Γράφει η Πραντσίδη Μαριάνθη
Στα πλαίσια του σύγχρονου γεωστρατηγικού περιβάλλοντος ο τρόπος διεξαγωγής συρράξεων ποικίλει και μεταβάλλεται διαρκώς, αντανακλώντας με τον τρόπο αυτό τη ρευστότητα και την «αναρχία» του διεθνούς περιβάλλοντος. Στη σημερινή μεταψυχροπολεμική εποχή, οι ασύμμετρες στρατιωτικές επιχειρήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σύγχρονη στρατηγική σκέψη. Ωστόσο, δεδομένης της εκτεταμένης χρήσης του όρου, έχει οδηγήσει σε παρερμηνείες και εννοιολογικές ασάφειες.
Σε συνθήκες πολέμου, υφίστανται ανέκαθεν διαφορές μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι διαφορές είναι ασήμαντες και παροδικές και σε άλλες περιπτώσεις σημαντικές, με αποτέλεσμα ο ένας εκ των δυο πλευρών να βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από τον άλλον. Η ασυμμετρία, λοιπόν, δεν ορίζεται μόνο ως η ανισότητα ως προς την κατανομή ισχύος μεταξύ δύο ή περισσοτέρων εμπλεκόμενων δυνάμεων αλλά αναφέρεται και στον τρόπο αξιοποίησης αυτής της ανισότητας σε στρατηγικό επίπεδο (Arreguín-Toft, 2005). Τέτοιου είδους στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να προσδιοριστούν ως μορφές δράσης μετατρέποντας την «αντιληπτή ισχύ» (perceived power) του αντιπάλου σε αδυναμία και εκμεταλλευόμενες τις αδυναμίες του δρώντα ως στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ο όρος «αντιληπτή ισχύς» σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται όχι στην αντικειμενική ισχύ που έχει ένας δρων ή κράτος, αλλά στο πώς εκλαμβάνεται αυτή η ισχύς από τον αντίπαλο ή το κοινό. Δηλαδή, πρόκειται για μια υποκειμενική αξιολόγηση της ισχύος, που βασίζεται στην αντίληψη, στη φήμη, στην ψυχολογική επίδραση ή στη στρατηγική εικόνα που εκπέμπει ένας δρων (Nye, 2004). Βασικό χαρακτηριστικό των ασύμμετρων επιχειρήσεων είναι ο αιφνιδιασμός και η αποφυγή χρήσης συμβατικών μορφών αντιπαράθεσης. Κύριος στόχος του ασθενέστερου δρώντα είναι η αποσταθεροποίηση του αντιπάλου μέσω μη συμβατικών μέσων(Breen & Geltzer, 2011).
Η πρώτη ρητή αναφορά στον όρο «ασυμμετρία» συναντάται στο Joint Doctrine of the U.S. Armed Forces (Διακλαδικό Δόγμα των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ) το 1995. Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε με απλοϊκό τρόπο προσδιόριζε τις ασύμμετρες στρατιωτικές επιχειρήσεις ως συρράξεις μεταξύ μη όμοιων δυνάμεων. Μετά το 2001, πραγματοποιήθηκε μια πιο ευρεία προσέγγιση του όρου αναφέροντας την τρομοκρατία, τη χρήση απειλής χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής και τον πληροφοριακό πόλεμο ως ασύμμετρες απειλές (Douglas & Metz, 2001). Η αδιάκριτη και γενικευμένη χρήση του όρου «ασύμμετρη απειλή» έχει οδηγήσει τόσο σε θεωρητική σύγχυση όσο και σε επιχειρησιακή στρέβλωση. Πλέον ο συγκεκριμένος όρος τείνει να χρησιμοποιείται ευρέως από στρατιωτικά επιτελεία, πολιτικά δόγματα, μέσα ενημέρωσης και στρατηγικούς αναλυτές ως ετικέτα για σχεδόν κάθε απειλή που δεν αγγίζει τα παραδοσιακά πρότυπα στρατιωτικής δράσης (Record, 2003).
