Loading...
Πρόσφατες αναλύσεις
Κρίσεις και Ζητήματα Ασφαλείας

Η στρατηγική του προληπτικού πλήγματος στον 21ο αιώνα: Το Ισραήλ, το Ιράν και τα όρια της αποτροπής

Γράφει η Άρτεμις Παπαδοπούλου

 Σύμφωνα με τον συνταξιούχο αξιωματικό του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, πρόεδρο των μελετών αστικού πολέμου στο Ινστιτούτο Σύγχρονου Πολέμου και συγγραφέα John Spencer, η επιχείρηση “Rising Lion” που διεξήχθη από το κράτος του Ισραήλ στην Ιρανική πρωτεύουσα Τεχεράνη, ήταν μετασχηματιστική επαναπροσδιορίζοντας τον όρο «Δέος». Πιο συγκεκριμένα, ο εν λόγω συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη της δημοσίευσης του στο X να φανταστεί το ενδεχόμενο η επιχείρηση “Overlord” του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να ξεκινούσε με την εξουδετέρωση των Βίλχελμ Κάιτελ, Αρχηγού της Γερμανικής Ανώτατης Διοίκησης, του Χάινριχ Χίμλερ, επικεφαλή των SS, του Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ, πολυάριθμων άλλων υψηλόβαθμων στρατηγών, και την ολική καταστροφή των αεράμυνων της Γερμανίας, πριν ακόμα ένας στρατιώτης των Συμμάχων αποβιβαστεί στις φημισμένες παραλίες της Νορμανδίας την 6η Ιουνίου 1944. Αυτή η σκέψη, όσο ουτοπική και αν ακούγεται είναι σχεδόν ισοδύναμη με την Ισραηλινή επιχείρηση στο Ιράν (Spencer, 2025).

Προτού όμως αναλύσουμε την ίδια την επίθεση πρέπει ο αναγνώστης να κατανοήσει την σημασία της χρονικής συγκυρίας και του γενικότερου πλαισίου το οποίο προσέφερε τις ιδανικές συνθήκες για ένα χτύπημα τέτοιου βεληνεκούς. Επιβάλλεται λοιπόν μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα της Μέσης Ανατολής, ξεκινώντας από τον Ιανουάριο του 2003. Το αμερικανικό καθεστώς Μπους εξεπλάγη με το έμφραγμα που κατέστησε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Sharon ανίκανο να διοικήσει ενώ ταυτόχρονα η απαίτηση των ΗΠΑ για παλαιστινιακές εκλογές είχαν ως αποτέλεσμα την νίκη της τρομοκρατικής ομάδας ονόματι Χαμάς (Mattair, 2008). Πιο συγκεκριμένα, το Ισραήλ αλλα και το καθεστώς Μπούς δεν επιθυμούσαν να χρηματοδοτήσουν ή ακόμα και να διαπραγματευτούν με την κατα κύριο λόγο, ελεγχόμενη από τη Χαμάς, κυβέρνηση παρά μόνον εφόσον αυτή αναγνώριζε το Ισραήλ, αλλά και όλες τις προηγούμενες συμβάσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης ενώ βασική προϋπόθεση ήταν και η αποκήρυξη της τρομοκρατίας (Mattair, 2008). Εκείνη την περίοδο, το Σιιτικό Ιράν προσπαθούσε να χτίσει σχέσεις με τους Σουνίτες της Χαμάς αυξάνοντας την χρηματοδότηση τους (Mattair, 2008).

Τον Ιανουάριο του 2006 το Ιράν αποφασίζει να σταματήσει την οικειοθελή αναστολή των εργασιών εμπλουτισμού Ουρανίου και να επαναλάβει τις προσπάθειες αυτές στην υπόγεια βάση ονόματι Natanz (Mattair, 2008). Επιβαρύνοντας το κλίμα, τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, το Ιράν δήλωσε ότι δεν θα συμμορφώνεται πλέον με το πρόσθετο πρωτόκολλο της NPT (Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων), που είχε αποδεχθεί το 2003 και δεν θα επέτρεπε πλεον στον ΔΟΑΕ (Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας) να διεξάγει επιθεωρήσεις στις δηλωμένες πυρηνικές του εγκαταστάσεις και προφανώς ούτε σε μέρη ύποπτα όσον αφορά την ύπαρξη μη δηλωμένων εγκαταστάσεων (Mattair, 2008). Επιπλέον, εκείνη την περίοδο, ο Αμερικανός διευθυντής εθνικών πληροφοριών John Negroponte είχε δηλώσει οτι το Ιράν θα χρειαζόταν μεταξύ πέντε με δέκα χρόνια πριν καταφέρει να παράγει ένα πυρηνικό όπλο (Αξιολόγηση της Εθνικής Εκτίμησης Πληροφοριών (NIE)-Μάιος 2005), αλλά η Ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών πίστευε ότι το Ιράν ήταν πολύ πιο κοντά στην επίτευξη αυτού του στόχου και πολλά μέλη του Λευκού Οίκου αλλα και του Πενταγώνου συμμερίζονταν την Ισραηλινή άποψη (Mattair, 2008).

