Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Πόλεμος χωρίς μέτωπα, η στρατηγική της «εξέγερσης» και της «αντιεξέγερσης»

Γράφει η Μπλάνου Γλαύκη-Μαρία

Η εξέγερση (“insurgency”) αποτελεί εκείνο το φαινόμενο, το οποίο είναι άμεσα συνυφασμένο με την πολιτική αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας. Σύμφωνα με το δόγμα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (“North Atlantic Treaty Organization”, εφεξής ΝΑΤΟ), η εξέγερση παρουσιάζεται ως «η οργανωμένη προσπάθεια πολιτικής αλλαγής μέσω βίας και εξαναγκασμού, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή και τον έλεγχο του πληθυσμού» (ΝΑΤΟ, 2017, σ. 8). Αυτή η ιδιάζουσα μορφή σύγκρουσης δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με τον ανταρτοπόλεμο, καθώς ο τελευταίος έχει καταστεί μία βασική τακτική, στην οποία καταφεύγουν οι εξεγερμένοι, ώστε να πραγματώσουν τους σκοπούς τους. Στην πραγματικότητα, συνιστά μία επιχειρησιακή μέθοδο εντός του πλαισίου της εξέγερσης και δεν δύναται να θεωρηθεί ως ένα αυτόνομο μοτίβο συμπεριφοράς.

Ο ανταρτοπόλεμος – στον αντίποδα μίας συμβατικής ένοπλης σύγκρουσης, στην οποία αντιπαρατίθενται οργανωμένοι στρατοί με σαφώς καθορισμένα μέτωπα – διεξάγεται από ομάδες μικρότερου μεγέθους, ελλιπώς οργανωμένες και εξοπλισμένες. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για άτακτα μορφώματα, τα οποία επιδιώκουν να αντισταθμίσουν την στρατιωτική τους αδυναμία με ανορθόδοξες τακτικές, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον πολιτικό τους στόχο (Κολιόπουλος, 2000, σ. 2). Η διαχρονικότητα του ανταρτοπολέμου γίνεται ευκρινής, διότι από τις εξεγέρσεις της αρχαιότητας έως τα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα, οι θεμέλιες αρχές παραμένουν οι ίδιες· ευκινησία, αιφνιδιασμός, αποφυγή άμεσης σύγκρουσης και εκμετάλλευση των αδυναμιών του αντιπάλου. Οι πρακτικές των ανταρτών δεν έχουν μεταβληθεί άρδην με την πάροδο των αιώνων αναδεικνύοντας την φθορά ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την άσκηση στρατηγικής πίεσης (Κολιόπουλος, 2000, σ. 3-4). Αξίζει να επισημανθεί πως ο ανταρτοπόλεμος διαφέρει από την τρομοκρατία, επειδή αποσκοπεί στην βαθμιαία εξασθένιση της κρατικής ισχύος για την πολιτική επικράτηση και κυριαρχία (Κολιόπουλος, 2000, σ. 3).

Για τους εξεγερμένους, η επιβίωση προβάλλεται ως αδήριτη ανάγκη. Η άμεση κατάκτηση εδαφών, συνεπώς, είναι μία υπερφιλόδοξη επιθυμία, αν ληφθεί υπόψη η ανισορροπία δυνάμεων ανάμεσα σε εκείνους και σε έναν τακτικό στρατό σε συμβατικό πεδίο μάχης. Οι επιχειρήσεις σχεδιάζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι αντάρτες να μην εκτίθενται σε κίνδυνο και να προκαλούν φθορά στον αντίπαλο (Κολιόπουλος, 2000, σ. 8). Για αυτό τον λόγο, επιδίδονται σε παρατεταμένες συγκρούσεις, για να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου και να καταρρεύσει πολιτικά και στρατιωτικά (Stoker, 2019, σ. 12). Η μακροχρόνια αντιπαράθεση μετατρέπεται σε πλεονέκτημα για τους αντάρτες, διότι τα κράτη χάνουν την κοινωνική και πολιτική τους συνοχή μακροπρόθεσμα και όταν υφίστανται πιέσεις.

