Γράφει ο Γιώργος Μαλάκης
Η οικοδόμηση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ποινικού χώρου, αποτελεί μία από τις πιο φιλόδοξες και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες θεσμικές τομές στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, καλούμενη να ανταποκριθεί σε μορφές εγκληματικότητας που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά κράτη-έθνη, επέλεξε να εγκαταλείψει το μοντέλο της αργής, διακυβερνητικής συνεργασίας και να θεμελιώσει τη δράση της πάνω σε μια πιο ριζική αρχή: την Αρχή της Αμοιβαίας Αναγνώρισης, η οποία φαίνεται να μην αποτελεί μια απλή τεχνική διαδικασία για τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας. Από το Πρόγραμμα του Τάμπερε και τη σταδιακή ενσωμάτωσή της στο ενωσιακό κεκτημένο, αναδείχθηκε σε βασικό θεμέλιο για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ποινικού χώρου. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικές αποφάσεις των κρατών-μελών (εφεξής Κ-μ) αναγνωρίζονται και εκτελούνται στην υπόλοιπη Ένωση σαν να ήταν εθνικές, με στόχο να αντικατασταθούν οι χρονοβόρες διαδικασίες της παραδοσιακής δικαστικής συνδρομής (Mitsilegas, 2016).
Η επιλογή της αμοιβαίας αναγνώρισης έναντι της πλήρους εναρμόνισης αποτέλεσε πολιτικό συμβιβασμό, καθώς επέτρεψε την επιτάχυνση της συνεργασίας χωρίς να θίγει ευθέως την κυριαρχία των κρατών σε επίπεδο ποινικής δικαιοσύνης. Όπως τονίζει ο Mitsilegas, η Αρχή λειτούργησε ως «θεσμικός επιταχυντής» της ενοποίησης, στηριζόμενη όμως σε μια προϋπόθεση: την ύπαρξη κοινών αξιακών βάσεων μεταξύ των Κ-μ. Όταν αυτές οι βάσεις κλονίζονται, όπως συμβαίνει με τις κρίσεις κράτους δικαίου στην Πολωνία και την Ουγγαρία, η Αρχή αποκαλύπτει την ευθραυστότητά της και γεννά θεσμικά αντανακλαστικά άμυνας που δυσχεραίνουν την πρακτική εφαρμογή της (Krajewski, 2020). Στην καθημερινή δικαστική πρακτική, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) αποτέλεσε το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της έμπρακτης εφαρμογής της Αρχής της Αμοιβαίας Αναγνώρισης. Κατά την προσπάθεια δημιουργίας ενός ποινικού χώρου χωρίς σύνορα, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ουσιαστικές διαφορές των εθνικών συστημάτων, ιδιαίτερα ως προς τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης, τις συνθήκες κράτησης και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Η αυτόματη αναγνώριση των ενταλμάτων απεδείχθη προβληματική όταν δεν υπήρχαν κοινά ελάχιστα πρότυπα προστασίας (Weyembergh, 2005). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ), παρενέβη με μια σειρά αποφάσεων που εισήγαγαν μηχανισμούς ελέγχου της εμπιστοσύνης. Ειδικότερα, με την απόφαση Aranyosi και Căldăraru, το ΔΕΕ θέσπισε ένα διττό σύστημα ελέγχου: πρώτον, έλεγχο για συστημικό κίνδυνο παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος έκδοσης και, δεύτερον, εξέταση του εάν ο κίνδυνος αυτός αφορά συγκεκριμένα το πρόσωπο του εκζητούμενου. Στην υπόθεση LM (Celmer), το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι η υπονόμευση της δικαστικής ανεξαρτησίας μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση εκτέλεσης ενός ΕΕΣ. Αντίστοιχα, με την απόφαση Dorobantu εξειδικεύτηκε ο έλεγχος για τις συνθήκες κράτησης. Η νομολογία δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα της συνεργασίας δεν μπορεί να υπερισχύει της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συνεπώς, η