Η αυξανόμενη ανησυχία για τις προθέσεις και τις ενέργειες του Ιράν οδήγησε ορισμένους κύκλους στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να εξετάσουν ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης (Mattair, 2008). Στο στρατηγικό της δόγμα για την εθνική ασφάλεια, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2006, η κυβέρνηση Μπους συνέχισε να υποστηρίζει πως η προληπτική χρήση στρατιωτικής ισχύος μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή, εφόσον αποτύχουν άλλες μορφές αντιμετώπισης, ιδιαίτερα απέναντι σε κράτη που χαρακτηρίζονται ως απρόβλεπτα και ενδεχομένως επικίνδυνα (The White House, 2006, σ. 23). Το Ιράν, στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάστηκε ως η πλέον ανησυχητική απειλή, κυρίως λόγω των υπόπτων δραστηριοτήτων του στον τομέα των όπλων μαζικής καταστροφής (Mattair, 2008). To ίδιο επιχείρημα είχε υποστηριχθεί μάλιστα το 2002 και εφαρμόστηκε το 2003 στο Ιράκ ακόμη και αν αργότερα αποδείχθηκε οτι το εν λόγω κράτος δεν κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής ούτε υποτιθέμενες δοσοληψίες με την Αl-Qaeda (Mattair, 2008).

Αν και η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον όρο «προληπτική δράση» (preemptive action), ο οποίος παραδοσιακά αναφέρεται σε στρατιωτική ενέργεια ως απάντηση σε άμεση και επικείμενη απειλή, η πολιτική που στην πραγματικότητα περιέγραφε προσιδιάζει περισσότερο στον όρο «προληπτική-προβλεπτική ενέργεια» (preventive action), δηλαδή ενέργεια με στόχο την αντιμετώπιση μιας αναδυόμενης ή μελλοντικής απειλής (Mattair, 2008). Τον Μάρτιο του 2006, ο Πρόεδρος Μπους δήλωσε ρητά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα δίσταζαν να καταφύγουν σε στρατιωτικά μέσα, εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο για την προστασία του Ισραήλ από ιρανικές απειλές. Η τοποθέτηση αυτή αποσκοπούσε αφενός στην καθησυχαστική διαβεβαίωση προς το Ισραήλ και αφετέρου στην αποτροπή τυχόν βεβιασμένης μονομερούς στρατιωτικής αντίδρασης εκ μέρους του (Mattair, 2008).

 Τα δεδομένα αυτά προκαλούν τον αναγνώστη να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους η επίθεση της 13ης Ιουνίου πραγματοποιήθηκε συγκεκριμένα σε αυτή τη χρονική συγκυρία, παρά το γεγονός ότι οι αντίστοιχες δυναμικές υφίστανται εδώ και περίπου δύο δεκαετίες.Ο πρώτος λόγος στον οποίο αποδίδεται αυτή η επιλογή του Ισραήλ είναι η συγκυρία πυρηνικής προόδου του Ιράν, το οποίο σύμφωνα με τον ΔΟΑΕ ως τις 17 Μαΐου θα είχε καταφέρει να συσσωρεύσει 408 κιλά ουρανίου στο 60%, το οποίο ποσοστό θα επέτρεπε στο Ιράν να επισπεύσει τον χρόνο παραγωγής υψηλής καθαρότητας (WGU) με το Ινστιτούτο ISIS να προειδοποιεί ότι σε τρεις εβδομάδες το απόθεμα αυτό θα μπορούσε να αποδώσει υλικό για περίπου 9 πυρηνικά όπλα (Lucas, 2025). Ο δεύτερος λόγος είναι η ανάπτυξη ενός νέου κοινού αποτρεπτικού δόγματος Ισραήλ-ΗΠΑ το οποίο λειτουργεί μέσω πρακτικών και πιο συγκεκριμένα επιθετικών ενεργειών όπως η επιχείρηση “Midnight Hammer”, η οποία σε συνδυασμό με τις ισραηλινές επιχειρήσεις χτύπησε τις βάσεις Natanz, Isfahan και Fordow μέσω της χρήσης 14 GBU‑57 των 30.000 lb (Massive Ordnance Penetrators) από B‑2 stealth bombers και Tomahawk πυραύλους από υποβρύχιο (Clench, 2025). Ο τελευταίος λόγος στον οποίον αποδίδουμε την επιλογή του Ισραήλ να δράσει τώρα ήταν το στοιχείο αιφνιδιασμού χάρη στο οποίο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τέθηκε σε τεράστιο κίνδυνο. Πιο συγκεκριμένα σε άρθρο του Iran International αναγράφεται ότι  «Η Ιρανική πλευρά δεν περίμενε επίθεση πριν τις επόμενες διαπραγματεύσεις στο Ομάν, οπότε δεν είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα». Πέρα απο την κατανόηση του «πότε», σημαντική είναι και αυτή του τρόπου με τον οποίο διεξήχθη το λεγόμενο προληπτικό πλήγμα (Iran International, 2025).