Ο ρόλος, παράλληλα, που διαδραματίζει το γεωγραφικό περιβάλλον στον ανταρτοπόλεμο είναι πρωτεύουσας σημασίας. Συγκεκριμένα, σε ορεινές, αγροτικές και δασώδεις περιοχές οι αντάρτες έχουν την δυνατότητα να πραγματοποιήσουν ελιγμούς δυσχεραίνοντας τις συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις (Κολιόπουλος, 2000, σ. 9). Τα δύσβατα εδάφη βοηθούν τους εξεγερμένους να αποφύγουν μία σύγκρουση σε μη ευνοϊκές συνθήκες και να επιτεθούν αιφνιδιαστικά την κατάλληλη, για εκείνους, στιγμή. Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, μία λαϊκή εξέγερση είναι περισσότερο επιτυχής, όταν λαμβάνει χώρα σε αχανές και δύσκολα προσβάσιμο έδαφος, επειδή ο αντίπαλος αδυνατεί, ενίοτε, να κατέχει τον έλεγχο (Κολιόπουλος, 2000, σ. 14). Τα ασφαλή καταφύγια, επίσης, συνιστούν μία παράμετρο πρωταρχικής σημασίας για τους αντάρτες, καθώς μπορούν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και, πρωτίστως, να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους (Stoker, 2019, σ. 12). Τα συστατικά στοιχεία των επιχειρήσεών τους είναι η ευελιξία και η αποκέντρωση. Δεν επιδιώκουν την στατική άμυνα, μετακινούνται γρήγορα σε μικρούς σχηματισμούς και, πριν αντιληφθεί και αντιδράσει ο αντίπαλος, εξαφανίζονται – πρόκειται για την τακτική «χτυπάω και φεύγω»/“hit and run” (Κολιόπουλος, 2000, σ. 10-11). Η διατήρηση της πρωτοβουλίας, η παραπλάνηση και η απόκρυψη των πραγματικών προθέσεων καθίστανται, ταυτόχρονα, ακρογωνιαίοι λίθοι για μία επιτυχή εξέγερση, διότι μπορούν να προκληθούν δυσανάλογα μεγαλύτερες βλάβες στις συμβατικές αντίπαλες δυνάμεις (Stoker, 2019, σ. 11).

Ο πληθυσμός, επιπρόσθετα, είναι μία εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα στις εξεγέρσεις. Κατά τον Μάο Τσετούνγκ, οι αντάρτες χωρίς το έρεισμα της κοινωνίας δεν μπορούν να επιβιώσουν. Τους παρομοιάζει με «ψάρια» που κινούνται μέσα στη «θάλασσα» του πληθυσμού (Κολιόπουλος, 2000, σ. 9-10). Η στήριξη του πληθυσμού, συνήθως, περιλαμβάνει παροχή τροφίμων, καταφυγίου, πληροφοριών, αλλά εκδηλώνεται και με ανοχή στις αντάρτικες ενέργειες. Αξίζει να αναφερθεί πως οι εξεγέρσεις σημειώνονται σε κοινωνίες με δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και οι επαναστατικές οργανώσεις μπορούν να προσεγγίσουν πιο εύκολα πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες αισθάνονται αδικημένες και βιώνουν ανισότητες (Wolf, 1965, σ. 8). Η απόκτηση της λαϊκής υποστήριξης δεν λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά την ιδεολογία. Οι εξεγερμένοι μέσω της προπαγάνδας, οικονομικών παροχών, πολιτικής κατήχησης αλλά και μέσω της βίας, απειλών και εκφοβισμού εξασφαλίζουν την θετικά προσκείμενη στάση των πολιτών. Οι επιχειρήσεις πληροφόρησης, επομένως, συμβάλλουν στην χειραγώγηση της κοινής γνώμης για την οικοδόμηση της στήριξης υπέρ των ανταρτών.