Αυτή η αδιάκριτη και υπερβολική χρήση οδηγεί σε θεωρητική αποδυνάμωση της έννοιας, η οποία χάνει τη στρατηγική της αξία ως αναλυτικό εργαλείο και μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό σχήμα λόγου. Παρατηρείται, λοιπόν, μια συστηματική κατάχρηση του όρου «ασύμμετρη απειλή» από στρατιωτικά επιτελεία, πολιτικούς και στρατηγικούς αναλυτές, οι οποίοι τείνουν να τον χρησιμοποιούν ως γενική ταμπέλα για κάθε μορφή μη συμβατικής ή άτυπης απειλής, ανεξαρτήτως του, αν πληροί τα δομικά κριτήρια της ασυμμετρίας. Για παράδειγμα, η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλώς «ασύμμετρη απειλή». Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ως στρατηγική κίνηση με πολλαπλούς σκοπούς, που εντάσσεται σε ένα μακροπρόθεσμο πλαίσιο επιχειρήσεων και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η προσκόλληση στην εξωτερική μορφή της απειλής, όπως η τρομοκρατία, αντί για τη βαθύτερη στρατηγική λογική που τη διέπει, συχνά οδηγεί σε παρανοήσεις και ανεπαρκή μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της (Blank, 2003).
Οι ασύμμετρες στρατιωτικές επιχειρήσεις συνιστούν μορφή σύγκρουσης στην οποία οι αντίπαλες δυνάμεις εμφανίζουν σημαντικές ανισορροπίες στην ισχύ, ιδιαίτερα όταν ένας μη κρατικός δρων εμπλέκεται εναντίον του τακτικού κρατικού στρατού. Οι στρατηγικές και τακτικές των μη κρατικών δρώντων δεν αποσκοπούν απαραίτητα σε στρατιωτική επικράτηση στο πεδίο της μάχης, αλλά στη διαμόρφωση αντιλήψεων, τη χειραγώγηση του δημόσιου λόγου και τη δημιουργία πολιτικής πίεσης μέσω της επιρροής στην κοινή γνώμη, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Τις περισσότερες φορές μη κρατικοί δρώντες, όπως τρομοκρατικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις, λειτουργούν ως μικρές ευέλικτες ομάδες που έχουν την ικανότητα να διασκορπίζονται γεωγραφικά δυσκολεύοντας τις συμβατικές δυνάμεις στον εντοπισμό και την εξουδετέρωσή τους. Μάλιστα, η επέκταση και διάχυση τέτοιου είδους στρατιωτικών επιχειρήσεων μειώνει την ικανότητα αντίδρασης των συμβατικών δυνάμεων και ενισχύει την επιβίωση του μη κρατικού δρώντα (Hoffman, 2007).
Παρατηρείται συχνά ότι μεταξύ των στρατηγικών των μη κρατικών δρώντων έγκειται και ένα είδος πολιτικοποίησης του αγώνα δια μέσου προώθησης εθνικών και θρησκευτικών ζητημάτων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Χεζμπολάχ και οι Ταλιμπάν οι οποίοι χρησιμοποιούν την πολιτισμική τους ταυτότητα για να προσελκύσουν νομιμοποίηση και υποστήριξη από τοπικούς πληθυσμούς, θρησκευτικές κοινότητες και ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα εντός των περιοχών όπου δρούν. Στην περιοχή του Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν αξιοποιούν φυλετικά και θρησκευτικά στοιχεία, όπως η αυστηρή ερμηνεία του σουνιτικού Ισλάμ, προκειμένου να ενταχθούν στον τοπικό πληθυσμό διεξάγοντας έναν εκτεταμένο ανταρτοπόλεμο (guerrilla warfare) (Johnson, 2007). Η συγκεκριμένη τακτική προσδιορίζεται ως η πιο διαχρονική και διαδεδομένη μορφή ένοπλης δράσης μη κρατικών δρώντων εξαιτίας της ευκολίας τους ως προς την ευελιξία και πραγματοποίηση αιφνιδιαστικών επιθέσεων (Kilcullen, 2009).
