Γράφει η Καραμπατζάκη Ευστρατία
Η θεωρία της αποτροπής, επιστρατεύεται συχνά από διεθνολόγους και δημοσιολόγους στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν τον τρόπο λειτουργίας των κρατών και την πορεία της διεθνούς πολιτικής. Η θεωρία της αποτροπής θεμελιώθηκε από τον Thomas Schelling ο οποίος επηρεαζόμενος από το έντονα ανταγωνιστικό κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, αντιλήφθηκε πως το κόστος του αναθεωρητισμού και της επιθετικότητας από την πλευρά ενός κράτους, είναι μεγαλύτερο από το κόστος διατήρησης της ισορροπίας ισχύος. (Center for International Relations and International Security, n.d.). Σύμφωνα με τον ορισμό του Κουσκουβέλη (2004, σελ. 421), αποτροπή (deterrence) είναι η δυνατότητα ενός κράτους να αποκλείει την μη επιθυμητή για αυτό δράση ενός άλλου κράτους” (Κουσκουβέλης, 2004, σελ 421). Συνολικά, η αποτροπή συνίσταται στη διατήρηση της εκάστοτε υπάρχουσας ισορροπίας μεταξύ δύο κρατικών δρώντων, καθώς η μεταβολή του γεωπολιτικού σκηνικού από την μεριά του ενός θα οδηγήσει τον δεύτερο στο να επιστρατεύσει μέσα εξαναγκασμού ή αντίποινα που θα πλήξουν τον αναθεωρητικό δρώντα.
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η θεωρία της αποτροπής, τα κράτη οφείλουν να συντρέχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις. Πρωτίστως θα πρέπει οι κρατικοί ιθύνοντες που εμπλέκονται στην ισορροπία ισχύος να λειτουργούν ορθολογικά. Εδώ έγκειται και η όποια κριτική έχει δεχθεί η θεωρία της αποτροπής πως δηλαδή στέκεται ανίκανη να συμπεριλάβει τρομοκράτες καθώς εκλείπει ο ορθολογικός τρόπος δράσης. Επιπλέον, θα πρέπει και η χώρα Α που απειλεί με επιβολή τιμωρίας να καθίσταται ικανή να εφαρμόσει το δόγμα με το οποίο απειλεί, ενώ η χώρα Β να είναι επίσης ικανή να αποτολμήσει την συγκεκριμένη δράση από την οποία απειλείται ελλείψει απειλής. Δηλαδή ο αναθεωρητισμός της χώρας Β θα πρέπει να είναι αυτόβουλος και όχι να έρχεται εκ των υστέρων των απειλών της χώρας Α. (Bull & Watson, 1984, σελ 159). Επιπροσθέτως, η χώρα Β θα πρέπει να πιστεύει πως η χώρα Α έχει και την ικανότητα και την βούληση να πραγματοποιήσει την απειλή της και γι’ αυτό τον λόγο αποφασίζει να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις της. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει η απειλή που λαμβάνει χώρα να χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία (credibility). Θα πρέπει η χώρα που απειλεί να εκτοξεύει απειλές που μπορεί να υλοποιήσει, να έχει δηλαδή την στρατηγική ικανότητα και ετοιμότητα (εξοπλισμοί, συστήματα, συμμαχίες, οικονομική δυνατότητα επιβολής κυρώσεων) για ό,τι δεσμεύεται και να έχει και την θέληση να επιδείξει την ισχύ της (willingness). Και όπως αναφέραμε και προηγουμένως να επικοινωνεί με διαύγεια την ικανότητά της να δράσει απειλητικά (communication) (Center for International Relations and International Security, n.d.).