εμπιστοσύνη δεν θεωρείτο πλέον δεδομένη αλλά παρέχεται υπό όρους. Η εμπειρική διάσταση αυτής της «υπό όρους» εμπιστοσύνης δε, αναδεικνύεται ιδιαίτερα μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα Trust in Justice (2020-2023). Ειδικότερα, η έρευνα, που βασίστηκε σε συνεντεύξεις δικαστών και εισαγγελέων από δεκαπέντε Κ-μ, έδειξε ότι η εμπιστοσύνη δεν βιώνεται ως δεδομένη αξιακή παραδοχή, αλλά ως πρακτική εκτίμηση της θεσμικής ποιότητας του κράτους έκδοσης. Πριν την εκτέλεση ενός ΕΕΣ, πολλοί εφαρμοστές του δικαίου αξιολογούν παράγοντες, όπως η εφαρμογή των αρχών του κράτους δικαίου, οι συνθήκες κράτησης και η αποτελεσματικότητα των διαδικαστικών εγγυήσεων (Krajewski, 2020). Σε κράτη όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιρλανδία έχει διαμορφωθεί μια σταδιακή «νομολογιακή ευαισθησία»: οι δικαστές δεν αρκούνται στην αφηρημένη επίκληση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, αλλά αναζητούν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι το κράτος έκδοσης πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στη θεωρία έχει επισημανθεί ότι η αμοιβαία αναγνώριση λειτούργησε ως εργαλείο εντατικοποίησης της συνεργασίας χωρίς να στηριχθεί σε κοινά πρότυπα δικαιοκρατικής ισοτιμίας (Mitsilegas, 2016, Satzger, 2021, Klimek, 2016). Γι’ αυτόν τον λόγο προκρίνεται πλέον η ανάγκη για θεσμοθετημένη, διαφανή και δεσμευτική αξιολόγηση της ποιότητας των συστημάτων δικαιοσύνης, με την ουσιαστική συμμετοχή και δράση οργανισμών όπως ο FRA (FRA-European Union Agency for Fundamental Rights), αντί της άτυπης αξιολόγησης βάσει «φήμης».
Πέρα από τις αξιακές αποκλίσεις, η Ένωση αντιμετωπίζει σημαντικές ασυμμετρίες στον τομέα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου των Κ-μ. Παρά τη δέσμη οδηγιών για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου (2010/64/ΕΕ, 2012/13/ΕΕ, 2013/48/ΕΕ), η εφαρμογή τους διαφέρει ουσιαστικά από κράτος σε κράτος. Στοιχεία όπως ο ρόλος της ανακριτικής αρχής, οι εξουσίες της εισαγγελίας, η σχέση της με την εκτελεστική εξουσία, η πρόσβαση σε δικηγόρο από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και οι όροι της προφυλάκισης, παρουσιάζουν έντονες διαφοροποιήσεις. Οι τελευταίες, επηρεάζουν την προβλεψιμότητα και την αξιοπιστία της εφαρμογής της Αρχής της Αμοιβαίας Αναγνώρισης (Bachmaier Winter, 2020). Επιπλέον, η άνιση μεταφορά και εφαρμογή των ενωσιακών πράξεων δημιουργεί μια μορφή «προνομιούχας ασυμμετρίας»: τα κράτη που συμμορφώνονται πλήρως επιβαρύνονται περισσότερο, ενώ άλλα ωφελούνται από την ταχύτητα των διαδικασιών χωρίς να διασφαλίζουν αντίστοιχες εγγυήσεις (Luchtman, 2014). Παρότι θεσμικές πλατφόρμες, όπως το Δίκτυο Προέδρων Ανώτατων Δικαστηρίων ή η CEPEJ (Council of Europe European Commission for the efficiency of Justice) παράγουν χρήσιμα δεδομένα, όμως οι ενέργειές τους δεν είναι δεσμευτικές. Ακόμη και οι Ετήσιες Εκθέσεις για το Κράτος Δικαίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν και καταγράφουν με ακρίβεια τα προβλήματα, δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής στους τομείς που επηρεάζουν άμεσα τη δικαστική συνεργασία (European Commission, 2024). Όπως επισημαίνει ο Luchtman δε, «χωρίς μια συντονισμένη αναμόρφωση των εθνικών ποινικών δικαίων γύρω από κοινά ελάχιστα πρότυπα, η ενοποίηση θα παραμείνει εύθραυστη και αποσπασματική».
