Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Ιστορία και Πολιτισμός

Ο αραβικός εθνικισμός και ο σιωνισμός σε Αίγυπτο και Συρία στις αρχές του 20ου αιώνα. Η απαρχή του Παλαιστινιακού ζητήματος

Γράφει ο Ιωάννης Ξαφέλης

Ο αραβικός εθνικισμός με την ενσωμάτωση του Ισλάμ, πήγαζε από την ανάγκη επιβίωσης σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από άλλους (Hourani, 1994, σ. 416). Οι ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας των εθνικιστικών κινημάτων και του μέλλοντος της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ (Σακκάς, 2020, σ. 50). Παράλληλα, η εμφάνιση του σιωνισμού διαμόρφωσε τις εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής, καθώς η σύγκρουση με τον αραβικό εθνικισμό, δημιούργησε το δυσεπίλυτο Παλαιστινιακό Ζήτημα. Η παρούσα ανάλυση επικεντρώνεται στην περίπτωση της Αιγύπτου και κατόπιν της Συρίας.

Η έννοια του αραβικού εθνικισμού εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και οι ρίζες του σχετίζονται με την αναβίωση του αραβικού παρελθόντος συνεπεία της επαφής με τη Δύση και την επίλυση των προβλημάτων ταυτότητας των Αράβων, η οποία καταπιεζόταν (Ernest Dawn, 1991, σ. 3; Hourani, 1994, σ. 416-417). Οι Άραβες εθνικιστές ηγήθηκαν σε κινήματα για την πολιτική και πολιτιστική ζωή, τα οποία βασίστηκαν στην εθνικότητα και όχι στη θρησκεία (Ernest Dawn, 1991, σ. 4). Στην Αίγυπτο, τα σκληρά οικονομικά μέτρα που έλαβε η αγγλο-γαλλική επιτροπή, αλλά και οι αυταρχικότητα του Tawfiq, οδήγησε το 1882 αξιωματικούς του στρατού υπό τον Ahmed Urabi να εξεγείρουν τον λαό εναντίον της κυβέρνησης και των Βρετανών (Σακκάς, 2020, σ. 52). Για αυτό και οι Βρετανοί, προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους στη Διώρυγα του Σουέζ, επενέβησαν στρατιωτικά προκειμένου να συντρίψουν οποιαδήποτε λαϊκή εξέγερση, κατέλαβαν τη χώρα και μετέτρεψαν την Αίγυπτο σε προτεκτοράτο έως το 1922 (Κούτσης, 1992, σ. 137; Αbulafia, 2004, σ. 265; Σακκάς, 2008, σ. 27).

Το 1893 υποστηρικτές του Urabi δημιούργησαν το Εθνικό Κόμμα, μια οργάνωση εθνικιστική πανισλαμική, η οποία ταύτιζε το έθνος με το Ισλάμ με κυρίαρχο σκοπό τη συνεργασία με τον Οθωμανό Σουλτάνο προκειμένου να απελευθερωθεί η Αίγυπτος (Κούτσης, 1992, σ. 141). H βρετανική κατοχή της Αιγύπτου ενίσχυσε τον αιγυπτιακό προσανατολισμό προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία την ίδια ακριβώς εποχή που άλλοι Άραβες αποξενώνονταν από την οθωμανική πολιτική (Jankowski, 1991, σ. 245).

Το 1907 ιδρύθηκε το Κόμμα Ούμα από τον Ahmed Lutfı el-Sayed, το οποίο ταύτιζε το έθνος με το κράτος και προωθούσε τη συνεργασία με τη Βρετανία με σκοπό να ανεξαρτητοποιηθεί η χώρα μέσα από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης που θα εξασφάλιζε την ελευθερία και θα περιόριζε την εξουσία του Χεδίβη (Κούτσης, 1992, σ. 143; Σακκάς, 2008, σ. 28). Η Βρετανία το 1914 επέβαλε το προτεκτοράτο της στην Αίγυπτο, ενώ το 1915 υποσχέθηκε ανεξαρτησία στους Άραβες, χωρίς να διευκρινίζεται η έκταση αυτής (Carpentier & Lebrun, 2009, σ. 435).

