Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η γένεση της Χεζμπολάχ και η αμφισβήτηση της κρατικής κυριαρχίας στον Λίβανο

Γράφει η Αριάννα Αργυριάδου

Ιστορικά ο Λίβανος χαρακτηρίζεται από ένα μωσαϊκό κοινοτήτων και μία ιδιόμορφη ανθρωπογεωγραφία, στοιχείο το οποίο αναμφίβολα έχει διαμορφώσει την έννοια της κρατικής κυριαρχίας στη χώρα. Από τη μία πλευρά, ο Λίβανος μπορεί να θεωρηθεί ως «αποτυχημένο κράτος», καθώς η επίσημη κρατική εξουσία συχνά αμφισβητείται ή περιορίζεται. Από την άλλη, η Χεζμπολάχ έχει αναπτύξει μια θεσμική συμβίωση με το κράτος, ενσωματωμένη σε ένα σύστημα υβριδικής κυριαρχίας, ενώ η ιστορία της παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με την ένοπλη αντίσταση κατά του Ισραήλ, αναδεικνύοντας τη σύνθετη σχέση μεταξύ μη κρατικών δρώντων και κρατικών θεσμών. Η περίπτωση της Χεζμπολάχ αναδεικνύει το διαρκές εννοιολογικό δίλημμα σχετικά με τον ορισμό της ένοπλης δράσης και ενσαρκώνει την γνωστή φράση «ο τρομοκράτης του ενός είναι ο μαχητής της ελευθερίας του άλλου» (Kindt, 2009).

Ο δημογραφικός ιστός του Λιβάνου συνίσταται σε δύο κύριες θρησκευτικές ομάδες, τους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους, οι οποίες, με τη σειρά τους, υφίστανται εσωτερική διαφοροποίηση σε μια πληθώρα θρησκευτικών ομάδων. Ειδικότερα, οι Χριστιανοί κατανέμονται σε περισσότερες από δώδεκα θρησκευτικές ομάδες, την μεγαλύτερη των οποίων αποτελούν οι Μαρωνίτες, ενώ οι Μουσουλμάνοι διακρίνονται σε Σουννίτες, Σιίτες και Δρούζους (Κούτσης, 1992, σ. 281-283). Το Σύμφωνο του 1943 θεσμοθέτησε μια άκαμπτη κατανομή της πολιτικής εξουσίας με βάση τα θρησκεύματα, κατά την οποία ο Πρόεδρος της χώρας να είναι χριστιανός Μαρωνίτης, ο Πρωθυπουργός μουσουλμάνος σουνίτης, και ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου μουσουλμάνος Σιίτης (Κρεμέτης, 2019).

Από αυτή την εύθραυστη θεσμική βάση, αναπτύχθηκαν διαρκείς εσωτερικές πολιτικές αντιπαλότητες. Ταυτόχρονα, η κοινωνική συνοχή κλονιζόταν από έντονες ανισότητες, οι οποίες πήγαζαν στην άνιση πρόσβαση στην εκπαίδευση, τους οικονομικούς πόρους και τις υποδομές. Συγκεκριμένα, οι μαρωνίτες χριστιανοί κατείχαν μεγαλύτερη πρόσβαση σε κυβερνητικούς πόρους, θέσεις εργασίας και εκπαίδευση, σε αντίθεση με τις μουσουλμανικές κοινότητες, και ιδιαίτερα τους σιίτες, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μία εμφανή περιθωριοποίηση, η οποία χαρακτηριζόταν από υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού, στέρηση επαρκών υποδομών και κρατικών επενδύσεων, καθώς επίσης από δραματικά υψηλότερους δείκτες βρεφικής θνησιμότητας σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο (Davis, 2007, σ. 24-26). Εκτός από το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, οι σιίτες βρισκόταν σε μειονεκτική θέση και θεσμικά, καθώς μέχρι τη δεκαετία του 1960 δεν είχε επιτευχθεί η δημιουργία ενός επίσημου σιιτικού θεσμού. Αργότερα, το 1967, με πρόεδρο τον Ιρανό Μούσα Αλ-Σαντρ ιδρύθηκε το Ανώτατο Ισλαμικό Σιιτικό Συμβούλιο (Mervin, 2024). Οι μουσουλμανικές κοινότητες, ως λογικό αποτέλεσμα, ζήτησαν μία ευνοϊκότερη θέση στο σύστημα καταμερισμού της εξουσίας και έτσι, η πρώτη θρησκευτική σύγκρουση του Λιβάνου συνέβη το 1958, καταδικάζοντας τον Λίβανο σε μια περίοδο αστάθειας (Davis, 2007, σ.24-26).

