Γράφει η Ρακοπούλου Λυδία
Από το σύστημα SEEK (Secure Electronic Enrollment Kit) της εικοσαετούς σύρραξης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Αφγανιστάν, έως το λογισμικό «Lavender» του ισραηλινο-παλαιστινιακού ζητήματος, η αξιοποίηση τεχνολογιών βιομετρικής αναγνώρισης και ταυτοποίησης στις ένοπλες επιχειρήσεις δεν αποτελεί πλέον σενάριο φαντασίας, αλλά απτή πραγματικότητα. Η ανάδυση τέτοιων εργαλείων στις σύγχρονες μεθόδους πολέμου εγείρει σύνθετα νομικά ερωτήματα ως προς τη συμμόρφωση με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς και σημαντικούς ηθικούς προβληματισμούς αναφορικά με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Γενικώς, τα βιομετρικά δεδομένα, βασίζονται στα φυσικά, φυσιολογικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου για την ταυτοποίησή του. Τα χαρακτηριστικά αυτά καθίστανται ιδιαιτέρως κατάλληλα για την αναγνώριση ατόμων με επιστημονική ακρίβεια, καθώς είναι μοναδικά για κάθε πρόσωπο. Τα βιομετρικά συστήματα αποτελούν καταρχήν συστήματα αναγνώρισης μοτίβων: συλλέγουν βιομετρικά δεδομένα, εξάγουν ένα σύνολο χαρακτηριστικών και τα συγκρίνουν με πρότυπα που είναι ήδη αποθηκευμένα σε μια βάση δεδομένων (Zwanenburg, 2021, σελ. 1406-1407). Ο σκοπός των συστημάτων αυτών είναι τριπλός: η αναγνώριση της ταυτότητας ενός προσώπου, η επαλήθευση της και η ταξινόμησή του με βάση τα χαρακτηριστικά του (Andersin, 2025a). Παρά την εντυπωσιακή ακρίβεια που επιτυγχάνουν, κανένα βιομετρικό σύστημα δεν είναι απολύτως αλάνθαστο. Είναι δυνατόν περισσότερα δείγματα, ληφθέντα από το ίδιο άτομο, να παρουσιάσουν ασυμβατότητα σε περιβάλλοντα αυξημένης αβεβαιότητας, ενώ συμπεριφορικά και φυσιολογικά δεδομένα ενδέχεται να μεταβάλλονται σε βάθος χρόνου (Zwanenburg, 2021, σελ. 1409-1410).
Τα παραδείγματα χρήσης βιομετρικών συστημάτων και τεχνολογιών αναγνώρισης στον στρατιωτικό τομέα ποικίλουν. Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την υποστήριξη των αποφάσεων στόχευσης και, ειδικότερα, την ενίσχυσή τους μέσω της τεχνητής νοημοσύνης για την επιλογή και εκτέλεση συγκεκριμένων στόχων, καθώς και τον υπολογισμό του αναμενόμενου αριθμού απωλειών σε μία ένοπλη σύρραξη (Andersin, 2025a). Επιπλέον, τα βιομετρικά συστήματα χρησιμοποιούνται για μαζική αναγνώριση προσώπων σε σημεία ελέγχου (checkpoints), την ταυτοποίηση αιχμαλώτων πολέμου και τον εντοπισμό εχθρικών δυνάμεων ή ατόμων που σχετίζονται με την κατασκευή ή μεταφορά εκρηκτικών μηχανισμών. Στο πλαίσιο της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης, η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων χρησιμοποιήθηκε από τον ουκρανικό στρατό για τη διάκριση των νεκρών μεταξύ ρωσικών και ουκρανικών απωλειών, ενώ στην περίπτωση της Γάζας αξιοποιήθηκε για την αναζήτηση και τον εντοπισμό αγνοουμένων (Rosenzweig & Pacholska, 2025, σελ. 239). Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η αρχική ανάπτυξη των βιομετρικών τεχνολογιών συνδέθηκε στενά με την απονομή ποινικής δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων πολέμου, συμβάλλοντας στον εντοπισμό θυμάτων ή στη σύνδεση υπόπτων με μια σκηνή εγκλήματος.