Με τη πάροδο του χρόνου ο πανισλαμικός εθνικισμός έχασε την αίγλη του, ενώ στον αντίποδα άρχισε να αναδεικνύεται ο φιλελεύθερος εθνικισμός με εκφραστή τον Saad Zaghlul, γνωστός ως ο “πατέρας των Αιγυπτίων”, ο οποίος ίδρυσε το 1918 την πολιτική οργάνωση Κόμμα Ουάφντ (εφεξής Wafd) (Κούτσης, 1992, σ. 148-149; Rogan, 2009, σ. 167). Ο Zaghlul επιθυμούσε τη θέσπιση ευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών στη χώρα (Σακκάς, 2008, σ. 188). Το Wafd οδήγησε στην Αιγυπτιακή Επανάσταση που αποτέλεσε κρίσιμο σημείο στην πορεία για ανεξαρτησία της Αιγύπτου, η οποία επήλθε μερικώς το 1922 ύστερα από συνεννόηση του Wafd και της Βρετανίας (Nouschi, 2003, σ. 209; Rogan, 2009, σ. 210). Ωστόσο, παρά την κατάργηση του προτεκτοράτου το 1922, η Βρετανία συνέχισε να ελέγχει τη διώρυγα του Σουέζ (Κούτσης, 1992, σ. 193; Σακκάς, 2008 σ. 29). Ταυτόχρονα, συνέβαλε αποτελεσματικά στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού από τη Μέση Ανατολή, ενώ επικεντρώθηκε στην αμυντική υπεράσπιση διατηρώντας την παρουσία της εκεί (Nouschi, 2003, σ. 118, 208; Σακκάς, 2005, σ. 101).

Για την περίπτωση της Συρίας, την εξεταζόμενη περίοδο, η χώρα βρίσκεται υπό στενό οθωμανικό έλεγχο με τον Σουλτάνο Abdul Hamid II να προσπαθεί να επιφέρει πολιτικό-οικονομικές αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς σημαντικά αποτελέσματα (Σακκάς, 2008, σ. 45). Ο Σύρος Κυβερνήτης Faisal, παρά την οργάνωση εξεγέρσεων εναντίον των Οθωμανών και των αποικιακών βλέψεων Γαλλίας και Βρετανίας, δεν κατάφερε να αποτρέψει τον γαλλικό ζυγό που είχε επιβληθεί με τις Συμφωνίες του Σάικς-Πικό του 1916 και του Σαν Ρέμο του 1920 (Σακκάς, 2005, σ. 93; Σακκάς, 2008, σ. 45; Rogan, 2009, σ. 214).

Η αραβική εξέγερση του 1916-1918, υπό την ηγεσία του Sharif Hussein της Μέκκα, υποστηρίχθηκε από τους Βρετανούς με υποσχέσεις για ανεξαρτησία, αλλά αυτές προδόθηκαν μέσω των ανωτέρω Συμφωνιών. Γαλλικά στρατεύματα εισήλθαν στη Συρία, με αποτέλεσμα η Γαλλία να εφαρμόσει την Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών προκειμένου να αντιμετωπίσει την άνοδο του αραβικού και τουρκικού εθνικισμού (Σακκάς, 2008, σ. 45). Για να το επιτύχει αυτό, διόρισε Γάλλο διοικητή σε κάθε εθνική μειονότητα της Συρίας, όμως, η συνέχιση της καταπιεστικής άσκησης εξουσίας επ’ αυτών, οδήγησε σε εξεγέρσεις που αντιμετωπίστηκαν από τις γαλλικές δυνάμεις (Κούτσης, 1992, σ. 209, 211; Σακκάς, 2008, σ. 46).

Τα επόμενα χρόνια δεν σταμάτησαν οι προσπάθειες αποδέσμευσης της Συρίας από τη γαλλική κυριαρχία, καθόσον οι Σύριοι πίστευαν ότι θα ανεξαρτητοποιηθούν αν συνεργαστούν με τους Γάλλους (Σακκάς, 2008, σ. 46). Οι εθνικιστές συνέχισαν να αγωνίζονται για τη γαλλική αποαποικιοποίηση και προσπάθησαν να ενοποιήσουν τη Μεγάλη Συρία (Rogan, 2009, σ. 211). Η Βρετανία, προκειμένου να συνεχίσει την επικυριαρχία της στη Συρία και να αποτραπεί η γαλλική κηδεμονία, καθόσον θα ενίσχυε τις χριστιανικές μειονότητες, συμφώνησε να συνδράμει τη Συρία στον αγώνα εναντίον των Γάλλων (Σακκάς, 2005, σ. 104).