Επιπροσθέτως, η απώλεια του ηγέτη των Σιιτών, Μούσα Αλ-Σαντρ, το 1978, δημιούργησε ένα κενό ηγεσίας σε μία κοινότητα που διακρινόταν από έντονη δυσαρέσκεια και από ανάγκη να πάρει μία οργανωμένη μορφή. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε το Κίνημα Αμάλ, ή αλλιώς «Το Κίνημα των Στερημένων», ως πολιτικοστρατιωτική έκφραση της δυσανασχέτησης με την σιιτική περιθωριοποίηση (Mervin, 2024).

Το Εθνικό Σύμφωνο του 1943 θεσμοθέτησε ένα εύθραυστο, αλλά τυπικά λειτουργικό συμβιβασμό μεταξύ των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων του, η εύθραυστη αυτή δομή αμοιβαιότητας άρχισε να κλονίζεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, καθώς εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις έφεραν στο προσκήνιο τις βαθύτερες εντάσεις. Παράλληλα, παρά τον στόχο του Συμφώνου για ισότιμη κατανομή των εξουσιών, η τελική του έκφανση αποτέλεσε προνόμιο υπέρ της χριστιανικής κοινότητας και ειδικότερα των Μαρωνιτών. Η μαρωνίτικη πολιτική ηγεσία, διαχρονικά προσανατολισμένη προς την δύση, πρότασσε την ιδέα ενός λιβανικού έθνους, επικαλούμενη την φοινικική, αντί της αραβικής καταγωγής (Σπυρόπουλος, 2011, σ.450-452). Μάλιστα υποστήριζε πως απειλούταν η υπόσταση της λόγω «περικύκλωσης» από το αραβικό στοιχείο, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον παναραβισμό (Σπυρόπουλος, 2011, σ.455; Σαρλής, 2019, σ.172). Από την αντίθετη πλευρά, την δεκαετία του 60’ η σιιτική κοινότητα δείχνει να αφυπνίζεται παρακινούμενη από τον εμβληματικό Ιμάμ Μουσά Σαντρ. Η δράση του υπήρξε η πρώτη επιτυχημένη έκφραση της απαίτησης κοινωνικών μεταρρυθμίσεων με θρησκευτικούς όρους. Με προσήλωση στην δράση ενάντια στην αδικία και την καταπίεση, οδήγησε, το 1969, στην ανάπτυξη κοινοτικών θεσμών, καθώς επίσης την ολοκλήρωση της νομικής χειραφέτησης των σιιτών από το σουνιτικό Ισλάμ (Σπυρόπουλος, 2011, σ.453).

Επιπροσθέτως, κεντρικό ρόλο διαδραμάτισε η παρουσία των παλαιστινίων στην περιοχή. Οι υπάρχοντες πρόσφυγες  του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 ενισχύθηκαν από ένα νέο κύμα παλαιστίνιών προσφύγων, οι οποίοι εκτοπισμένοι κατέφυγαν στον Λίβανο εξαιτίας του πολέμου των έξι ημερών το 1967 (Siklawi, 2017). Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν η Ιορδανία κατά τον Μαύρο Σεπτέμβρη το 1970 εκδίωξε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (εφεξής ΟΑΠ), η οποία έτσι μετέφερε την βάση της στον Λίβανο, με αποτέλεσμα ο Λίβανος να βρεθεί στο κέντρο της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης (Siklawi, 2017). Επίσης, οι παλαιστίνιοι υπήρξαν σύμμαχοι του δρούζου αρχηγού Καμάλ Τζουμπλάτ, ο οποίος διεκδικούσε την κατάργηση της κατανομής των αξιωμάτων στα θρησκευτικά δόγματα, ενώ ταυτόχρονα κατηγορούνταν για επιθυμία επαναφοράς της κυριαρχίας των Δρούζων την οποία είχαν ανατρέψει οι μαρωνίτες (Σπυρόπουλος, 2011, σ.454). Έτσι, η ΟΑΠ συνδέθηκε με το φιλοπαναραβικό «Αριστερό Μέτωπο», συμμαχία η οποία προκαλούσε ανησυχία ανατροπής ισχύος στους χριστιανούς.