Η ευρεία αυτή εικόνα των στρατιωτικών εφαρμογών των βιομετρικών συστημάτων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια όταν εξεταστούν συγκεκριμένα παραδείγματα εθνικών πρακτικών. Οι περιπτώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ αποτελούν δύο ιδιαίτερα αποκαλυπτικές μελέτες, στις οποίες αναδεικνύονται τόσο οι επιχειρησιακές δυνατότητες όσο και οι νομικές προκλήσεις που εγείρονται. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν πρωτοπόροι στην υιοθέτηση βιομετρικών δεδομένων σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ιδίως μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Τα δεδομένα αυτά αξιοποιήθηκαν για σκοπούς ταυτοποίησης και, ειδικότερα, για την άρνηση πρόσβασης σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις ύστερα από τον εντοπισμό προσωπικού συνδεόμενου με ιρακινή τρομοκρατική οργάνωση και υπεύθυνου για επίθεση εντός των αμερικανικών βάσεων (Steinhauer, 2014). Επιπλέον, μέσω προγραμμάτων όπως το «Afghan 1000», οι ΗΠΑ επιδίωξαν να επιτύχουν αυτό που χαρακτηρίζεται ως «identity dominance», δηλαδή, τη συλλογή και την αποθήκευση της ταυτότητας όσο το δυνατόν μεγαλύτερου τμήματος του αφγανικού πληθυσμού, ώστε να εντοπίζουν πιθανούς αντιπάλους και να ενσωματώνουν τα δεδομένα σε ευρείες βάσεις για σκοπούς παρακολούθησης και πληροφοριακής αξιοποίησης. Χαρακτηριστικό εργαλείο αποτέλεσε επίσης το SEEK, ένα φορητό σύστημα συλλογής βιομετρικών δεδομένων, το οποίο επέτρεπε τον άμεσο εντοπισμό καταζητούμενων στο Αφγανιστάν μέσω διασύνδεσης με βάσεις δεδομένων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (Zwanenburg, 2021, σελ. 1405-1406).
Στο παράδειγμα του Ισραήλ, η χρήση των βιομετρικών δεδομένων λαμβάνει εκτεταμένες διαστάσεις, οι οποίες αναδεικνύουν τους νομικούς και ηθικούς προβληματισμούς που γεννώνται από αυτή. Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις χρησιμοποιούν πολλαπλά βιομετρικά συστήματα, ενισχυμένα με τεχνητή νοημοσύνη, για την επιλογή στόχων, με χαρακτηριστικότερο το «Lavender» (El Johari, 2025). Το σύστημα αυτό είναι σχεδιασμένο για τον εντοπισμό ατόμων υπόπτων για σύνδεση με τη Χαμάς ή την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, αναλύοντας μοτίβα στα βιομετρικά δεδομένα τους και αποδίδοντας σε κάθε Παλαιστίνιο μια βαθμολογία από το ένα έως το εκατό, η οποία υποδεικνύει την πιθανότητα σύνδεσης με τις οργανώσεις αυτές. Στη συνέχεια, ένα άλλο σύστημα, ονομαζόμενο «Where’s Daddy», παρακολουθεί τα άτομα που έχουν επισημανθεί από το «Lavender» και υποδεικνύει πότε επιστρέφουν στις οικείες των οικογενειών τους, προκειμένου να στοχοποιηθούν και να βομβαρδιστούν (Andersin, 2025b). Η χρήση αυτών των συστημάτων δημιουργεί σοβαρά ζητήματα λόγω του ποσοστού σφάλματος που παρουσιάζουν και, κατά συνέπεια, του κινδύνου στοχοποίησης αμάχων. Στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ χρησιμοποιείται το σύστημα αναγνώρισης προσώπων «Blue Wolf», το οποίο ανιχνεύει τα πρόσωπα των Παλαιστινίων και επιτρέπει στον ισραηλινό στρατό να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που συλλέγονται και αποθηκεύονται για αυτούς στη βάση δεδομένων «Wolf Pack» μέσω εφαρμογής κινητού τηλεφώνου (El Johari, 2025).
Οι ανωτέρω πρακτικές αναδεικνύουν ότι η αξιοποίηση των βιομετρικών συστημάτων στις ένοπλες συγκρούσεις συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους, πρωτίστως για τη συμμόρφωση με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Ο κίνδυνος λανθασμένης ταυτοποίησης πλήττει καίρια τις αρχές της διάκρισης και της αναλογικότητας των επιθέσεων, καθώς καθιστά τον εντοπισμό των στρατιωτικών στόχων έναντι των αμάχων αναξιόπιστο και ενδέχεται να προκαλέσει υπέρμετρες ζημίες, τραυματισμούς και θανάτους πολιτών. Τα βιομετρικά συστήματα, τα οποία σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό ενισχυμένα από την τεχνητή νοημοσύνη, δύνανται να αναγνωρίσουν ή να επαληθεύσουν την ταυτότητα ενός ατόμου, δεν είναι όμως σε θέση να αξιολογήσουν το καθεστώς του βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και να καθορίσουν εάν, για παράδειγμα, πρόκειται για στρατιώτη που βρίσκεται εκτός μάχης λόγω τραυματισμού ή άλλης ανικανότητας και απολαμβάνει προστασίας από άμεσες επιθέσεις (International Committee of the Red Cross, n.d.-b). Επιπλέον, η προτεραιότητα που δίδεται στην επιτάχυνση του εντοπισμού στόχων μέσω της χρήσης συστημάτων υποστήριξης των αποφάσεων στόχευσης οδηγεί στην υπονόμευση της ανθρώπινης εποπτείας, με αποτέλεσμα η διαδικασία ελέγχου να περιορίζεται σε απλή «σφραγίδα έγκρισης», η οποία συχνά διαρκεί ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από τη διεξαγωγή μιας επίθεσης (El Johari, 2025). Μία τέτοια επιφανειακή εξέταση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνιστά συμμόρφωση ούτε με τις αρχές της διάκρισης και της αναλογικότητας ούτε με την αρχή των προφυλάξεων, η οποία απαιτεί τη λήψη όλων των εφικτών μέτρων προκειμένου να αποφευχθούν ή να ελαχιστοποιηθούν οι τυχαίες απώλειες ή τραυματισμοί αμάχων και οι ζημίες σε αποκλειστικά πολιτικά αντικείμενα (International Committee of the Red Cross, n.d.-a).