Η στρατηγική σκέψη σχετικά με τον ανταρτοπόλεμο και την εξέγερση έχει δεχθεί καταλυτική επίδραση από τις θεωρίες του Μάο Τσετούνγκ και του Τσε Γκεβάρα. Ειδικότερα, ο Μάο πίστευε πως μία επανάσταση εξελίσσεται σε τρία στάδια· την πολιτική οργάνωση («συνωμοτικό στάδιο»), την ανάπτυξη αντάρτικων επιχειρήσεων («στάδιο ισορροπίας») και την μετάβαση σε πιο συμβατικές μορφές πολέμου («στάδιο επικράτησης») (Κολιόπουλος, 2000, σ. 17). Ο Τσε Γκεβάρα υποστήριζε πως η ίδια η ένοπλη δράση των επαναστατικών ομάδων αποτελεί το εφαλτήριο για την κινητοποίηση του πληθυσμού (Κολιόπουλος, 2000, σ. 20-21). Διαφαίνεται, συνεπώς, η άρρηκτη σύνδεση μεταξύ του αντάρτικου αγώνα και της πολιτικής κινητοποίησης. Οι αντάρτες, τέλος, επιθυμούν την στήριξη ξένων κρατών και διεθνικών δικτύων για την παροχή εξοπλισμού, οικονομικών πόρων και διπλωματικής θωράκισης (Stoker, 2019, σ. 12). Η εξωτερική βοήθεια θεωρείται κρίσιμη, καθώς αν ο αντίπαλος έχει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, ένα αντάρτικο κίνημα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει και μακροπρόθεσμα θα καταρρεύσει (Κολιόπουλος, 2000, σ. 6).

Τα κράτη, τα οποία δέχονται στο εσωτερικό τους πίεση από μία εξέγερση, αναπτύσσουν στρατηγικές αντιεξέγερσης (“counterinsurgency”). Η αντιεξέγερση περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικών, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών μέτρων με διττό στόχο· την εξασθένιση των ανταρτών και την διαφύλαξη της κρατικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το δόγμα του ΝΑΤΟ, η επιτυχία της αντιεξέγερσης έγκειται στην ικανότητα της κυβέρνησης να ανταποκρίνεται στις πληθυσμιακές ανάγκες και να εντοπίζει τα αίτια, που πυροδοτούν την εξέγερση (ΝΑΤΟ, 2017, σ. 62-63). Και αυτό, γιατί η ένοπλη αναμέτρηση μεταξύ κράτους και εξεγερμένων έχει πολιτική και κοινωνική διάσταση και η στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν εξασφαλίζει την νίκη.

Αξίζει να αναφερθεί πως η διαχείριση των εξεγέρσεων εκλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικές σχολές σκέψης για την οργάνωση μίας αντιεξέγερσης. Σύμφωνα με τον Galula, ο πληθυσμός αποτελεί τον καίριο παράγοντα αντιπαράθεσης μεταξύ κυβερνώντων και ανταρτών, διότι εκείνοι που θα αποκτήσουν την ενεργό ή παθητική στήριξή του, θα εξασφαλίσουν και το στρατηγικό πλεονέκτημα (Galula, 2006, σ. 4-5). Έτσι, το περιεχόμενο μίας επιχείρησης αντιεξέγερσης δεν πρέπει να έχει ως αυτοσκοπό την εξουδετέρωση των ανταρτών, αλλά να εστιάζει στην διαμόρφωση σταθερής διοίκησης, στην παλινόρθωση της κρατικής νομιμοποίησης και στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης του λαού προς την κυβέρνηση. Η βρετανική σχολή υπερθεματίζει την αποκατάσταση της ασφάλειας και την προσέγγιση των πολιτών με περιορισμένη χρήση βίας και πολιτικά μέτρα (Κολιόπουλος, 2000, σ. 25). Αντιθέτως, η γαλλική σχολή αντιλαμβάνεται την εξέγερση ως μία ολοκληρωτική σύγκρουση, η οποία πρέπει να κατασταλεί μέσω βίας και ψυχολογικών επιχειρήσεων (Κολιόπουλος, 2000, σ. 25-26). Στον αντίποδα, η αμερικανική σχολή αποδίδει έμφαση στην στρατιωτική διάσταση παραβλέποντας την σημασία των λαϊκών ερεισμάτων και της πολιτικής νομιμοποίησης παρά τις εμπειρίες από το Βιετνάμ και το Ιράκ (Κολιόπουλος, 2000, σ. 27).