Ωστόσο, η λιβανέζικη κυβέρνηση βρέθηκε ανίκανη να περιορίσει τη δράση της, αφού η συμφωνία του Καΐρου, ήδη από το 1969, είχε αναγνωρίσει αυτονομία δράσεων στην οργάνωση, βρίσκοντας αυτή την ελευθερία δράσης και πολιτικής οργάνωσης που είχε χάσει στις άλλες αραβικές χώρες μετά τον «μαύρο Σεπτέμβρη» (Σαρλής, 2019, σ.175). Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ Λιβανέζικων ακροδεξιών χριστιανών και Παλαιστινίων οξύνθηκαν δραματικά μετά το 1974, όταν τα αραβικά κράτη, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, αναγνώρισαν την ΟΑΠ ως τον νόμιμο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού (Κούτσης, 1992, σ.318). Ταυτόχρονα, η αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας στον Λίβανο δημιούργησε εντάσεις όχι μόνο με μαρωνίτες, αλλά και το Ισραήλ, το οποίο αναγνώρισε την περιοχή του Νότιου Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένης της Βηρυτού, ως απειλή (Κούτσης, 1992, σ.318). Έτσι, επιδρομές Παλαιστινίων ανταρτών κατά του Ισραήλ προκαλούσαν, αναπόφευκτα, ισραηλινά αντίποινα εναντίον λιβανικών στόχων (Κούτσης, 1992, σ.318-322).  Άμεση απόρροια αυτής της όξυνσης των εσωτερικών διαιρέσεων, η οποία ενισχύθηκε από τις αντιπαραθέσεις για τον ρόλο της ΟΑΠ στην περιοχή και την εμφανή εμπλοκή του Ισραήλ, αποτέλεσε η έναρξη της πρώτης φάσης του Λιβανέζικου Εμφυλίου Πολέμου, ο οποίος εκδηλώθηκε ως σύγκρουση του Λιβανέζικου Μετώπου και του Λιβανικού Εθνικού Κινήματος. Συγκεκριμένα, στις 13 Απριλίου 1975, έρχονται σε αιματηρή σύγκρουση, σε χριστιανική συνοικία, Φαλαγγίτες και Παλαιστίνιοι, και αυτή αποτελεί την επίσημη έναρξη του εμφυλίου (Σπυρόπουλος, 2011, σ.458).

Η έναρξη του εμφυλίου πολέμου, το 1975, σηματοδότησε την ίδρυση της πολιτοφυλακής «Αμάλ» (ελπίδα) από τον Μουσά αλ-Σαντρ, ο οποίος λειτούργησε ως υποστηρικτικός βραχίονας των κυβερνητικών λιβανέζικων ενόπλων δυνάμεων, με κύριο σκοπό την αντιμετώπιση των ισραηλινών στρατιωτικών εισβολών. Σύντομα, όμως, άλλαξε στάση και διαπίστωσε πως η αποτροπή της ανεξέλεγκτης δράσης των παλαιστινιακών οργανώσεων, ιδιαίτερα στον Νότιο Λίβανο, ταυτόχρονα με την αντιμετώπιση των σιωνιστών, αποτελούσε την μόνη οδό αυτοδιάθεσης των σιιτών στην περιοχή (Ζιάκα, 2004).

