Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Χρήση βίας εκ μέρους των κρατών κατά των καρτέλ ναρκωτικών: Πλαίσιο νομιμότητας και νομικές προκλήσεις στην καταπολέμησή τους

Γράφει η Κατερίνα Καπετάνου

Δεδομένου ότι η χρήση βίας μεταξύ κρατών είναι ένα από τα κατεξοχήν ζητήματα του Διεθνούς Δικαίου, οι πρόσφατες θανατηφόρες επιχειρήσεις του Αμερικανού Προέδρου Donald J. Trump κατά των διακινητών ναρκωτικών, είναι βαρύνουσας σημασίας. Πρόκειται για τις στρατιωτικές επιθέσεις που έχουν σημειωθεί, στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό Ωκεανό, από τις ΗΠΑ, κατά ταχύπλοων σκαφών, φερόμενων ως ύποπτων για διακίνηση ναρκωτικών. Ο Αμερικανός Πρόεδρος, μάλιστα, παράλληλα με τις επιθέσεις προχώρησε σε χερσαίες επιχειρήσεις εναντίον κρατών της Λατινικής Αμερικής, όπως τη Βενεζουέλα. Η στάση, όμως, αυτή των ΗΠΑ φαίνεται να βρίσκεται σε μια γκρίζα γραμμή μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Μπορεί ένα κράτος να χρησιμοποιεί βία και μάλιστα, κατά μη κρατικών δρώντων; Υπό το φως του Διεθνούς Δικαίου, η παρούσα ανάλυση δεν θα εμμείνει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ καθαυτές, αλλά θα εξετάσει το πλαίσιο νομιμότητας της χρήσης βίας κατά μη κρατικών δρώντων.

Εναρκτήρια διάταξη για την ανάλυση του νομικού πλαισίου της χρήσης βίας, συνιστά η διάταξη του Άρθρου 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (εφεξής: ΧΗΕ), στην οποία προβλέπεται ότι τα κράτη θα απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας άλλου κράτους. Εξαρχής, λοιπόν, καθίσταται σαφές πως η αρχή της καθολικής απαγόρευσης της απειλής ή χρήσης βίας έχει εισαχθεί σε διεθνές νομικά δεσμευτικό κείμενο και μάλιστα, έχει αναδειχθεί σε κανόνα αναγκαστικού δικαίου (jus cogens) (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 599). Αυτό σημαίνει, πως η προαναφερθείσα απαγόρευση συνιστά κανόνα δεκτό και αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα των κρατών, σύμφωνα με το Άρθρο 53 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Αξίζει να επισημανθεί, πως λόγω της σύνταξής του στον απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ΧΗΕ αντανακλά τις γεωπολιτικές συνθήκες και αντιλήψεις της περιόδου. Απότοκο αυτού, συνιστά το γεγονός πως η σύνταξή του προσανατολίστηκε στην αντιμετώπιση των διακρατικών συρράξεων και δημιούργησε ένα σύστημα, αναφερόμενο αποκλειστικά σε κρατικές οντότητες (Μούζουλας, 2020, σελ.13). Έτσι, ως απειλή χρήσης βίας, στο Διεθνές Δίκαιο, ορίζεται η εχθρική πρόθεση, που με οποιοδήποτε τρόπο, γνωστοποιεί ένα κράτος σε άλλο, συνδέοντάς την με χρήση βίας στο μέλλον (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 600). Περίπτωση απειλής χρήσης βίας συνιστά το casus belli της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (1995), για τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο.