Όσον αφορά ειδικά τους αιχμαλώτους πολέμου, ενώ η Τρίτη Σύμβαση της Γενεύης σχετικά με το καθεστώς τους απαιτεί την ίδρυση Γραφείων Πληροφοριών από τα μέρη της ένοπλης σύρραξης για την καταγραφή στοιχείων ταυτοποίησής τους, δεν απαιτεί τη συλλογή των βιομετρικών τους δεδομένων (International Committee of the Red Cross, 1949, Άρθρο 122). Συνεπώς, οποιαδήποτε λήψη και επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων αιχμαλώτων πρέπει, αρχικά, να γίνεται με τη συγκατάθεσή τους ή με νομική αιτιολόγηση, να σταθμίζεται αυστηρά υπό το πρίσμα του Άρθρου 17 της Τρίτης Σύμβασης και να διασφαλίζεται ότι δεν θίγεται το δικαίωμά τους στον σεβασμό του προσώπου και της τιμής τους (International Committee of the Red Cross, 1949, Άρθρο 14).
Οι συνέπειες της χρήσης βιομετρικών δεδομένων στις ένοπλες συγκρούσεις δεν θέτουν απλώς σε κίνδυνο τις θεμελιώδεις αρχές και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, αλλά εγείρουν και βαθύτερους ηθικούς προβληματισμούς. Χαρακτηριστικά, η ανάπτυξη τεχνολογιών μαζικής αναγνώρισης προσώπων και παρακολούθησής τους βάσει των βιομετρικών τους δεδομένων, χωρίς τη συναίνεσή τους, θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, το οποίο απαγορεύει την αυθαίρετη ή παράνομη παρέμβαση σε αυτή (United Nations, 1966, Άρθρο 17). Από την άλλη, συστήματα, όπλα ή άλλες μέθοδοι πολέμου που βασίζονται σε βιομετρικά δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων στόχευσης και θανάτωσης ενδέχεται να προκαλέσουν αυθαίρετες ή λανθασμένες επιθέσεις και στερήσεις ανθρώπινων ζωών, προσβάλλοντας το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή (United Nations, 1966, Άρθρο 6). Ωστόσο, αυτές δεν είναι οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες παραβιάζονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Οι πιθανές αλγοριθμικές προκαταλήψεις (bias) στα βιομετρικά συστήματα ενέχουν σοβαρό κίνδυνο διακρίσεων και στιγματοποίησης ολόκληρων εθνοτικών, θρησκευτικών ή πολιτικών ομάδων, γεγονός που πλήττει την ακρογωνιαία αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας ενώπιον του νόμου (United Nations, 1966, Άρθρο 2 και 26; Council of Europe, 1950, Άρθρο 14).
Υπό ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι ανωτέρω πρακτικές αναδεικνύουν ουσιώδεις ηθικές ανησυχίες, οι οποίες συνδέονται κατά κύριο λόγο με τη μετατόπιση από την ανθρώπινη κρίση στην αλγοριθμική αξιολόγηση. Η «αποπροσωποποίηση» των ενόπλων συγκρούσεων δυσχεραίνει εξαιρετικά τον προσδιορισμό της ηθικής αλλά και της νομικής ευθύνης για αυτοματοποιημένες αποφάσεις ζωής και θανάτου, θέτοντας στο προσκήνιο τον κίνδυνο θεσμοποίησης της ατιμωρησίας και, κατά συνέπεια, τον περιορισμό της δυνατότητας δικαστικής προστασίας των θυμάτων (Andersin, 2025a). Η μετατροπή της ανθρώπινης ταυτότητας σε σύνολα δεδομένων ενδέχεται να καθιερώσει φαινόμενα, όπως η παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των ατόμων, η μαζική τους παρακολούθηση χωρίς συναίνεση ή νομική αιτιολόγηση (Liu, 2024) και, γενικότερα, η αντιμετώπισή τους ως απλούς στόχους αντί για φορείς δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, αυτοί οι προβληματισμοί επισημαίνουν τον φόβο μετατροπής των ενόπλων συρράξεων σε απρόσωπους, θανατηφόρους πολέμους, όπου η αλγοριθμική αξία των ατόμων θα είναι μεγαλύτερη από την ανθρώπινη (Andersin, 2025b).