Κομβικής σημασίας στον εμφύλιο (1975-1990) υπήρξε η εμπλοκή της Συρίας, υπό τον Χάφεζ αλ-Άσαντ. Το καθεστώς της Δαμασκού προσπαθεί να αποδείξει υπό το πρίσμα της συμφωνίας του Σινά ΙΙ ότι αποτελεί απαραίτητο εταίρο στη διαχείριση των υποθέσεων στην περιοχή. Πεμπτουσία της συριακής πολιτικής αποτέλεσε η εδραίωση της περιφερειακής της επιρροής (Σπυρόπουλος, 2011, σ.461-462). Η επιδίωξη αυτή εκδηλώθηκε μέσω της προσπάθειας διασφάλισης της εδαφικής κυριαρχίας του Λιβάνου, τον έλεγχο της ΟΑΠ, καθώς επίσης την προστασία των ευάλωτων δυτικών της  συνόρων, κυρίως στην κοιλάδα της Μπεκάα, έναντι του Ισραήλ, με το οποίο ωστόσο η άμεση αντιπαράθεση θεωρείται σχεδόν απίθανη μετά την συμφωνία αποδέσμευσης από το Γκολάν το 1974 (Σπυρόπουλος, 2011, σ.462-463).

Η πρώτη στρατιωτική επέμβαση στον λιβανικό εμφύλιο από το καθεστώς του Χάφεζ αλ-Άσαντ συνέβη το 1976, με την έγκριση των ΗΠΑ και των Αραβικών κρατών (Σπυρόπουλος, 2011, σ.466-471). Σύμφωνα με τον Jamal Wakim (2020), επρόκειτο για σημαντική στρατιωτική επιχείρηση ενάντια της ΟΑΠ  και αριστερών ομάδων, με στόχο όχι μόνο την εξισορρόπηση αλλά και την επιβολή επιρροής, υπό τον μανδύα της ειρηνευτικής παρέμβασης. Παρά την αρχική έμμεση υποστήριξη των χριστιανών, κεντρικός στόχος εν τέλει κατέστη ο στρατηγικός έλεγχος της εξέλιξης του εμφυλίου, διατηρώντας τη θέση του ρυθμιστή και αποτρέποντας έτσι την επικράτηση οποιασδήποτε αντιμαχόμενης δύναμης (Wakim, 202). Το ίδιο έτος η Συρία προτρέπει τους εμπλεκόμενους στην υπογραφή εκεχειρίας, η οποία επιτυγχάνεται, όμως δεν διαρκεί πολύ. Έτσι, ο Λίβανος βρέθηκε αυτή τη φορά γεωγραφικά διαιρεμένος, με τους μαρωνίτες στον βορρά, τον συριακό στρατό στα ανατολικά και την ΟΑΠ στον νότο (Hourani, 2009).

Επιπρόσθετα, αμέσως μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979, υπήρξε ξεκάθαρη η  στρατηγική σύμπραξη μεταξύ Ιράν και Συρίας, ειδικά λόγω του κοινού αντι-ισραηλινού και αντι-αμερικανικού χαρακτήρα, σχηματίζοντας τον γνωστό «Άξονα της Αντίστασης». Το χομεϊνικό καθεστώς από την μία, βρήκε την γεωγραφική και πολιτική του δίοδο για την «εξαγωγή» της επανάστασης, και το καθεστώς Άσαντ, από την άλλη, είχε την ανάγκη ενός συμμάχου για την αποφυγή της απομόνωσης μετά την Συμφωνία Καμπ Ντέιβιντ, καθώς επίσης για οικονομική στήριξη, εσωτερική νομιμοποίηση και αντιμετώπιση του εχθρικού Ιράκ (Mazis & Sarlis, 2013). Με άλλα λόγια, παρά το ιδεολογικό χάσμα Χομεϊνί-Άσαντ, τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα κατάφεραν να ταυτιστούν (Mazis & Sarlis, 2013).

Την 3η Ιουνίου του 1982, ο ισραηλινός πρέσβης Σλόμο Αγκρόβ δολοφονείται στο Λονδίνο από Παλαιστινίους. Αν και δεν επρόκειτο για ενέργεια της ΟΑΠ, το γεγονός αυτό αποτέλεσε το “casus belli”, δηλαδή την αφορμή για την έναρξη των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο (Edmunds, 2000). Σύμφωνα με τον Edmunds (2000), η απόπειρα δολοφονίας του πρέσβη εργαλειοποιήθηκε και λειτούργησε ως προκάλυμμα για την επίθεση στον Λίβανο και τον πραγματικό στόχο του Ισραήλ, ο οποίος ήταν η υπονόμευση της δράσης της ΟΑΠ στην περιοχή.