Ο «Πόλεμος των δώδεκα ημερών» μεταξύ Ισραήλ και Ιράν ξεκίνησε την 13η Ιουνίου με την στρατιωτική επιχείρηση ονόματι “Rising Lion” να πλήττει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν με ένα σαρωτικό και λεπτομερές προληπτικό χτύπημα. Σύμφωνα με τον Spencer (2025), πρόκειται για μια εκστρατεία και όχι ένα απλό χτύπημα. Μια συγχρονισμένη, πολυεπίπεδη επίθεση που συνδύαζε στοιχεία από τον κυβερνοχώρο, την ανθρώπινη νοημοσύνη, την αεροπορική ισχύ, τις ειδικές αλλά και ψυχολογικές επιχειρήσεις. Οι βασικοί άξονες της επιτυχίας της εν λόγω επίθεσης ήταν οι εξής;

 Πρώτα απο όλα το στοιχείο του αιφνιδιασμού, απαραίτητο για τις ειδικές επιχειρήσεις. Το Ισραήλ κατάφερε να υπερνικήσει την ιρανική άμυνα προτού το πρώτο αεροσκάφος προλάβει να διασχίσει τα σύνορα (Spencer, 2025). Δεύτερο άξονα αποτελεί η βαθιά διείσδυση και κυριαρχία των Ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών της Mossad στο ανώτατο στρατιωτικό και πυρηνικό επιτελείο του Ιράν (Spencer, 2025). Οι πράκτορες της Mossad δεν είχαν μόνο πλήρη γνώση της τοποθεσίας των πυρηνικών επιστημόνων και των διοικητών του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), αλλά κατάφεραν να διαμορφώσουν αλλά και να χειραγωγήσουν τα προγράμματα των συναντήσεων, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν πολλοί υψηλόβαθμοι στρατηγοί στην ίδια υπόγεια εγκατάσταση, όπου είχε σχεδιαστεί η ταυτόχρονη εξουδετέρωσή τους (Spencer, 2025). Οι επιβεβαιωμένες δολοφονίες περιλαμβάνουν τον Αρχηγό του Επιτελείου, Υποστράτηγο Μοχάμεντ Χοσεΐν Μπαγκερί, τον Διοικητή του IRGC, Υποστράτηγο Hossein Salami, τον Διοικητή του στρατηγείου Khatam al-Anbia, Υποστράτηγο Gholam Ali Rashid, τον Διοικητή της Αεροδιαστημικής Δύναμης του IRGC, Υποστράτηγο Amir Ali Hajizadeh, καθώς και εννέα πυρηνικούς επιστήμονες (Spencer, 2025). Ο Spencer παρομοιάζει σε αυτό το σημείο το χτύπημα με έναν αποκεφαλισμό, αυτόν του στρατηγικού κέντρου του Ιράν.