Κεφάλαιο της θεωρίας της αποτροπής αποτελεί η πυρηνική αποτροπή και η αμοιβαία πυρηνική αποτροπή. Επί της ουσίας, η πυρηνική αποτροπή περιγράφει την κατάσταση όπου ένα κράτος δεν επιτίθεται σε ένα άλλο κράτος που κατέχει πυρηνικό οπλοστάσιο και τεχνολογία, ακριβώς επειδή το δεύτερο μπορεί να κάνει χρήση της πυρηνικής του υπεροχής. Αντιστοίχως, η αμοιβαία πυρηνική αποτροπή περιγράφει την κατάσταση όπου δύο δυνάμεις ή δύο ομάδες δυνάμεων αποτρέπονται αμοιβαίως από μία εσκεμμένη πυρηνική επίθεση με την απειλή πυρηνικής ανταπόδοσης (Κουσκουβέλης, 2004, σελ. 427). Η θεωρία αυτή αφορά περιορισμένο αριθμό κρατών καθώς οι χώρες που διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο είναι οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα, το Πακιστάν, η Ινδία και το Ισραήλ. Το Ιράν διατηρώντας ασάφειες περί πυρηνικού προγράμματος, αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση για την παγκόσμια βιβλιογραφία. Ιστορικά κοιτώντας την πυρηνική αποτροπή, αναπτύχθηκε το δόγμα της Αμοιβαίας Βέβαιης Αποτροπής (Mutually Assured Destruction). Για να ισχύσει το εν λόγω δόγμα, πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο δυνάμεις οπλισμένες αμφότερες με πυρηνικό εξοπλισμό. Ακόμη και εάν η ισχύς του ενός εκ των δύο είναι τεράστια, δεν θα επιχειρήσει να επιτεθεί με πυρηνικά στο αντίπαλό του. Κι αυτό γιατί η ανταπόδοση πυρών από τον αμυνόμενο θα είναι το λιγότερο καταστροφική και το περισσότερο αφανιστική για τον πληθυσμό του. Εν ολίγοις, το εν λόγω δόγμα, αναφέρει πως αν δύο αντίπαλες πυρηνικές δυνάμεις μπορούν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά η μία την άλλη, τότε καμία δεν θα ξεκινήσει πρώτη πυρηνικό πόλεμο. Αποτέλεσμα του δόγματος είναι η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης χωρίς όμως προφανώς να λύνονται οι συγκρούσεις και τα διακρατικά ζητήματα.
Η εφαρμογή της θεωρίας της πυρηνικής αποτροπής στην περίπτωση των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ιράν παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες, καθώς δεν υφίσταται πλήρης συμμετρία πυρηνικής ισχύος. Σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο της Mutually Assured Destruction, όπου δύο πυρηνικές δυνάμεις αποτρέπουν η μία την άλλη μέσω της βεβαιότητας αμοιβαίας καταστροφής, το Ιράν δεν διαθέτει επιβεβαιωμένο πυρηνικό οπλοστάσιο. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Kenneth Waltz, ακόμη και η πιθανότητα απόκτησης πυρηνικών όπλων μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά, επηρεάζοντας τη στρατηγική συμπεριφορά των αντιπάλων (Waltz, 1981, σελ 1-32). Παράλληλα, ο Scott Sagan υπογραμμίζει ότι η διάδοση πυρηνικών αυξάνει τον κίνδυνο αστάθειας, ιδίως σε περιοχές με έντονες γεωπολιτικές εντάσεις. Στην περίπτωση ΗΠΑ–Ιράν, η αποτροπή δεν βασίζεται σε μια σταθερή πυρηνική ισορροπία, αλλά σε έναν συνδυασμό συμβατικής στρατιωτικής ισχύος, οικονομικών κυρώσεων και της στρατηγικής αβεβαιότητας που δημιουργεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, γεγονός που οδηγεί σε μια μορφή ασύμμετρης και εύθραυστης αποτροπής (Waltz & Sagan, 2013, 11-24).