Εν τέλει, οι Γάλλοι κατέλαβαν το 1920 τη Συρία και σταμάτησαν οιασδήποτε εξεγέρσεις προκαλώντας την οργή των Αράβων, ωστόσο, και αυτοί αναγκάστηκαν να τεθούν υπό βρετανογαλλική κηδεμονία, σημαίνοντας την ήττα για τον συριακό εθνικισμό (Σακκάς, 2005, σ. 105, 107). Η Γαλλία προσπάθησε να καταστείλει τις εξεγέρσεις του Hussein για ανεξαρτητοποίηση, με αποτέλεσμα να συγκροτηθούν δύο πολιτικές οντότητες∙ η Συρία και ο Λίβανος (Hourani, 1994, σ. 427). Η συριακή εθνικιστική αντίσταση συνεχίστηκε με την ενότητα του αραβικού κόσμου να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της.

Το παλαιστινιακό ζήτημα απασχολεί τη διεθνή κοινότητα από το 1917 και, κυρίως, από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 (Σακκάς, 2008, σ. 93). Οι απαρχές του παλαιστινιακού ζητήματος ερείδονται στο εβραϊκό εθνικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα (Σακκάς, 2005, σ. 19). Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη δημιούργησε αντιθέσεις μεταξύ Εβραίων και Αράβων, ενώ οι Άραβες εθνικιστές που αντέδρασαν στη μαζική εβραϊκή μετανάστευση και τη βρετανική πολιτική, έθεσαν τις βάσεις για την απαρχή του Παλαιστινιακού (Rogan, 2009, σ. 182, 198-199).

Οι Παλαιστίνιοι έχουν αποδεχτεί το κράτος του Ισραήλ και επιδιώκουν τη δημιουργία ανεξάρτητου κρατιδίου στα κατεχόμενα από τους Ισραηλινούς εδάφη της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ (Σακκάς, 2005, σ. 15; Σακκάς, 2008, σ. 93). Στον αντίποδα, οι ισραηλινοί έχουν αποδεχθεί την οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αλλά απορρίπτουν κατηγορηματικά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν παραχώρηση αυτονομίας στους Παλαιστινίους που ζουν στα κατεχόμενα από εκείνους εδάφη (Σακκάς, 2008, σ. 93).

Η Βρετανία παρά την υπόσχεση με τη Συμφωνία Σάικς-Πικό για δημιουργία αραβικού κράτους, αυτό αποκλειόταν καθώς οι αραβικές περιοχές χωρίζονταν σε σφαίρες επιρροής (Σακκάς, 2005, σ. 94). Παράλληλα, με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ η Βρετανία αναγνώριζε τον σιωνισμό, ενώ επιθυμούσε την απόλυτη κυριαρχία της στην Παλαιστίνη για διασφάλιση των συμφερόντων της και επίτευξη ισορροπίας ισχύος με τη Γαλλία στη Μέση Ανατολή (Σακκάς, 2005, σ. 95-96). Οι Συμφωνίες αυτές αποτέλεσαν την απαρχή του Παλαιστινιακού Ζητήματος και την πλήρη αναγνώριση και προστασία των σιωνιστών από τη Βρετανία (Σακκάς, 2005, σ. 98).

Ο αραβικός εθνικισμός αποτελεί απόρροια του ισλαμικού εκσυγχρονισμού και αραβισμού, ενώ διαμορφώθηκε από πολιτικές ιδέες που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη και επιβλήθηκε από στρατιωτικές ηγεσίες, και ενδυναμώθηκε όταν οι εθνικιστές αντέδρασαν κατά της πολιτικής των Νεότουρκων (Σακκάς, 2005, σ. 60, 63). Παρά ταύτα, οι φωνές των εθνικιστών δεν κάλυπταν την προσήλωση του μεγαλύτερου αριθμού Αράβων που υπάκουαν τον Σουλτάνο (Σακκάς, 2005, σ. 64, 66). Μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολλοί Άραβες είδαν την ανεξαρτησία ως ευκαιρία για εθνική αναγέννηση, καθόσον είχαν απογοητευτεί από τη συνεχιζόμενη αποικιοκρατία των Μεγάλων Δυνάμεων (Rogan, 2009, σ. 109, 112).

Ο αραβικός εθνικισμός, του οποίου οι ρίζες εδράζονται στη γαλλική αποικιοκρατία, κατά τη διάρκεια τoυ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εντάθηκε, και κυρίως μετά τη Συμφωνία Σάικς-Πικό, καθόσον οι Άραβες αντιλήφθηκαν ότι η περιοχή της Αραβίας συρρικνωνόταν (Nouschi, 2003, σ. 74, 113).