 Ο τρίτος πυλώνας αντανακλάται στην συνδυαστική χρήση υψηλής τεχνολογίας αλλά και τεχνολογίας χαμηλού κόστους με την Mossad να εισάγει λαθραία εκατοντάδες drones σε κομμάτια τα οποία στην συνέχεια συναρμολογούνταν απο εκπαιδευμένες ομάδες εντός του Ιράν και αργότερα τοποθετούνταν σε σημεία κλειδιά για την επερχόμενη επίθεση (Spencer, 2025). Με λίγα λόγια, το Ισραήλ, μέσω της χρήσης drones, τύφλωνε τα ραντάρ και τις επικοινωνίες ανοίγοντας διαδρόμους για αεροσκάφη κρούσης ενώ ομάδες στόχευσαν κινητούς εκτοξευτές πυραύλων, γνωρίζοντας ότι το Ιράν είχε περισσότερους πυραύλους από οχήματα εκτόξευσης (Spencer, 2025). Ως εκ του αποτελέσματος, πολλαπλές βάσεις ραντάρ, εκτοξευτές αλλά και κόμβοι συντονισμού καταστράφηκαν πριν προλάβει να απαντήσει το Ιράν. Ο τέταρτος πυλώνας παραπέμπει στην αεροπορική υπεροχή η οποία επιτεύχθηκε λόγω του προαναφερθέντος επιχειρησιακού διαδρόμου αφαιρώντας στο Ιράν την δυνατότητα να παρακολουθεί ή να αντιδρά στις εναέριες επιθέσεις (Spencer, 2025). Οι τελευταίοι δύο πυλώνες αφορούν πρώτον την καθυστερημένη, συγκεχυμένη και αναποτελεσματική απάντηση από την πλευρά του Ιράν. H εν λόγω απάντηση υποβαθμίστηκε προτού καν ξεκινήσει λόγω του είδους των πρώτων επιθέσεων του Ισραήλ το οποίο, μέσω αυτών, διαμόρφωσε ένα νέο είδος αποτροπής. Ο τελευταίος πυλώνας αφορά στις ψυχολογικές επιπτώσεις και πιο συγκεκριμένα το δέος που προκάλεσε η επιχείρηση “Rising Lion”(Spencer, 2025). Όπως είπε η πρώην αξιωματούχος της Μοσάντ, Σίμα Σάιν: «Κανείς στην ανώτατη διοίκηση του Ιράν δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι δεν είναι γνωστός στις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ή ότι είναι ο επόμενος στη λίστα».

Πιο πάνω έχουμε αναφερθεί σε διάφορους όρους εκ των οποίων ένας αντικατοπτρίζει την γενικότερη στρατηγική του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή. Πρόκειται για τον όρο “Αποτροπή” τον οποίο χρησιμοποιήσαμε για να χαρακτηρίσουμε τις επιθέσεις κατά των μηχανισμών αντεπίθεσης του Ιράν. Σε ένα πιο γενικό πλαίσιο, το Ισραήλ λειτουργεί αποτρεπτικά μέσω προληπτικών πληγμάτων απέναντι σε κράτη τα οποία το ίδιο θεωρεί επικίνδυνα για την επιβίωση της Δύσης εκ των οποίων το Ιράν το οποίο ως γνωστόν χρηματοδοτεί τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθις (Spencer, 2025). Η ερώτηση που προκύπτει εδώ, έχοντας στον νού τον ορισμό της αποτροπής ο οποίος θέλει το κράτος Α να αποφασίζει να απέχει απο μια πολεμική σύγκρουση με το κράτος Β λόγω απειλής χρήσης βίας, είναι η εξής “ Πως ορίζεται ένα προληπτικό πλήγμα και αν μπορεί αυτό να ενταχθεί στην θεωρία της αποτροπής ως ένα είδος ενεργητικής αποτροπής;”

Σύμφωνα με θεωρητικούς όπως ο Hans Morgenthau (Κλασσικός Ρεαλισμός) και ο Kenneth Waltz (Νεορεαλισμός), η αναρχία του διεθνούς συστήματος επιβάλλει στα κράτη την συνεχή αναζήτηση και ανάπτυξη δυναμικής σκληρής ισχύος (στρατιωτική ισχύς) για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους (Morgenthau,1948; Waltz, 1979). Το Ισραήλ, εξαιτίας της γεωγραφικής του θέσης που το κρατά απομονωμένο από την Δύση, έχει υιοθετήσει ακριβώς αυτή την στρατηγική όσον αφορά την εξασφάλιση της εθνικής του ασφάλειας. Στο θεμελιώδες έργο του Arms and Influence (1966), ο Thomas Schelling διακρίνει δύο είδη αποτροπής; την αποτροπή μέσω τιμωρίας (deterrence by punishment) και την αποτροπή μέσω άρνησης (deterrence by denial). Το Ισραήλ, ως κράτος, χρησιμοποιεί και τους δύο τύπους ενώ φαίνεται να κινείται προς την ενεργητική αποτροπή δηλαδή την προληπτική χρήση βίας με στόχο την παρεμπόδιση διαμόρφωσης απειλής (Freedman, 2004). Τέτοιου είδους πλήγματα αγγίζουν τα όρια της προληπτικής επίθεσης (preventive strike), σε αντίθεση με την αποτρεπτική στρατηγική αυτή καθεαυτή.