Στο ήδη σύνθετο αυτό περιβάλλον, προστίθενται και οι εντάσεις που δημιουργούνται από την πολυεπίπεδη ερμηνεία του ενωσιακού ποινικού δικαίου. Οι συγκρούσεις μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων, όπως συνέβη στην περίπτωση της απόφασης Weiss του BVerfG ή αυτής αντίστοιχα του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου του 2021, δεν αποτελούν θεωρητικές διαφωνίες. Αντιθέτως, έχουν πρακτικές συνέπειες, καθώς επηρεάζουν την προθυμία των εθνικών δικαστών να εκτελέσουν εντάλματα που θεωρούν ότι θίγουν τον εθνικό συνταγματικό πυρήνα (BVerfG, 2020, Polish Constitutional Tribunal, 2021). Όπως υπογραμμίζει ο Lenaerts (2017), «η αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν είναι απόλυτη και μπορεί να υποχωρεί όταν τίθενται σε κίνδυνο θεμελιώδη δικαιώματα». Παρά τις προσπάθειες του ΔΕΕ να διασφαλίσει ενιαία ερμηνεία μέσω των προδικαστικών αποφάσεων, στην πράξη εφαρμόζονται κατά τρόπο ανομοιογενή. Η ταυτόχρονη επίκληση των διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, της ΕΣΔΑ και των εθνικών συνταγμάτων, ενισχύει τον ερμηνευτικό πλουραλισμό και αυξάνει την πολυπλοκότητα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η νομική ανασφάλεια, η οποία επηρεάζει τόσο την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης όσο και τη δικαστική συνεργασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η εφαρμογή του ΕΕΣ όσον αφορά τον «κατάλογο του άρθρου 10» (άρθρο 2§2 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ), όπου τριάντα δύο κατηγορίες εγκλημάτων εξαιρούνται από τον έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Η επιλογή αυτή στόχευε στη μείωση των εμποδίων που υπήρχαν στην παραδοσιακή διαδικασία έκδοσης, αλλά ταυτοχρόνως γέννησε προβληματισμούς για την εφαμρογή της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege (Peers, 2004). Η κατάργηση του διττού αξιοποίνου δε, σημαίνει ότι το κράτος εκτέλεσης αποδέχεται την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί το κράτος έκδοσης, ακόμη κι όταν η πράξη δεν προβλέπεται στο δικό του δίκαιο.
Η θεωρία έχει επισημάνει ότι αυτή η εξαίρεση θα ήταν συμβατή μόνο εφόσον υπήρχαν κοινά, εναρμονισμένα στοιχεία ενωσιακού δικαίου για τις κατηγορίες του καταλόγου, κάτι που σήμερα όμως δεν ισχύει (Wahl). Η απόφαση Piotrowski , υπενθύμισε ότι ο κατάλογος πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διότι η μη απαίτηση διττού αξιοποίνου αποτελεί εξαίρεση και δεν μπορεί να μετατραπεί σε γενικό κανόνα (CJEU, 2018). Παρά τη νομολογιακή αυτή προσπάθεια, τα πρακτικά προβλήματα παραμένουν: δίχως τη χρήση κοινής ορολογίας σε επίπεδο ποινικού δικαίου, η αυτόματη αποδοχή ενταλμάτων για αυτές τις κατηγορίες εγκλημάτων δημιουργεί συχνά σημαντικούς κινδύνους για την προστασία των δικαιωμάτων του εκζητούμενου.