Ο σιωνισμός ως κίνημα ανδρώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, με κύριο στόχο την αντίσταση στον αντισημιτισμό, τη μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη και την ίδρυση εβραϊκού κράτους (Σακκάς, 2005, σ. 19). Η επιθυμία της Βρετανίας για δημιουργία εβραϊκής εστίας στην Παλαιστίνη, επίδρασε στην εθνικιστική δράση όλων των αραβόφωνων κρατών (Hourani, 1994, σ.358; Αbulafia, 2004, σ. 284).

Οι Άραβες εθνικιστές θεωρούσαν το σιωνιστικό κίνημα ως αποικιοκρατική απειλή που συνδεόταν με τις φιλοδοξίες των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για τη Μέση Ανατολή (Tauber, 1993, σ. 240). Ο σιωνισμός εμφανιζόταν όχι μόνο ως εγκατάσταση των Εβραίων στην Παλαιστίνη, αλλά και ως κίνδυνος για την πολιτική και εθνική κυριαρχία των Αράβων στη Μέση Ανατολή (Tauber, 1993, σ. 241). Το 1897, κατά το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο των σιωνιστών, οι Εβραίοι συμφώνησαν να αγωνιστούν για την ίδρυση “εθνικής εστίας” στην Παλαιστίνη (Σακκάς, 2005, σ. 19, 30, 42). Ο Theodor Herzl αναδεικνύεται ως εξέχων ηγέτης που υποστηρίζει την εβραϊκή εστία στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, αυτό δεν ήταν εύκολο να υλοποιηθεί λόγω αντίδρασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Ρωσίας (Σακκάς, 2005, σ. 41, 43).

Με τη Διακήρυξη του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Balfour, η Βρετανία στόχευε, πέραν της δημιουργίας εβραϊκής εστίας, στην εξασφάλιση των συμφερόντων της στη Μέση Ανατολή και στην υποστήριξη του ιουδαϊσμού, χωρίς να καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Αράβων (Σακκάς, 2008, σ. 93-94; Rogan, 2009, σ. 154). Η Διακήρυξη καθόρισε την πορεία της Παλαιστίνης, καθώς, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις την επιδοκίμασαν, οι Άραβες την καταδίκασαν καθόσον πίστευαν πως τα εδάφη στα οποία απλωνόταν η Παλαιστίνη τούς ανήκουν ιστορικά και πληθυσμιακά (Tauber, 1993, σ. 240-241; Σακκάς, 2005, σ. 52, 94; Σακκάς, 2008, σ. 94).

Η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία οδήγησε σε μεγαλύτερη μετανάστευση Εβραίων προς την Παλαιστίνη με τη βοήθεια πλούσιων Εβραίων της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να αποτελούν το 1/3 του εκεί πληθυσμού (Σακκάς, 2005, σ. 19, 44; Σακκάς, 2008, σ. 94). Οι Εβραίοι δεν έφθασαν στην Παλαιστίνη προκειμένου να κατακτήσουν την περιοχή και να πλουτίσουν, αλλά είχαν ως πρωταρχικό στόχο την εθνική επιβίωση και αναγέννηση και δεν αποκόμισαν κέρδη από την εκμετάλλευση της περιοχής, αλλά φρόντισαν να φέρουν κεφάλαια και να μην συγκρουστούν με τους αυτόχθονες πληθυσμούς, οι οποίοι, ωστόσο, δεν απέφυγαν να τους πολεμήσουν (Σακκάς, 2005, σ. 55).

Στα τέλη του 19ου αιώνα κυριαρχούσε η άποψη ότι ο αποικιοκρατισμός των ευρωπαϊκών δυνάμεων και η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μπορούσαν να τερματιστούν με επίτευξη μουσουλμανικής ενότητας και ανανέωση του ισλαμικού δόγματος (Σακκάς, 2008, σ. 183). Ωστόσο, υπήρξαν χριστιανοί διανοούμενοι που διακήρυτταν ότι η ταυτότητα των Αράβων δεν προσδιορίζεται μόνο από τη θρησκεία αλλά και από την εθνότητα, ήτοι την καταγωγή, τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό, για αυτό και οι Άραβες θα πρέπει να έχουν δικό τους εθνικό κράτος (Σακκάς, 2008, σ. 184).