Πέρα απο τις συγκυριακές αιτίες του πλήγματος κατά του Ιράν και άλλων παρόμοιων πληγμάτων τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω, η στρατηγική που έχει επιλέξει το Ισραήλ βασίζεται και σε τρία πολυ συγκεκριμένα δόγματα τα οποία αποτελούν τον πυρήνα της εξωτερικής του πολιτικής όσον αφορά το εγγύ εξωτερικό του. Το πρώτο δόγμα ονομάζεται “Iron Wall doctrine’’ ελληνιστί «Το Σιδερένιο Τείχος» και ανήκει στον Ρώσο συγγραφέα και ιδρυτή του Ρεβιζιονιστικού Σιωνιστικού Κινήματος Ζεέβ Ζαμποτίνσκι. Γραμμένο το 1923, πριν ακόμα απο την ίδρυση του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ όπως το γνωρίζουμε σήμερα, επεξηγεί ότι τα αραβικά κράτη  δεν πρόκειται να αποδεχθούν την ύπαρξη του Ισραήλ μέχρι να πεισθούν ότι δεν έχουν την δύναμη να το καταστρέψουν. Επομένως, σύφωνα με τον Ζαμποτίνσκι, το Ισραήλ επιβάλλεται να δημιουργήσει ένα «σιδερένιο τείχος» στρατιωτικής υπεροχής ώστε να οικοδομήσει το ίδιο, όρους για σταθερότητα και ειρήνη (Jabotinsky,1923). Επιπροσθέτως κρίνεται απαραίτητο να αναφερθούμε στο “Amunition-based Deterrence Doctrine” το οποίο εκφράζει την άποψη οτι πρέπει να υπάρχει συνεχής επιχειρησιακή ετοιμότητα και περιοδικά στοχευμένα χτυπήματα για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος (Inbar, 2007). Το συγκεκριμένο δόγμα δημιουργήθηκε μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967) και τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (1973), ως μια νέα αντίληψη αποτροπής. Τέλος, η προληπτική αυτή πολιτική του Ισραήλ, βασίζεται στο λεγόμενο “Doctrine of Targeted Prevention” σύμφωνα με την οποία προχωρά σε «χειρουργικού είδους» πλήγματα (δολοφονίες επιστημόνων, κυβερνοεπιθέσεις, καταστροφές εγκαταστάσεων), όπως μάλιστα είδαμε και στο Ιράν, προτού υπάρξει άμεση απειλή με στόχο να εξουδετερώσει δυνητικές μελλοντικές δυνατότητες του αντιπάλου (Byman, 2011).

Παρόμοια γεγονότα παρατηρήσαμε και το 1981, όταν το Ισραήλ με την λεγόμενη «επιχείρηση Opera», καταστρέψε τον ιρακινό πυρηνικό αντιδραστήρα ονόματι «Osirak» λίγο πριν τεθεί σε λειτουργία. Η συγκεκριμένη επιχείρηση ενώ αρχικά προκάλεσε αρχικά διεθνείς αντιδράσεις, θεωρήθηκε εκ των υστέρων αρκετά αποτελεσματική πράξη προληπτικής αποτροπής, καθώς εξουδετέρωσε έγκαιρα μια δυνητικά στρατηγική απειλή και λειτούργησε ως αποτρεπτικό παράδειγμα για άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής (Cohen, 1998). Αντίστοιχα, το 2007, το Ισραήλ εκτέλεσε την  « Επιχείρηση Outside the Box» , με την οποία τοποθέτησε στο στόχαστρο μια μυστική πυρηνική εγκατάσταση στη Συρία, η οποία τελούσε υπό κατασκευή με πιθανή βοήθεια από τη Βόρεια Κορέα. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε μονομερώς, χωρίς καμία προηγούμενη συνεννόηση με συμμάχους , καταδεικνύοντας τη δέσμευση του Ισραήλ να ενεργεί αυτόνομα με στόχο την αποτροπή αλλαγών στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση ενεργητικής αποτροπής που προηγήθηκε της διαμόρφωσης μιας απειλής σε τελική μορφή (Kober, 2013). Και στα δύο περιστατικά, η στρατηγική δεν περιορίστηκε σε δηλώσεις πρόθεσης ή σε διπλωματικές ενέρεγειες, αλλά μετουσιώθηκε σε χρήση σκληρής ισχύος, εδραιώνοντας το κράτος του Ισραήλ ως έναν δρώντα που πολεμά για τη διασφάλιση της στρατιωτικής του υπεροχής αλλά και για να εξασφαλίσει την επιβίωση του.