Ένα συχνά αναφερόμενο παράδειγμα σύγκρουσης ανάμεσα σε κρατικό δρώντα και μη κρατικό ένοπλο σχηματισμό είναι ο πόλεμος Ισραήλ – Χεζμπολάχ το 2006, ο οποίος από πολλούς αναλυτές χαρακτηρίστηκε ως ο πρώτος «υβριδικός πόλεμος» (Hoffman, 2007). Αν και το παράδειγμα έχει ιστορική απόσταση από το σήμερα, παραμένει ενδεικτικό της ποικιλομορφίας και της πολυεπίπεδης φύσης των σύγχρονων ασύμμετρων στρατιωτικών επιχειρήσεων, καθώς αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο μη κρατικοί δρώντες μπορούν να συνδυάζουν συμβατικές τακτικές απέναντι σε τεχνολογικά υπέρτερες δυνάμεις. Πιο συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του 2006, ομάδα της Χεζμπολάχ επιτέθηκε σε ισραηλινή στρατιωτική περίπολο κοντά στα σύνορα Ισραήλ – Λιβάνου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν οκτώ ισραηλινοί στρατιώτες και να αιχμαλωτιστούν κάποιοι άλλοι. Το Ισραήλ από πλευράς του επιτέθηκε σε καίριους στόχους της οργάνωσης στην περιοχή νότια του Λιβάνου, αεροσκάφη βομβάρδισαν υποδομές τόσο της Χεζμπολάχ, όσο και του Λιβάνου, πραγματοποίησε αεροπορικό και ναυτικό αποκλεισμό της περιοχής και κομβικών σημείων μεταφοράς των απαχθέντων. Η Χεζμπολάχ παρά το αριθμητικό της μειονέκτημα έναντι των Ισραηλινών, επέδειξε ευελιξία και πειθαρχία ως προς τις κινήσεις της κάνοντας ευρεία χρήση τεχνολογικών μέσων όπως ρουκέτες, αντιαρματικά συστήματα κατευθυνόμενων πυραύλων, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αντιτορπιλικοί πύραυλοι κατά των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (Israel Defense Forces – IDF) (Eurasia, 2024). Η Χεζμπολάχ εφάρμοσε τεχνικές παραπλάνησης και στο πεδίο μεταφοράς στρατιωτών και πολεμικού υλικού επιστρατεύοντας ακόμη και οχήματα μεταφοράς υγειονομικού υλικού. Αρκετές φορές η συγκεκριμένη παραστρατιωτική ομάδα προέβαλε από τα ΜΜΕ τις πολεμικές ενέργειες των IDF έναντι νοσοκομείων, σχολείων και χώρων θρησκευτικής λατρείας επηρεάζοντας αρνητικά τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον τους, κλονίζοντας την πίστη των Ισραηλινών για την αναγκαιότητα και την ιερότητα του πολέμου. Η κατάσταση κλιμακώθηκε και οι ενέργειες αυτές αποτέλεσαν μοχλό πίεσης, για να αποδεχθεί το Ισραήλ τους όρους κατάπαυσης του πυρός. Ωστόσο, με ψήφισμα-απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ο πόλεμος έληξε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (Exum, 2006). Καταδεικνύεται, λοιπόν, ότι η Χεζμπολάχ κατάφερε να ενισχύσει το κύρος της αποδεικνύοντας τη δυνατότητα ενός μη κρατικού δρώντα να αποδομήσει ένα ισχυρό αντίπαλο εκμεταλλευόμενη τα τρωτά του σημεία και επιδεικνύοντας ευελιξία και τακτικό στρατηγικό σχεδιασμό (Hoffman, 2007).