Καταληκτικά, καθίσταται πρόδηλο ότι ο τρόπος διεξαγωγής των ενόπλων επιχειρήσεων έχει αλλάξει ριζικά. Απέναντι σε μια τέτοια αλλαγή, το ισχύον νομικό καθεστώς δεν μπορεί να μείνει στάσιμο. Η ανάγκη αποτελεσματικής κανονιστικής ρύθμισης της χρήσης των βιομετρικών δεδομένων και των συστημάτων επεξεργασίας τους είναι επιτακτική, προκειμένου να αποτραπούν, κατά το δυνατό, οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση, γνώμονας αυτής της ρύθμισης πρέπει να είναι ο ανθρώπινος παράγοντας και η συνειδητοποίηση ότι η τεχνολογία είναι απρόβλεπτη και όχι ένας «από μηχανής θεός».
Πηγές
Ακαδημαϊκά Άρθρα:
Andersin, E. (2025a). The use of the “Lavender” in Gaza and the law of targeting: AI decision-support systems and facial recognition technology. Journal of International Humanitarian Legal Studies, 16(2), 336–370. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1163/18781527-bja10119
El Johari, A. (2025). Israel’s use of military AI-systems in the occupied territories of Palestine (Versie 1). Militair Rechtelijk Tijdschrift (Netherlands Military Law Review). Ministerie van Defensie. Διαθέσιμο σε: https://puc.overheid.nl/mrt/doc/PUC_794610_11/1/
Liu, Y. (2024). From Russian filtration operations to the lex ferenda of belligerent occupation: How to protect biometrics and privacy in occupied territories? The Military Law and the Law of War Review, 62(1), 89–113. Διαθέσιμο σε: https://www.elgaronline.com/view/journals/mllwr/62/1/article-p89.xml
Rosenzweig I., & Pacholska M. (2025). The use of facial recognition for targeting under international law. International Review of the Red Cross (2025), 107 (928), Cambridge University Press, 238–255. Διαθέσιμο σε: https://doi.org/10.1017/S1816383124000705
Zwanenburg, M. (2021). Know thy enemy: The use of biometrics in military operations and international humanitarian law. International Law Studies (Naval War College), 97, 1404–1431. Διαθέσιμο σε: https://dare.uva.nl/personal/pure/en/publications/know-thy-enemy-the-use-of-biometrics-in-military-operations-and-international-humanitarian-law(7e6d365a-1891-4eba-9a8e-2801992b6b92).html
Πρωτογενείς Πηγές / Συμβάσεις:
Council of Europe. (1950). Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Διαθέσιμο σε: https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ell
International Committee of the Red Cross. (1949). Convention (III) relative to the Treatment of Prisoners of War. International Humanitarian Law Databases. Διαθέσιμο σε: https://ihl-databases.icrc.org/en/ihl-treaties/gciii-1949
International Committee of the Red Cross. (n.d.-a). Rule 15. Principle of Precautions in Attack. International Humanitarian Law Databases. Διαθέσιμο σε: https://ihl-databases.icrc.org/en/customary-ihl/v1/rule15
International Committee of the Red Cross. (n.d.-b). Rule 47. Attacks against Persons Hors de Combat. International Humanitarian Law Databases. Διαθέσιμο σε: https://ihl-databases.icrc.org/en/customary-ihl/v1/rule47
United Nations. (1966). Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και Προαιρετικά Πρωτόκολλα (ICCPR). Διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/instruments-mechanisms/instruments/international-covenant-civil-and-political-rights
Άρθρα από blog:
Andersin, E. (2025b). Military use of biometrics series – Israel’s use of AI-DSS and facial recognition technology: The erosion of civilian protection in Gaza. Lieber Institute, West Point. Διαθέσιμο σε: https://lieber.westpoint.edu/israels-use-ai-dss-facial-recognition-technology-erosion-civilian-protection-gaza/
Steinhauer, J. (2014). US biometric and identity intelligence programme – Part 1: How the American Department of Defense overcame anonymity on the battlefield. Keesing Platform. Διαθέσιμο σε: https://platform.keesingtechnologies.com/us-biometric-and-identity-intelligence-programme-4/
Πηγή Εικόνας:
Biometrics Task Force. (2009). Biometrics on the ground and in the DOD. U.S. ARMY Διαθέσιμο σε: https://www.army.mil/article/21940/biometrics_on_the_ground_and_in_the_dod