Οι στόχοι του Ισραήλ περιλάμβαναν την πλήρη αποδυνάμωση της οργανωτικής και στρατιωτικής παρουσίας της ΟΑΠ στον Λίβανο, την εκδίωξη των συριακών στρατευμάτων από το λιβανικό έδαφος και, σε τελική ανάλυση, την αναδιάρθρωση του Λιβάνου σε ένα κράτος ευθυγραμμισμένο με τα ισραηλινά συμφέροντα. Κατά αυτό τον τρόπο τέθηκε σε εφαρμογή η επιχείρηση «Ειρήνη για τη Γαλιλαία» (Σαρλής, 2019). Ως εκ τούτου, θα πετύχαινε αφενός την προστασία των βόρειων συνόρων του και αφετέρου θα επέφερε καίριο πλήγμα στην συριακή στρατιωτική παρουσία στα εδάφη. Ως αποτέλεσμα, ο Λίβανος μετατράπηκε σε νέα εστία αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, αυτή τη φορά μεταξύ Συρίας και Ισραήλ (Edmunds, 2000).

Συνολικά, καθίσταται σαφές πως ο δεκαπενταετής εμφύλιος πόλεμος οδήγησε στη θεσμική και λειτουργική αποσύνθεση του λιβανέζικου κράτους, και ως αναπόφευκτη συνέπεια στην μεταβίβαση μέρους της εξουσίας στις ένοπλες πολιτοφυλακές. Την ίδια περίοδο, μέλη της Αμάλ, η οποία δημιουργήθηκε κατά την έναρξη του εμφυλίου ως έκφραση των συμφερόντων των καταπιεσμένων σιιτών, ξεκίνησαν να υποστηρίζουν την υιοθέτηση σκληρότερης στρατιωτικής γραμμής απέναντι στο Ισραήλ και προέκριναν το ιρανικό μοντέλο Ισλαμικής Δημοκρατίας, και έτσι αποσχίστηκαν, συγκροτώντας την Ισλαμική Αμάλ (Κρεμέτης, 2019).

Η Χεζμπολάχ, η οποία φέρει ονομασία που μεταφράζεται κυριολεκτικά ως «το κόμμα του Θεού», αναδύθηκε ως απάντηση στην ισραηλινή εισβολή του 1982. Ειδικότερα, η Ισλαμική Αμάλ σε συνδυασμό με άλλες σιιτικές πολιτοφυλακές αποτέλεσαν τον πυρήνα της δημιουργίας της Χεζμπολάχ. Ιδεολογική της βάση συνέστησαν οι ιδέες του Αγιατολάχ Χομεϊνί, ηγέτη της ιρανικής επανάστασης. Μάλιστα, στη θεμελιώδη Διακήρυξη της το 1985 τέθηκαν με σαφήνεια οι κύριοι άξονες (Blanchard & Addis, 2010). Συγκεκριμένα, ως καίριοι αντίπαλοι τέθηκαν οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, ως αντικειμενικός στόχος η εξάλειψη του Ισραήλ και τέλος, σαφώς ως πολιτικό ιδανικό μια Ισλαμική Δημοκρατία με βάση της την λαϊκή βούληση (Blanchard & Addis, 2010).