Στη σύγχρονη εποχή, η ταχύτατη πρόοδος της τεχνολογίας, η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και η εμφάνιση νέων αυτόνομων οπλικών συστημάτων (LAWS) έχουν μετασχηματίσει τη φύση των ένοπλων συγκρούσεων. Η τεχνολογία λειτουργεί όχι μόνο ως πολλαπλασιαστής ισχύος για κρατικούς δρώντες, αλλά και ως εργαλείο ενίσχυσης της επιχειρησιακής ικανότητας μη κρατικών φορέων, ιδίως σε ασύμμετρα πεδία σύγκρουσης. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, εντείνει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο (ΔΑΔ), ειδικά αναφορικά με την εφαρμογή θεμελιωδών αρχών όπως η διάκριση, η αναλογικότητα και ο ανθρώπινος έλεγχος (Krishnan, 2022). Οι ασύμμετρες στρατιωτικές επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα μη κρατικών δρώντων να προκαλούν δυσανάλογες απώλειες σε ισχυρότερους αντιπάλους, αξιοποιώντας μη συμβατικές μεθόδους όπως κυβερνοεπιθέσεις, επιθέσεις με drones ή ψυχολογικές επιχειρήσεις. Η χρήση τέτοιων τακτικών, συνδυασμένη με προηγμένα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης, καθιστά ολοένα και πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών στόχων, αυξάνοντας τους κινδύνους για παραβιάσεις του ΔΑΔ (Lele, 2014).
Ειδικότερα, τα LAWS, δηλαδή συστήματα με τη δυνατότητα αυτόνομης επιλογής και εμπλοκής στόχων χωρίς άμεση ανθρώπινη παρέμβαση, εγείρουν κρίσιμα νομικά και ηθικά ζητήματα. Αν και δεν απαγορεύονται ρητά από το υφιστάμενο διεθνές πλαίσιο, η έννοια του «ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου» (meaningful human control) έχει αναδειχθεί ως κομβικής σημασίας στον σχετικό διάλογο, τόσο επιστημονικά όσο και στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων της Συνθήκης για Ορισμένα Συμβατικά Όπλα (CCW) (Roff, 2016). Η απουσία ανθρώπινης κρίσης κατά τη φάση λήψης απόφασης για τη χρήση βίας ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την τήρηση των ανθρωπιστικών αρχών. Σε συγκρούσεις όπως αυτές στη Λιβύη (2020), όπου εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκαν τουρκικά drones με υψηλό βαθμό αυτονομίας, παρατηρείται αδυναμία αποτύπωσης ξεκάθαρης ευθύνης για τις επιθέσεις και αξιολόγησης της νομιμότητάς τους, κάτι που καταδεικνύει την προκλήση που θέτει η απουσία ρυθμιστικού πλαισίου. Συνεπώς, η ενσωμάτωση των LAWS σε ασύμμετρα περιβάλλοντα, και μάλιστα από μη κρατικούς δρώντες, δεν καθιστά εξ ορισμού αδύνατη τη συμμόρφωση με το ΔΑΔ, αλλά σίγουρα την καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή, υπονομεύοντας τη δυνατότητα ελέγχου, λογοδοσίας και νομικής σαφήνειας στο πεδίο των επιχειρήσεων (Horowitz & Pindyck, 2023).
Η μελέτη της ασυμμετρίας στις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του φαινομένου, καθώς συνδυάζει την επιχειρησιακή ευελιξία μη κρατικών δρώντων με την ταχεία τεχνολογική πρόοδο. Η στρατηγική εκμετάλλευση της ασυμμετρίας δεν περιορίζεται μόνο στα μέσα, αλλά επεκτείνεται και στη χρήση μη γραμμικών, ανορθόδοξων μεθόδων δράσης. Στο πλαίσιο αυτό, η τεχνολογική καινοτομία – και ιδίως η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα αυτόνομα οπλικά συστήματα – λειτουργεί ως επιταχυντής αλλαγών, ιδίως όταν υιοθετείται από ευέλικτες και αποκεντρωμένες δομές. Ωστόσο, η απουσία σαφών οργανωτικών πλαισίων και νομικής λογοδοσίας δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητα αυτών των εξελίξεων με το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Η ακριβής κατανομή της ευθύνης – κρατικής, θεσμικής ή ατομικής – παραμένει συχνά ασαφής, ενώ η χρήση προηγμένων τεχνολογιών χωρίς επαρκή εποπτεία ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών παραβιάσεων (Liu, H.-Y., 2016). Καθίσταται, επομένως, αναγκαία μια σύνθετη προσέγγιση που να ενσωματώνει τόσο την τεχνολογική όσο και τη στρατηγική διάσταση των ασύμμετρων συγκρούσεων, με σεβασμό στις αρχές του ΔΑΔ και με έμφαση στην ενίσχυση μηχανισμών ευθύνης και λογοδοσίας.