Η αντιεξέγερση στην σύγχρονη μορφή της στοχεύει στην εξασφάλιση πληροφοριών και στην διαμόρφωση αντιλήψεων. Το δόγμα του ΝΑΤΟ θεωρεί σημαντικές τις ψυχολογικές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις πληροφοριών, διότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο δρώντων διεξάγεται και στο πεδίο μάχης και στο γνωσιακό επίπεδο (ΝΑΤΟ, 2017, σ. 58). Η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει ένα κλίμα ασφάλειας και σταθερότητας και να αποδομήσει το αφήγημα των ανταρτών. Για αυτό τον λόγο, η συλλογή πληροφοριών δεν περιορίζεται μόνο σε στρατιωτικά δεδομένα, αλλά και σε κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά (ΝΑΤΟ, 2017, σ. 37-39). Ένα ακόμα, ιδιαιτέρως, περίπλοκο ζήτημα αφορά την χρήση βίας από το κράτος. Η ελλιπής στρατιωτική πίεση στους αντάρτες, ενδεχομένως, να τους βοηθήσει να ανασυνταχθούν ενισχύοντας τον έλεγχο και την επιρροή τους. Η υπερβολική, βέβαια, χρήση βίας μπορεί να τροφοδοτήσει αισθήματα αποστροφής προς το καθεστώς και να έχει ως απότοκο την υποστήριξη προς τους εξεγερμένους (Stoker, 2019, σ. 11). Κάθε χειρισμός, επομένως, εκ μέρους του κράτους, πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά, ώστε να μην αντιστραφεί η ισορροπία δυνάμεων σε ένα ήδη τεταμένο κλίμα.

Εν κατακλείδι, η εξέγερση, της οποίας η επιχειρησιακή έκφανση είναι ο ανταρτοπόλεμος, και η αντιεξέγερση συνιστούν δύο μορφές σύγκρουσης με κύριο χαρακτηριστικό την αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής, κοινωνίας και στρατηγικής. Οι αντάρτες εκμεταλλεύονται την λαϊκή δυσαρέσκεια, επιστρατεύουν τακτικές φθοράς και επιχειρούν σε ευνοϊκά για εκείνους εδάφη, ώστε να υπερκεράσουν την στρατιωτική τους αδυναμία, ενώ οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να αποκαταστήσουν την νομιμοποίησή τους (Κολιόπουλος, 2000, σ. 33-36). Μία επιτυχής αντιεξέγερση πρέπει να συνδυάζει στρατιωτική αποτελεσματικότητα χωρίς ακρότητες, πολιτική σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική αποδοχή (ΝΑΤΟ, 2017, σ. 62-63). Η έκβαση της αντιπαράθεσης συνδέεται άμεσα με την λαϊκή υποστήριξη. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Galula, «η τελική νίκη ανήκει σε εκείνον, που κερδίζει τον πληθυσμό».

 

Βιβλιογραφία :

Galula D. (2006). “COUNTERINSURGENCY WARFARE, Theory and Practice”. Praeger Security International (PSI). Διαθέσιμο σε : https://ia903107.us.archive.org/28/items/CounterinsurgencyWarfare/Counterinsurgency%20Warfare.pdf

Κολιόπουλος Κ. (2000). «Θεωρία Ανταρτοπολέμου». Διαθέσιμο σε : https://pdfcoffee.com/–19215-pdf-free.html

Stoker D. (2019). “A Typology of Insurgency and Counterinsurgency”. Infinity Journal, Vol. 6, Issue 4, pages 10-17. Διαθέσιμο σε : https://doi.org/10.64148/msm.v6i4.2

Wolf Ch. (1965). “INSURGENCY AND COUNTERINSURGENCY, NEW MYTHS AND OLD REALITIES”. The RAND Corporation, Santa Monica, California. Διαθέσιμο σε : https://www.rand.org/pubs/papers/P3132-1.html#document-details

NATO.“COUNTERINSURGENCY, A GENERIC REFERENCE CURRICULUM”. (2017). Διαθέσιμο σε : https://www.nato.int/content/dam/nato/webready/documents/deep/deep-counter-insurg-curr-en.pdf

 

 

Πηγή Εικόνας :

Η εικόνα δημιουργήθηκε με την χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (Chat GPT).