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπιστεί η κατωτερότητα του Ισλάμ ή της Ανατολής έναντι της Δύσης, ενώ οι προσπάθειες του «ισλαμικού μοντερνιστικού οθωμανισμού» να αναδείξει την κυριαρχία του Ισλάμ απέτυχαν, ενώ από την αποτυχία αυτή προέκυψε ο αραβικός εθνικισμός (Ernest Dawn, 1991, σ. 23). Ο αραβικός εθνικισμός ενσωμάτωσε το Ισλάμ και οι Άραβες εθνικιστές ηγέτες δεν αντιτάχθηκαν στο ιερατικό κατεστημένο των ουλεμάδων και των ιμάμηδων, ενώ υπήρχαν κινήματα που διακήρυτταν την αραβική ενότητα βασιζόμενη αποκλειστικά στις αρχές του Ισλάμ (Σακκάς, 2008, σ. 190, 192).

Το Ισλάμ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αντίσταση κατά της αποικιοκρατίας, με τους θρησκευτικούς ηγέτες να συνδέουν το Ισλάμ με αναβίωση της πολιτικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Αράβων (Rogan, 2009, σ. 140; Tauber, 1993, σ. 22-25). Ο Rashid Rida χρησιμοποίησε το Ισλάμ ως βάση για τον αραβικό εθνικισμό και την επίτευξη εθνικής ενότητας και ανεξαρτησίας, ενώ λειτούργησε ως συνεκτικός δεσμός μεταξύ Αράβων διαφόρων εθνοτήτων (Rogan, 2009, σ. 140-141).

Κλείνοντας, η περίοδος 1880-1920 καθόρισε την ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού και του σιωνισμού. Η σύγκρουση των δύο εθνικισμών και η εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων, διαμόρφωσε τη γεωπολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στο Μαγκρέμπ. Η άνοδος του αραβικού εθνικισμού στην Αίγυπτο και τη Συρία έθεσε τις βάσεις για ανεξαρτησία των αραβικών χωρών, ενώ ο σιωνισμός οδήγησε στη δημιουργία κράτους του Ισραήλ. Ωστόσο, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για το Παλαιστινιακό, μία άλυτη μέχρι σήμερα σύγκρουση. Τέλος, το Ισλάμ δεν ήταν απλώς θρησκευτική δύναμη, αλλά μια πολιτική και πολιτισμική παρουσία που ενίσχυσε τον αραβικό εθνικισμό.

Βιβλιογραφία/Πηγές

Αbulafia D. (2004). Η Μεσόγειος στην Ιστορία, μτφρ. Σ. Σπυριδογιαννάκη, Πατάκης, Αθήνα.

Carpentier J., Lebrun Fr. (eds) (2009). Ιστορία της Μεσογείου, μτφρ. Δ. Κωστελένος, Πατάκης, Αθήνα.

Hourani A. (1994). Ιστορία των Αραβικών Λαών, Λιβάνης, Αθήνα.

Κούτσης Αλ. (1992). Μέση Ανατολή: Διεθνείς σχέσεις και πολιτική ανάπτυξη, Παπαζήσης, Αθήνα.

Nouschi Α. (2003). H Μεσόγειος στον 20ο αιώνα, Μεταίχμιο, μτφρ. Κ. Τσικερδάνος, Αθήνα.

Rogan Ε. (2009). The Arabs: A History, Basic Books, New York.

Σακκάς Γ. (2005). Το Παλαιστινιακό. Μέρος Α’: ο Σιωνισμός, οι Άραβες και ο Διεθνής Παράγοντας, Πατάκης, Αθήνα.

Σακκάς Γ. (2008). Οι Άραβες στη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Ιστορία και Κοινωνία, Πατάκης, Αθήνα.

Σακκάς Γ. (2020). Οι δύο όχθες της Μεσογείου, Bookstars, Αθήνα.

Tauber Ε. (1993). The Emergence of the Arab Movements, Frank Cass, London.

Ernest Dawn C. (1991). The Origins of Arab Nationalism, In Τhe Origins of Arab Nationalism, Columbia University Press, Νew York, 3-30.

Jankowski J. (1991). Egypt and Early Arab Nationalism, 1908-1922, In Τhe Origins of Arab Nationalism, Columbia University Press, Νew York, 243-270.

 

Πηγή εικόνας: Διαθέσιμη σε: https://www.newsbeast.gr/world/arthro/11775651/giati-to-israil-sygkrouetai-me-to-iran-kai-ton-araviko-kosmo-oi-geopolitikes-isorropies.