές, γραφειοκρατικές ή ξένες πηγές. Για παράδειγμα, η συγκέντρωση της διαδικασίας στον Λευκό Οίκο επέτρεψε στον Kissinger να κινηθεί γρήγορα και να παρουσιάσει τις συμφωνίες ως τετελεσμένο γεγονός (Sebenius et al., 2018). Ωστόσο, η μυστικότητα, ο συγκεντρωτισμός και η προσωπική κυριαρχία έφεραν, επίσης, κόστος και κινδύνους, όπως πιθανή ανακάλυψη και καταγγελία, ντροπή και οργή των μερών και ταπείνωση βασικών συμμάχων των ΗΠΑ εάν τυφλώνονταν από ειδήσεις συνομιλιών ή συμφωνιών. Αν και οι μυστικές διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να παραβιάσουν τη διαφάνεια, τη δημοκρατική λογοδοσία και τη νομιμότητα, όπως αναφέρεται στα Δεκατέσσερα Σημεία του Προέδρου Woodrow Wilson, η πρόοδος μπορεί να παρεμποδιστεί εάν οι πραγματικές συζητήσεις πραγματοποιηθούν δημόσια (Sebenius et al., 2018). Αυτή όμως η τακτική λειτούργησε, ενδεικτικά, το 1971 και το 1972 αυτές οι μέθοδοι παρήγαγαν την επανάσταση SALT, όπου υπογράφηκαν οι πρώτες συμφωνίες ελέγχου των πυρηνικών όπλων, μειώνοντας τον κίνδυνο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος (Grandin,2015). Επίσης, μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (1973), ο Kissinger μετρίασε την επιρροή των Σοβιετικών από την περιοχή και έθεσε τις βάσεις για την ειρήνη μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Τέλος, το άνοιγμα στην Κίνα το οποίο αποτέλεσε, ίσως, την πιο ευφυή κίνηση της καριέρας του, όπου μέσω της διαπραγμάτευσης «διέλυσε» το κομμουνιστικό μπλοκ, φέρνοντας το Πεκίνο κοντά στην Ουάσιγκτον και απομονώνοντας τη Σοβιετική Ένωση (Grandin, 2015).
Από την άλλη μεριά όμως, η πορεία του Kissinger έχει και πολλά μελανά σημεία. Η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι η εστίαση του στη σταθερότητα και τη Realpolitik συχνά γινόταν με βαρύ ηθικό τίμημα. Αναλυτικότερα, ο Christopher Hitchens κατηγορεί τον Kissinger για εγκλήματα πολέμου, όπως τους μυστικούς βομβαρδισμούς στην Καμπότζη και τη στήριξη του πραξικοπήματος στη Χιλή, δηλώνοντας ρητά ότι η στρατηγική του θυσίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα στον βωμό των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων (Hitchens, 2001). Επιπλέον, ιστορικοί όπως ο Greg Grandin υποστηρίζουν ότι η εποχή του Kissinger βασίζεται σε μια κουλτούρα εξαιρετικής μυστικότητας και παρεμβατισμού, η οποία επηρέασε αρνητικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική για δεκαετίες. Έτσι, η διαπραγματευτική ισχύς του Kissinger, ενώ πέτυχε τη μείωση της έντασης μεταξύ των υπερδυνάμεων, κατηγορείται ότι αγνόησε τα πιο μικρά έθνη, αντιμετωπίζοντάς τα ως απλά πιόνια σε μια παγκόσμια σκακιέρα(Grandin,2015).
Συμπερασματικά, ο Henry Kissinger δεν υπήρξε απλώς ένας Υπουργός Εξωτερικών, αλλά ο αρχιτέκτονας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές του Ψυχρού Πολέμου. Η διαπραγματευτική του πολιτική ήταν τόσο καταλυτική, που πολλοί αναλυτές μιλούν για μια εποχή που επαναπροσδιόρισε τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο. Κατά την διάρκεια της θητείας του, επηρέασε καθοριστικά τις σχέσεις των συμμαχιών, ενδεικτικά με το Άνοιγμα στην Κίνα και τις συμφωνίες SALT. Ο Kissinger αναδιαμόρφωσε χαρακτηριστικά και τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Με βασική πτυχή τη συγκέντρωση όλης της διαπραγματευτικής ισχύς στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, συγκρότησε μια αμερικανική διπλωματία ταχύτερη, πιο μυστική και πιο συγκεντρωτική και για αυτό κρίθηκε σκληρά!
Βιβλιογραφία:
Grandin, G. (2015). Kissinger’s shadow: The long reach of America’s most controversial statesman. Metropolitan Books.
Hitchens, C. (2001). The trial of Henry Kissinger. Verso.
Isaacson, W. (1992). Kissinger: A biography. Simon & Schuster.
Kissinger, H. (1994). Diplomacy. Simon & Schuster.
Sebenius, J. K., Burns, N., & Mnookin, R. H. (2018). Kissinger the negotiator: Lessons from dealership at the highest level. Harper Business.
Πηγή εικόνας:
Χένρι Κίσινγκερ: Έφυγε ο αμφιλεγόμενος, κυνικός μάγος της διπλωματίας που σημάδεψε τον 20ο αιώνα. (2023) Πρώτο Θέμα. Διαθέσιμο σε: https://www.protothema.gr/stories/article/1441111/henri-kisinger-o-amfilegomenos-kunikos-magos-tis-diplomatias-pou-simadepse-ton-20o-aiona/