Συμπερασματικά, η μελέτη της στρατηγικής της αποτροπής του Ισραήλ μέσα από την επιχείρηση «Rising Lion» αναδεικνύει με σαφήνεια την προσαρμοστικότητα, τη στρατηγική ευφυΐα αλλά και τα διλήμματα μιας κρατικής ισχύος που λειτουργεί υπό το διαρκές βάρος υπαρξιακών απειλών. Η «Rising Lion» δεν αποτελεί ένα απλό στρατιωτικό πλήγμα αλλά συνιστά μια στρατηγική δήλωση ισχύος η οποία επαναπροσδιορίζει τα όρια της αποτροπής εν μέσω της διαρκώς εντεινόμενης πυρηνικής προοπτικής του Ιράν. Το προληπτικό πλήγμα του Ισραήλ δεν μπορεί να ιδωθεί ως μια απλή, μεμονωμένη ενέργεια διότι αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής επιβίωσης, βαθιά ριζωμένης στο ιστορικό του τραύμα, στη γεωπολιτική του απομόνωση και στην ανάγκη διατήρησης της αποτροπής έναντι υπαρξιακών απειλών. Η αποτελεσματικότητα και η νομιμότητα τέτοιων ενεργειών συνεχίζουν να διχάζουν τη διεθνή κοινότητα, προκαλώντας έντονες συζητήσεις γύρω από τα όρια της κρατικής κυριαρχίας, του διεθνούς δικαίου και της ηθικής του πολέμου. Το κρίσιμο ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι εάν το πλήγμα αυτό θα ενισχύσει τελικά την ασφάλεια στην περιοχή ή θα πυροδοτήσει έναν νέο πυρηνικό αγώνα δρόμου, μετατοπίζοντας την ισορροπία τρόμου σε ακόμη πιο ασταθές έδαφος.

 

Βιβλιογραφία :

Byman, D. (2011). A High Price: The Triumphs and Failures of Israeli Counterterrorism. Oxford University Press.

Cohen, A. (1998). Israel and the Bomb. Columbia University Press.

Freedman, L. (2004). Deterrence. Polity Press.

Jabotinsky, Z. (1923). The Iron Wall. (Ανατ. σε: A. Shlaim, Ed., The Iron Wall: Israel and the Arab World). W. W. Norton. (πρωτογενές έργο 1923)

Mattair, T. R. (2008). Global Security Watch—Iran: A Reference Handbook. Praeger Security International.

Morgenthau, H. J. (1948). Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace. Alfred A. Knopf.

Schelling, T. C. (1966). Arms and Influence. Yale University Press.

Waltz, K. N. (1979). Theory of International Politics. Addison-Wesley.

Clench, A. (2025). Operation Midnight Hammer: The New US‑Israel military deterrence doctrine. Foreign Affairs, 104(3), 57–72.

Inbar, E. (2007). Israel’s national security: Issues and challenges since the Yom Kippur War. Israel Affairs, 13(4), 753–765.

Kober, A. (2013). Targeted killings in Israeli counter-terror strategy: Philosophy, policy, and practice. Terrorism and Political Violence, 25(1), 89–111.

Lucas, S. (2025). Iran’s nuclear surge and Israel’s calculated strike: A strategic assessment. Institute for Science and International Security.

Iran International. (2025, Ιούνιος). Iran caught off guard ahead of Rising Lion strikes. https://www.iranintl.com

Spencer, J. (2025, 14 Ιουνίου). Rising Lion was a transformative redefinition of deterrence… [Tweet]. X. https://x.com/SpencerGuard/status/1934441976360772009

Τhe White House. (2006). The National Security Strategy of the United States of America. Washington, D.C.: The White House. Ανακτήθηκε από https://georgewbush-whitehouse.archives.gov/nsc/nss/2006/

 

Πηγή εικόνας : Julie Stahl. (2025). Trump Defends Iran Strike Results, Slams Netanyahu Trial as ‘Witch Hunt. CBN.com. διαθέσιμο στο https://cbn.com/news/israel/trump-defends-iran-strike-results-slams-netanyahu-trial-witch-hunt