Στην πραγματικότητα, η ασάφεια γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμά του λειτουργεί υπέρ του καθώς το Ιράν δεν διαθέτει επιβεβαιωμένο πυρηνικό οπλοστάσιο, γεγονός που καθιστά σε εγρήγορση τους αντιπάλους του σχετικά με το πραγματικό μέγεθος της περιφερειακής δύναμής του. Επίσης, το καθιστά έναν ιδιαίτερα επικίνδυνο δρώντα για την γειτονιά της Μέσης Ανατολής καθώς ακόμη και εάν οι εγκαταστάσεις ουρανίου ελέγχονται από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας και εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς ενεργειακής παραγωγής, αυτό δεν αποκλείει την δυνατότητα οπλοποίησής τους στην περίπτωση που πάψει να υφίσταται ο ειρηνικός χαρακτήρας του προγράμματος του Ιράν. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορούν να ερμηνευθούν μέσα από το πρίσμα της θεωρίας της αποτροπής, καθώς, παρά την έντονη κλιμάκωση των συγκρούσεων, δεν έχει γίνει χρήση πυρηνικών όπλων ούτε από τις περιφερειακές δυνάμεις ούτε από τις υπερδυνάμεις που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην περιοχή. Αντιθέτως, έχουν επιστρατευθεί στρατηγικές και διπλωματικές πιέσεις με σκοπό την αποκλιμάκωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι δημόσιες απειλές του Προέδρου της Αμερικής προς το Ιράν εάν δεν ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, με το Ιράν να απαντά με επικοινωνιακά προσαρμοσμένα μηνύματα, από τις πρεσβείες του, οι οποίες έκαναν το γύρο του διαδικτύου στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (Sikora & Bodnar, 2026).
Η θεωρία της αποτροπής αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά, γίνεται εύληπτη από το κοινό ακριβώς γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι συγκρίνοντας το κόστος της αντίδρασης με το κόστος της σιωπής, διατηρούν την υφιστάμενη κατάσταση. Τα κράτη γνωρίζουν πως η συνεχής αντίδραση και ο αναθεωρητισμός, ακόμη και αν υπάρχει η απαιτούμενη ισχύς για κάτι τέτοιο, ίσως να μην εισφέρει τα βέλτιστα. Πολλές φορές η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων στο Διεθνές σύστημα, και η εξεύρεση λύσεων μέσω της διπλωματίας και του διακρατικού διαλόγου αποφέρει καρπούς πολλαπλάσιους από αυτούς που θα εισέφερε η αναδιάταξη ισχύος. Ακόμη, η θεωρία της αποτροπής δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά με όρους Mutually Assured Destruction αλλά μεταλλάσσεται σε σχέση με τις συνθήκες του σήμερα. Επομένως, η αποτροπή μπορεί να αποτρέπει την άμεση σύγκρουση, ωστόσο δεν εγγυάται περιφερειακή σταθερότητα. Αυτό αποδεικνύεται από την ιδιόμορφη σχέση Ιράν και ΗΠΑ, καθώς επί χρόνια ακόμη και η ασάφεια γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν επηρεάζει την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια, με τα γεωπολιτικά συμφέροντα να κυριαρχούν στις κρατικές ατζέντες.
Βιβλιογραφία
Bull, H., & Watson, A. (Επιμ.). (1984). The Expansion of International Society. Oxford University Press.
Center for International Relations and International Security. (χ.χ.). Deterrence Theory in International Relations. Ανάκτηση April 29, 2026, από CIRIS: https://www.ciris.info/learningcenter/deterrence-theory/
Sikora , K., & Bodnar, J. (2026, Απρίλιος 23). Iran’s diplomats launch a meme war. Institute of Strategic Dialogue. Ανάκτηση από https://www.isdglobal.org/digital-dispatch/irans-diplomats-launch-a-meme-war/
Waltz, K. (1981). KThe Spread of Nuclear Weapons: More May Be Better (Τόμ. 21(171)). Adelphi Papers.
Waltz, K., & Sagan, S. (2013). The Spread of Nuclear Weapons: An Enduring Debate (τρίτη έκδοση εκδ.). W. W. Norton & Company.
Κουσκουβέλης, Η. Λ. (2004). Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις (Ε΄ Έκδοση εκδ.). Εκδόσεις Ποιότητα.
Πηγή φωτογραφίας: Liu/GT, Passing the Buck, Global Times, 05/05/2022