Όπως προλέχθηκε, το Άρθρο 2(4) ΧΗΕ απαγορεύει όχι μόνο την απειλή, αλλά και τη χρήση βίας. Ακριβέστερα, με τον όρο χρήση βίας εννοείται μόνο η ένοπλη βία και όχι οποιαδήποτε άλλη μορφή εξαναγκασμού (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 602). Σχετικά με τις μορφές που μπορεί να λάβει η ένοπλη βία, το Ψήφισμα 3314 της Γενικής Συνέλευσης του 1974, περιλαμβάνει μια ενδεικτική απαρίθμηση, καθώς κάθε περιστατικό πρέπει να αξιολογείται μεμονωμένα (Institute for International Law and Justice, 1974). Ποιους δεσμεύει, όμως, η απαγόρευση χρήσης βίας, δεδομένου ότι ο ΧΗΕ απευθύνεται στα κράτη μέλη του ΟΗΕ; Γίνεται δεκτό, πως η αρχή απαγόρευσης δεσμεύει και τα κράτη μη μέλη του Οργανισμού, αφού η απαγόρευση έχει αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα, όπως διαπίστωσε και το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης στην Υπόθεση των Στρατιωτικών και Παραστρατιωτικών Δραστηριοτήτων στο Έδαφος και κατά της Νικαράγουα (Jus Mundi, 1986, παρ. 174). Συνεπώς, προκύπτει, πως η αρχή της απαγόρευσης χρήσης βίας συνιστά μια γενική κρατική πρακτική για την οποία έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι υπαγορεύεται από υποχρέωση.

Στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου η απαγόρευση της χρήσης βίας πλαισιώνεται από δύο βασικές εξαιρέσεις. Πρόκειται για τη γνήσια εξαίρεση του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας και τη μη γνήσια εξαίρεση της χρήσης βίας στο πλαίσιο της συλλογικής ασφάλειας. Η διάκριση μεταξύ «γνήσιας» και «μη γνήσιας» εξαίρεσης, δεν πρόκειται για ρητή πρόβλεψη του ΧΗΕ, χρησιμοποιείται, όμως, ευρέως από την ελληνική και τη διεθνή βιβλιογραφία, προκειμένου να αποδοθεί η διαφορετική κανονιστική λειτουργία του Άρθρου 51 ΧΗΕ και του συστήματος συλλογικής ασφάλειας του Κεφαλαίου VII του ΧΗΕ. Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό  να γίνει μια παρατήρηση για το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, προτού ακολουθήσει η ανάλυση των εξαιρέσεων. Όπως ορθά επισημαίνει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου κ. Αντωνόπουλος, το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, δεν συνιστά ένα αυτοτελές δικαίωμα, αλλά εξαίρεση στον πρωτογενή κανόνα της απαγόρευσης χρήσης βίας.

Ξεκινώντας με την πρώτη εξαίρεση, το Άρθρο 51 ΧΗΕ αναφέρει τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες όταν συντρέξουν, ενεργοποιούν το δικαίωμα της άμυνας. Με έρεισμα τη διάταξη αυτή, ένα κράτος δύναται να επικαλεστεί το δικαίωμα στην άμυνα εφόσον  δέχεται επίθεση, ένοπλη και παρούσα. Παράλληλα, για την ενεργοποίηση του δικαιώματος στην άμυνα θα πρέπει να πληρείται και μια διαδικαστική προϋπόθεση, εκείνη της ενημέρωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για τις ενέργειες του κράτους. Προκύπτει, λοιπόν, ερμηνευτικά πως ένα κράτος δύναται να χρησιμοποιήσει βία, μόνο όταν οποιαδήποτε καθυστέρηση θα το καθιστούσε αδύναμο να αποτρέψει την ένοπλη επίθεση εναντίον του (Welcome to the United Nations, 2013). Στη Γνωμοδότησή του για την Απειλή ή Χρήση Πυρηνικών Όπλων, το Διεθνές Δικαστήριο, επιβεβαίωσε δυο κριτήρια που είχε διατυπώσει η θεωρία για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της άμυνας, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα και αποφάνθηκε πως τα δύο αυτά κριτήρια πρέπει να πληρούνται, για να χαρακτηριστεί ένα μέτρο ως άμυνα (Institute for International Law and Justice,1996, παρ. 41). Εύλογα συνάγεται από τα ανωτέρω, πως οποιαδήποτε ενέργεια δεν πληροί τα παραπάνω κριτήρια και μάλιστα σωρευτικά, δεν ενεργοποιεί το δικαίωμα άμυνας και επομένως δεν νομιμοποιείται η χρήση βίας.