Τελικώς, ο στόχος δεν είναι η επιστροφή στο προ-Τάμπερε μοντέλο συνεργασίας, αλλά μια ώριμη αναθεώρηση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Πρώτον, απαιτείται θεσμοθέτηση σαφούς ελέγχου αναλογικότητας ως προϋπόθεσης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ. Η στάθμιση του σκοπού, της σοβαρότητας της πράξης και της έντασης της παρέμβασης θα αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση ενταλμάτων για αδικήματα περιορισμένης απαξίας (Dorobantu, Carrera & Mitsilegas, 2021). Δεύτερον, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός μηχανισμού «υπό όρους εμπιστοσύνης». Αυτό σημαίνει ότι όταν διαπιστώνεται συστημική υποχώρηση των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα Κ-μ, η εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα πρέπει να υπόκειται σε στοχευμένους περιορισμούς, βάσει αντικειμενικών δεικτών και διαφανούς διαδικασίας, κατά το πρότυπο της αιρεσιμότητας που ήδη ισχύει για τον προϋπολογισμό της Ένωσης (European Commission, 2024, Regulation (EU) 2020/2092). Τρίτον, ο κατάλογος του άρθρου 10 χρειάζεται αναθεώρηση. Ειδικότερα, είτε πρέπει να περιοριστεί σε τομείς όπου υπάρχει πλήρης εναρμόνιση, όπως η τρομοκρατία, η εμπορία ανθρώπων και τα εγκλήματα κατά ανηλίκων, είτε να διατηρηθεί μόνο εφόσον θεσπιστούν ενωσιακοί δεσμευτικού ορισμοί για κάθε επιμέρους κατηγορία. Τέταρτον, πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), εφόσον τα υπάρχοντα δεδομένα αποδεικνύουν ότι η εμπιστοσύνη μπορεί να οικοδομηθεί μέσω κοινών θεσμών και όχι μέσω προσδοκιών. Η ενδεχόμενη επέκταση της αρμοδιότητάς της σε σοβαρά διασυνοριακά εγκλήματα, θα ενδυνάμωνε έναν ευρωπαϊκό εισαγγελικό χώρο με συνεκτικά πρότυπα λογοδοσίας (European Commission, COM(2023) 247). Παράλληλα, η αναβάθμιση της ψηφιακής υποδομής της δικαιοσύνης, ιδίως μέσω εργαλείων όπως το e-Justice Portal και το e- Evidence Digital Exchange System, δύναται να αποτελέσει ουσιώδη τεχνολογικό πυλώνα εμπιστοσύνης, καθώς εξασφαλίζει διαλειτουργικότητα και πλήρη ιχνηλασιμότητα διακίνησης αποδεικτικών στοιχείων (European Commission, 2023). Τέλος, είναι αναγκαία η εντατικοποίηση του δικαστικού διαλόγου, μέσα από προγράμματα επιμόρφωσης και θεσμικές ανταλλαγές μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και ΔΕΕ, ώστε να καλλιεργηθεί μια κοινή ερμηνευτική κουλτούρα στον χώρο της δικαστικής συνεργασίας.
Συνοψίζοντας, η Αρχή της Αμοιβαίας Αναγνώρισης, αν και αποτέλεσε το πιο φιλόδοξο εγχείρημα για την οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού ποινικού χώρου, αποδεικνύεται εύθραστη όταν οι θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης δεν τηρούνται κατά τρόπο ισότιμο από όλα τα Κ-μ. Η νομολογία του ΔΕΕ, οι κρίσεις κράτους δικαίου και οι έντονες ασυμμετρίες στα εθνικά ποινικά συστήματα καταδεικνύουν ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά πρέπει να οικοδομείται σε στέρεες θεσμικές βάσεις. Η μελλοντική αποτελεσματικότητα του ΕΕΣ και της ΕΕ προϋποθέτει, συνεπώς, ενίσχυση των ελάχιστων κοινών προτύπων, καθιέρωση διαφανούς και δεσμευτικής αξιολόγησης της ποιότητας της δικαιοσύνης και αναβάθμιση των ευρωπαϊκών θεσμών που εγγυώνται τη νομιμότητα και την προστασία των δικαιωμάτων. Μόνο μέσα από ένα τέτοιο συνεκτικό και αξιακά θωρακισμένο πλαίσιο η αμοιβαία αναγνώριση μπορεί να εξελιχθεί από τυπική νομική υποχρέωση σε πραγματικό εργαλείο δικαιοκρατικής και αποτελεσματικής συνεργασίας.
Βιβλιογραφία
- Carrera, S. & Mitsilegas, V. (2021). Trust and Mutual Recognition in the European Criminal Area. CEPS.
- Klimek, L. (2016). Mutual Recognition of Judicial Decisions in European Criminal Law. Springer.
- Mitsilegas, V. (2016). EU Criminal Law after Lisbon: Rights, Trust and the Transformation of Justice in Europe. Hart Publishing.
- Satzger, H. (2021). International and European Criminal Law. C.H. Beck.
Αρθρογραφία
- Bachmaier Winter, L. (2020). Mutual trust and procedural rights in the Area of Freedom, Security and Justice. New Journal of European Criminal Law, 11(1), 4-24. Διαθέσιμο σε: https://journals.sagepub.com/home/nje
- Krajewski, M. (2020). Rule of law backsliding in the EU: A threat to judicial cooperation. European Constitutional Law Review, 16(2), 209-233. Διαθέσιμο σε:
https://www.cambridge.org/core/journals/european-constitutional-law-review - Lenaerts, K. (2017). La vie après l’avis: Exploring the principle of mutual trust. Maastricht Journal of European and Comparative Law, 24(6), 805-840. Διαθέσιμο σε: https://journals.sagepub.com/home/mjc
- Luchtman, M. (2014). Transnational law enforcement and fundamental rights. Utrecht Law Review, 10(4), 1-16. Διαθέσιμο σε: https://www.utrechtlawreview.org
- Luchtman, M. (2013). Towards a transnational core of criminal procedure rights. European Criminal Law Review (EuCLR), 3(1), 1-20. Διαθέσιμο σε: https://www.nomos-elibrary.de/zeitschrift/2363-9767
- Peers, S. (2004). Mutual recognition and criminal law in the EU: Has the Council got it wrong? Common Market Law Review, 41(1), 5-36. Διαθέσιμο σε: https://kluwerlawonline.com/journalarticle/Common+Market+Law+Review
- Wahl, T. (2019). The European arrest warrant and the double criminality requirement. eucrim, 2019(1), 20-25. Διαθέσιμο σε: https://eucrim.eu/articles
- Weyembergh, A. (2005). Approximation of criminal laws, the Constitutional Treaty and the Hague Programme. Common Market Law Review, 42(6), 1567-1597. Διαθέσιμο σε: https://kluwerlawonline.com/journalarticle/Common+Market+Law+Review
Πρωτογενείς πηγές – Νομοθεσία
- Council of Europe. (1950). European Convention on Human Rights. Council of Europe. Διαθέσιμο σε: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_eng
- European Commission. (2024). 2024 Rule of law report: The rule of law situation in the European Union. Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://commission.europa.eu/strategy-and-policy/policies/justice-and-fundamental-rights/upholding-rule-law/rule-law/annual-rule-law-cycle/2024-rule-law-report_en
- European Commission. (2020). Regulation (EU) 2020/2092 on a general regime of conditionality for the protection of the Union budget (COM(2020) 853 final). Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:32020R2092
- European Commission. (2023). Proposal for the extension of the mandate of the European Public Prosecutor’s Office (COM(2023) 247 final). Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/ET/TXT/HTML/?uri=CELEX:52023DC0247
- European Commission. (2023). e-Evidence digital exchange system and e-Justice Portal: Technical factsheets. Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://e-justice.europa.eu/topics/court-procedures/criminal-cases/tools-judicial-cooperation/e-evidence-digital-exchange-system_en
- European Union Agency for Fundamental Rights. (2019). Criminal detention conditions in the EU: Rules and reality. Publications Office of the European Union. Διαθέσιμο σε: https://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/fra-2019-criminal-detention-conditions-in-the-eu_en.pdf
- European Union. (2002). Council framework decision 2002/584/JHA of 13 June 2002 on the European arrest warrant and the surrender procedures between Member States. Official Journal of the European Communities. Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:32002F0584
- European Union. (2000). Charter of Fundamental Rights of the European Union (2000/C 364/01). Official Journal of the European Communities. Διαθέσιμο σε: https://www.europarl.europa.eu/charter/pdf/text_en.pdf
Νομολογία
- Polish Constitutional Tribunal. (2021). Judgment K 3/21 (7 October 2021). Διαθέσιμο σε: https://trybunal.gov.pl/en/hearings/judgments/art/11662-k-3-21
- Federal Constitutional Court of Germany (Bundesverfassungsgericht). (2020). Weiss (PSPP), Judgment of 5 May 2020. Διαθέσιμο σε: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Entscheidungen/EN/2020/05/rs20200505_2bvr085915en.html
- Court of Justice of the European Union. (2019). Case C-128/18, Dorobantu (EU:C:2019:857). Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62018CJ0128
- Court of Justice of the European Union. (2018). Case C-367/16, Piotrowski (EU:C:2018:27). Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62016CJ0367
- Court of Justice of the European Union. (2018). Case C-216/18 PPU, LM (Celmer) (EU:C:2018:586). Διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62018CJ0216
- Court of Justice of the European Union. (2016). Joined Cases C-404/15 and C-659/15 PPU, Aranyosi and Căldăraru (EU:C:2016:198). Διαθέσιμο σε:
https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62015CJ0404
Πηγή εικόνας
- Sugawara, Y. (n.d.). Trust [Painting]. In Paintings of Yu Sugawara. Surrealism Website. Διαθέσιμη σε: https://surrealism.website/Yu%20Sugawara.html