Το Σύμφωνο του Ταΐφ του 1989, το οποίο τερμάτισε τον εμφύλιο και αναδιάρθρωσε την κατανομή της εξουσίας στον Λίβανο, προέβλεπε τον αφοπλισμό των πολιτοφυλακών. Από αυτή την κομβική παράμετρο της συμφωνίας εξαιρέθηκε η οργάνωση της Χεζμπολάχ, χάρη στην στήριξη της Συρίας, η οποία ευθυγραμμιζόταν με ιρανικά συμφέροντα. Ως αποτέλεσμα, η ύπαρξη της Χεζμπολάχ έγινε αποδεκτή από το επίσημο κράτος του Λιβάνου (Harik, 2005, όπως αναφέρεται στο Κρεμέτης, 2019). Αυτή η νομιμοποίηση παρείχε στην Χεζμπολάχ το «εισιτήριο» για να διευρύνει δραστικά το πεδίο δράσης της, πέρα από τον στρατιωτικό τομέα, εδραιώνοντας την παρουσία της σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Αξιοσημείωτη πτυχή της Χεζμπολάχ λοιπόν έγκειται στην ικανότητά της να λειτουργεί ως κράτος εν κράτει, παρέχοντας κοινωνικές υπηρεσίες σε τομείς στους οποίους η κυβέρνηση είναι αναποτελεσματική (Hussain, 2009). Για παράδειγμα παρέχει εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, υποδομές και άλλες βασικές υπηρεσίες σε κοινότητες που βρίσκονται εκτός της κρατικής μέριμνας, ρόλος ο οποίος δεν είναι απλώς συμπληρωματικός αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας του λιβανικού κοινωνικού συστήματος (Hussain, 2009).

Η απόφαση αυτή της Χεζμπολάχ για έναν πολυσχιδή ρόλο βρήκε ευρεία απήχηση σε μια σιιτική κοινότητα βαθιά δυσαρεστημένη, η οποία προσπαθούσε να ξεφύγει από την πολιτική της περιθωριοποίηση και να επιτύχει αναγνώριση, έκφραση, εκπροσώπηση και ουσιαστική πρόσβαση στους κυβερνητικούς μηχανισμούς (Hussain, 2009). Κατά αυτόν τον τρόπο, στις βουλευτικές εκλογές του 1992, η Χεζμπολάχ κατέκτησε 8 έδρες, γεγονός το οποίο σημάδεψε την μεταμόρφωση της σε πολιτικό, νομιμοποιημένο παράγοντα, καθώς επίσης, σύμφωνα με τον Χουσέιν (2009), την συμβολική μετατροπή του ρητού της από «Ισλαμική Επανάσταση» σε «Ισλαμική Αντίσταση» στον Λίβανο. Το πρώτο επίσημο πολιτικό πρόγραμμα της Χεζμπολάχ το 1992 στηρίχθηκε σε τρεις θεμελιώδεις άξονες, οι οποίοι αφορούσαν την απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών, την κατάργηση του ομοεθνούς συστήματος και τη δημογραφικά δίκαιη αναθεώρηση του εκλογικού νόμου (Davis, 2007).

Καταλήγοντας, ο Μπόαζ Γκάνορ (2012) εισάγει και υποστηρίζει μια θεωρητική προσέγγιση για τις «υβριδικές τρομοκρατικές οργανώσεις», επισημαίνοντας τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικότερα, ένας τέτοιος δρών οφείλει να πληροί δύο βασικά κριτήρια. Αφενός, προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη οργανωμένης στρατιωτικής ή παραστρατιωτικής πτέρυγας η οποία καταφεύγει στη χρήση τρομοκρατικών μεθόδων ως μέσο πολιτικής πίεσης και ένοπλης αντιπαράθεσης. Αφετέρου, η οργάνωση πρέπει να αναπτύσσει μια νόμιμη πολιτική και κοινωνική παρουσία, είτε μέσω συμμετοχής στο θεσμικό πολιτικό σύστημα είτε μέσω δικτύων κοινωνικής πρόνοιας και παροχής υπηρεσιών, που της προσδίδουν κοινωνική νομιμοποίηση και διευρύνουν τη βάση υποστήριξής της. Συμπερασματικά, η Χεζμπολάχ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «υβριδικής τρομοκρατικής οργάνωσης», επιβεβαιώνοντας την προσέγγιση του Γκάνορ και αποδεικνύοντας ότι καθίσταται καθόλα εφικτή η απόρριψη και αμφισβήτηση των ορίων μεταξύ κρατικής και μη κρατικής εξουσίας στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.

 

Βιβλιογραφία / Πηγές

Βιβλία

Κούτσης, Α. Σ. (1992). Μέση Ανατολή: Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτική Ανάπτυξη : Vol. Τόμος Α’. Εκδόσεις Παπαζήση.