Η δεύτερη, μη γνήσια, εξαίρεση αφορά σε ένα μηχανισμό επιβολής συλλογικών μέτρων από το Συμβούλιο Ασφαλείας, που περιφρουρεί την αρχή της απαγόρευσης απειλής ή χρήσης βίας. Πιο συγκεκριμένα, το Κεφάλαιο VII του Χάρτη θέτει σε ισχύ ένα σύστημα εξαναγκαστικών συλλογικών μέτρων κατά των κρατών που παραβιάζουν την αρχή της απαγόρευσης χρήσης βίας, παρέχοντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας την εξουσία να επιβάλει τα μέτρα αυτά (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 606). Μάλιστα, με το Άρθρο 39 ΧΗΕ, αφενός αποκρυσταλλώνεται η παραπάνω αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Ασφαλείας και αφετέρου ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου. Όπως προκύπτει από το άρθρο, «το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποφαίνεται αν υπάρχει απειλή για την ειρήνη, διατάραξη της ειρήνης ή επιθετική ενέργεια». Πώς, όμως, συγκεκριμενοποιούνται οι έννοιες αυτές;

Με την έννοια «της απειλής της ειρήνης» στο Άρθρο 39 ΧΗΕ, εννοείται η ύπαρξη μιας επισφαλούς κατάστασης, για την οποία πιθανολογείται η χρήση βίας. Περιπτώσεις που συνιστούν απειλή της ειρήνης είναι  ενδεικτικά οι εμφύλιες συρράξεις, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η δημοκρατική εκτροπή, η τρομοκρατία, η διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής και η πειρατεία (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 607). Εκτός από την απειλή, στην προαναφερθείσα διάταξη προβλέπονται και οι περιπτώσεις της «διατάραξης της ειρήνης» και της «επιθετικής ενέργειας», οι οποίες νομιμοποιούν τη λήψη συλλογικών μέτρων από το Συμβούλιο Ασφαλείας (Σαρηγιαννίδης, 2014, σελ. 610). Χαρακτηριστικό παράδειγμα περίπτωσης διατάραξης της ειρήνης είναι η εισβολή και κατοχή του Κουβέιτ από τα ιρακινά στρατεύματα το 1990 (Institute for International Law and Justice, 1990). Όσον αφορά στις επιθετικές ενέργειες, τούτες ορίζονται ενδεικτικά στο Ψήφισμα 3314 της Γενικής Συνέλευσης του 1974, όπως προλέχθηκε. Έτσι, σε περίπτωση που το Συμβούλιο Ασφαλείας διαπιστώσει ότι συντρέχει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις,  δεν ενεργοποιεί αυτομάτως το Κεφάλαιο VII του Χάρτη, αλλά έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει τη λήψη μέτρων σύμφωνα με αυτό.

Το ως άνω πλαίσιο, βέβαια, ανταποκρίνεται στις περιπτώσεις χρήσης βίας μεταξύ κρατών λόγω της σύνταξης του Χάρτη στο πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως προαναφέρθηκε. Ζητήματα προβληματισμού εγείρονται, ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρξουν επιθέσεις εκ μέρους ή κατά μη κρατικών δρώντων. Τέτοιο παράδειγμα, συνιστούν οι πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, όπως δηλώθηκε παραπάνω. Τι ορίζεται, όμως, ως μη κρατική οντότητα και ποιος ο νομικός μανδύας αυτών; Ως μη κρατική οντότητα καλείται οποιαδήποτε οντότητα δεν έχει τη νομική υπόσταση κράτους, όπως αυτή ετέθη με τη Σύμβαση του Μοντεβιδέο το 1933 (Μούζουλας, 2020, σελ. 15). Στην εξεταζόμενη κατηγορία περιλαμβάνονται οι ένοπλες ομάδες, τρομοκρατικές οργανώσεις μη κυβερνητικές οργανώσεις κ.ά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη κρατικού δρώντος συνιστά η Οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και τη Συρία (ISIS)  (Βενέρη, 2017, σελ. 11).