Βιβλιογραφία/Πηγές
Arreguín-Toft, I. (2005). How the weak win wars: A theory of asymmetric conflict. Cambridge University Press.
Blank, S. J. (2003). Rethinking asymmetric threats. US Army War College Press. https://press.armywarcollege.edu/monographs/785
Breen, M., & Geltzer, J. (2011). Asymmetric strategies as strategies of the strong. Parameters, 41(1), 19–30. https://press.armywarcollege.edu/parameters/vol41/iss1/5/ https://doi.org/10.55540/0031-1723.2565
Eurasia. (2024). Hezbollah’s military tactics in the post-Nasrallah era. Eurasia.
Exum, A. (2006). Hizballah at war: A military assessment. Washington Institute for Near East Policy. https://www.washingtoninstitute.org/media/3495
Hoffman, F. (2007). Conflict in the 21st century: The rise of hybrid wars. Potomac Institute for Policy Studies. https://www.potomacinstitute.org/images/stories/publications/potomac_hybridwar_0108.pdf
Horowitz, M. C., & Pindyck, S. (2023). What is a military innovation and why it matters. Journal of Strategic Studies, 46(1), 85–108. https://doi.org/10.1080/01402390.2022.2050076
Johnson, T. H. (2007). Understanding the Taliban and insurgency in Afghanistan. Orbis, 51(1), 71–89. https://doi.org/10.1016/j.orbis.2006.10.006
Kilcullen, D. (2009). The accidental guerrilla: Fighting small wars in the midst of a big one. Oxford University Press.
Krishnan, A. (2022). Artificial intelligence and the conduct of contemporary warfare. Journal of Indo-Pacific Affairs, 5(1), 45–60. https://doi.org/10.1007/s42597-022-00104-y
Lele, A. (2014). Asymmetric warfare: A state vs non-state conflict. OASIS, (20), 97–111. Universidad Externado de Colombia. http://www.redalyc.org/articulo.oa?id=53163822007
Liu, H.-Y. (2016). Autonomous weapons systems and accountability under international humanitarian law. International Review of the Red Cross, 94(886), 627–652. https://doi.org/10.1017/S1816383117000320
Metz, S., & Johnson, D. V., II. (2001). Asymmetry and U.S. military strategy: Definition, background, and strategic concepts. Strategic Studies Institute, U.S. Army War College. https://press.armywarcollege.edu/monographs/121
Nye, J. S. (2004). Soft power: The means to success in world politics. PublicAffairs.
Record, J. (2003). Bounding the global war on terrorism. Strategic Studies Institute, U.S. Army War College. https://press.armywarcollege.edu/monographs/841/
Roff, H. M. (2016). The limits of autonomy: The meaning of ‘meaningful human control’ in lethal autonomous weapon systems. International Review of the Red Cross, 98(902), 1–23. https://doi.org/10.1017/S1816383117000435
United Nations Office at Geneva. (n.d.). Convention on Certain Conventional Weapons (CCW). Retrieved July 7, 2025, from https://www.unog.ch/ccw
United Nations Security Council. (2021). Final report of the Panel of Experts on Libya submitted pursuant to resolution 2511 (2020). https://undocs.org/S/2021/229
Πηγή φωτογραφίας
Abdullahi, J. (2024, September 19). Morocco to try Israeli soldier for alleged Gaza war crimes. News Central Africa. https://newscentral.africa/morocco-to-try-israeli-soldier-for-alleged-gaza-war-crimes/