Σπυρόπουλος, Γ. Μ. (2011). Μέση Ανατολή – Αραβο-ισραηλινή διένεξη – Ιστορία, Πολιτική, Διπλωματία. Εκδόσεις Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Davis, P. (2007), Filling the void: Hizbullah ‘s state building in Lebanon

Hourani, A., (2009). Η Ιστορία Του Αραβικού Κόσμου. Μετάφραση: Θ. Δαρβίρη., Αθήνα: Ψυχογιός.

 

Ακαδημαϊκές Πηγές

Ζιάκα, Α. (2004). Το σιιτικό Ισλάμ- Οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις στη Μέση Ανατολή. Academia.edu. Διαθέσιμο σε: https://www.academia.edu/21637186/T%CE%BF_%CE%A3%CE%B9%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%99%CF%83%CE%BB%CE%AC%CE%BC_%CE%9F%CE%B9_%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%9C%CE%AD%CF%83%CE%B7_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE_%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7_2004

Κρεμέτης, Σ. (2019). Χεζμπολάχ και Δόμηση Κράτους στο Λίβανο. Διαθέσιμο σε: https://ikee.lib.auth.gr/record/305718/files/GRI-2019-24649.pdf

Mazis, I. & Sarlis, M. (2013). A Geopolitical Analysis of the Activation of the Shiite Geopolitical Factor within the Syrian Conflict Geo-System. Regional Science Inquiry Journal, Vol. V, (2), 2013, pp. 125-144. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/291929476_A_Geopolitical_analysis_of_the_activation_of_the_shiite_geopolitical_factor_within_the_syrian_conflict_geosystem

Σαρλής, Μ. (2019). Οι Μαρωνίτες και οι δύο κρίσεις του Λιβάνου (1958 & 1975). Research Gate. Διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/357794783_Oi_Maronites_kai_oi_dyo_kriseis_tou_Libanou_1958_1975

Blanchard, C., & Addis, C. (2010). CRS Report for Congress: Hezbollah: Background and Issues for Congress, Casey L. Addis, Analyst in Middle Eastern Affairs. Διαθέσιμο σε: https://www.everycrsreport.com/files/20101008_R41446_74080e475b543f8ec66c3a60d2e821ecacedd810.pdf

Davis, P. (2007). Filling the Void:  Hizbullah’s State Building in Lebanon. Usyd.edu.au. Διαθέσιμο σε: http://hdl.handle.net/2123/2163

Edmunds, J. (2000). Israel in Lebanon: A New Labour Consensus? Palgrave Macmillan UK EBooks, 86–108. Διαθέσιμο σε:  https://doi.org/10.1057/9780333981382_5

Ganor, D. B. (2012). The Hybrid Terrorist Organization and Incitement | Jerusalem Center for Public Affairs. Jerusalem Center for Security and Foreign Affairs. Διαθέσιμο σε:  https://jcfa.org/article/the-hybrid-terrorist-organization-and-incitement/

Hussain, A. (2009). Hezbollah: A State Within a State | Hudson. Www.hudson.org. https://www.hudson.org/national-security-defense/hezbollah-a-state-within-a-state

Mervin, S. (2024). Shiites In Lebanon. Encyclopaedia Iranica. Διαθέσιμο σε: https://www.iranicaonline.org/articles/shiites-in-lebanon/

Siklawi, R. (2017). The Palestinian Resistance Movement in Lebanon 1967–82: Survival, Challenges, and Opportunities. Arab Studies Quarterly, 39(3), 923. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.13169/arabstudquar.39.3.0923

Wakim, J. (2020). Lebanese Civil War and the Syrian Intervention in Lebanon Until 1990. Revista Práxis E Hegemonia Popular, 5(7), 141–157. Διαθέσιμο σε:  https://doi.org/10.36311/2526-1843.2020.v5n7.p141-157

 

Πηγή εικόνας

BBC. (2023). What is Hezbollah in Lebanon, and will it go to war with Israel? Www.bbc.com. Διαθέσιμο σε: https://www.bbc.com/news/world-middle-east-67307858