Σε αυτό το σημείο, δημιουργούνται κάποιες προβληματικές, δεδομένου ότι ο Χάρτης, δεν προβλέπει ρητή ρύθμιση για τη δράση κατά μη κρατικών δρώντων. Στην Υπόθεση Στρατιωτικών και Παραστρατιωτικών Δραστηριοτήτων στο Έδαφος και κατά της Νικαράγουα, το Δικαστήριο διαμόρφωσε κριτήρια αξιολόγησης της δράσης των ενόπλων ομάδων στο πλαίσιο της υφιστάμενης απαγόρευσης χρήσης βίας, και δη ως προς την απόδοση της συμπεριφοράς τους σε κάποιο κράτος. Το πλαίσιο που διαμόρφωσε το Δικαστήριο, σχετικά με τις ένοπλες ομάδες, συνίσταται σε μια περιπτωσιολογία, για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδίδεται η συμπεριφορά τους σε ένα κράτος (Bodossaki Lectures on Demand, 2016). Ειδικότερα, η δράση των ενόπλων ομάδων δεν ταυτίζεται αυτομάτως με ένοπλη επίθεση κατά την έννοια του Άρθρου 51 ΧΗΕ, αλλά μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια μόνο εφόσον αποδίδεται σε ορισμένο κράτος. Αυτό συμβαίνει, αφενός, όταν μια ένοπλη ομάδα συγκροτείται και αποστέλλεται στο έδαφος του κράτους-θύματος και αφετέρου, όταν μια γηγενής ένοπλη ομάδα περιέρχεται στον έλεγχο ενός κράτους και μετατρέπεται σε de facto όργανό του. Πρόσθετα, η χρήση βίας αποδίδεται σε ένα κράτος, όταν οι τακτικές ένοπλες δυνάμεις του, συμμετέχουν ενεργά και άμεσα σε εχθροπραξίες στο πλευρό της ένοπλης ομάδας (Bodossaki Lectures on Demand, 2016).

Οι περιπτώσεις, αυτές, κατά τις οποίες η δράση των ενόπλων ομάδων μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη επίθεση είναι κρίσιμη και για την ενεργοποίηση του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως η ανάμειξη  κράτους στη δράση  μη κρατικού δρώντος στοιχειοθετεί τη χρήση βίας, θεμελιώνοντας την παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας κράτους και ως εκ τούτου ενεργοποιείται το δικαίωμα νόμιμης άμυνας. Με άλλα λόγια, απαιτείται η συμπεριφορά του μη κρατικού δρώντος να αποδίδεται σε ένα κράτος, ώστε να ενεργοποιείται το δικαίωμα άμυνας, εφόσον, βέβαια, πληρούνται και οι προϋποθέσεις της ένοπλης επίθεσης, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας (Cambridge University Press and Assessment, 2016). Στην περίπτωση των επιθέσεων των Αμερικανών αεροσκαφών κατά των καρτελ ναρκωτικών δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται κανένα από τα παραπάνω κριτήρια, προκειμένου να χαρακτηριστούν οι τελευταίοι, ως μη κρατικοί δρώντες και δη υποκινούμενοι από κάποιο κράτος. Λόγω αυτού, δεν πρόκειται για χρήση βίας σύμφωνα με το Άρθρο 2(4) ΧΗΕ και κατ’ επέκταση δε νομιμοποιείται το δικαίωμα νόμιμης άμυνας, όπως αυτό ορίζεται στο Άρθρο 51 ΧΗΕ. Συνεπώς, δεν προκύπτει επαρκής νομική βάση για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αμερικανού Προέδρου σύμφωνα με το Χάρτη.

Συμπερασματικά, καθίσταται σαφές πως το πλαίσιο νομιμότητας της χρήσης βίας με βάση το Διεθνές Δίκαιο, αν και εθιμικά κατοχυρωμένο, δεν φαίνεται να είναι διαυγές. Η εν λόγω έλλειψη οφείλεται στη δυσκολία νομικής κωδικοποίησης των ηθικό- πολιτικών εντάσεων. Όπου οι διαφωνίες λύνονται με όπλα, όπου η κρατική κυριαρχία επιδεικνύεται με τη χρήση βίας και η υπεροχή μεταφράζεται με βαρβαρότητα, ο νομικός πολιτισμός κλυδωνίζεται. Σε αυτό το επισφαλές περιβάλλον, τα κράτη της διεθνούς κοινωνίας οφείλουν να προσπαθήσουν για τη δημιουργία ενός διαυγούς πλαισίου, το οποίο δεν θα νομιμοποιεί, αλλά θα περιορίζει τη χρήση βίας. Διαφορετικά, όσο η αυθαιρεσία και η ανάγκη επιβολής επικρατούν, τόσο θα εκλείπουν οι πιθανότητες ειρηνικής συνύπαρξης.

Βιβλιογραφία/ Πηγές: